Η Αυστρία έχει επανειλημμένα αναγνωριστεί ως ιστορία επιτυχίας στην ανανέωση των γενεών στον αγροτικό τομέα.
Στα 46 του χρόνια, ο Josef Quehenberger περιγράφει τον εαυτό του ως περήφανο αγρότη. Ο πρώην αντιπρόσωπος πωλήσεων πριν από δεκαπέντε χρόνια αποφάσισε να αναλάβει την οικογενειακή φάρμα στο Άμπτεναου, μια κωμόπολη κοντά στο Σάλτσμπουργκ. Εκτρέφει πρόβατα, αγελάδες και γαλοπούλες. Παράγει πέλλετ για κηπουρική από μαλλί προβάτου. Παραδίδει ακόμη και βιολογικό κρέας γαλοπούλας απευθείας στους πελάτες του. Η δουλειά είναι σκληρή αλλά ανταποδοτική, λέει. «Είμαι η δέκατη γενιά στη φάρμα μου και η φάρμα έχει ζήσει επιδημίες, δύο παγκόσμιους πολέμους, κορωνοϊό και τους Ναζί. Έχει επιβιώσει από πολλά», αναφέρει. «Είμαι χαρούμενος και περήφανος που είμαι μέλος της οικογένειας που τη μεταφέρει στο μέλλον.»
Ο Josef δεν είναι ο μόνος ικανοποιημένος αγρότης στην περιοχή. Το Άμπτεναου έχει περίπου 6.000 κατοίκους και περισσότερες από 200 φάρμες. Η Johanna Wallinger εγκαταστάθηκε εδώ πριν από 30 χρόνια. Με 200 κατσίκες και εγκαταστάσεις τυροκομίας, η φάρμα της σήμερα ακμάζει. «Κάνουμε πολύ αυθεντική γεωργία», λέει. «Νομίζω ότι η Αυστρία έχει μεγάλες δυνατότητες σε αυτόν τον τομέα, επειδή μπορούμε πραγματικά να παράγουμε με φυσικό τρόπο και κοντά στους καταναλωτές.»
Όπως και η Johanna, περίπου 60 τοπικοί παραγωγοί φέρνουν κρέας, τυρί, γιαούρτια, λαχανικά, και βότανα προϊόντα σε ένα κοντινό συνεταιριστικό κατάστημα, ακολουθώντας μια στρατηγική άμεσης διανομής «από τη φάρμα στο τραπέζι» που δεν απαιτεί μεσάζοντες. «Η βασική ιδέα ήταν απλώς ότι οι πολύ μικρές επιχειρήσεις θα εμπορεύονται οι ίδιες τα προϊόντα τους και η προστιθέμενη αξία θα παραμένει τοπικά», εξηγεί ο Georg Buchegger, γενικός διευθυντής του καταστήματος.
Η δημόσια στήριξη θεωρείται ευρέως εδώ ως βασικός παράγοντας για την άνθηση του γεωργικού τομέα. Με τα 35.000 μέλη του, το Αγροτικό Επιμελητήριο του Σάλτσμπουργκ παρέχει στους αγρότες — ιδιαίτερα στους νέους — μαθήματα κατάρτισης, νομικές και επιχειρηματικές συμβουλές, βοήθεια στην πλοήγηση στο σύστημα επιδοτήσεων και υποστήριξη στην προώθηση προϊόντων.
«Τα προβλήματα για τους αγρότες του Σάλτσμπουργκ είναι ακριβώς τα ίδια με εκείνα των υπόλοιπων Ευρωπαίων αγροτών. Έχουμε γραφειοκρατία και έχουμε αγορές που είναι εξίσου απαιτητικές», υποστηρίζει ο Rupert Quehenberger, πρόεδρος του Επιμελητηρίου. «Το πλεονέκτημά μας, που είναι ταυτόχρονα και μειονέκτημα, είναι η δομή μας. Ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε τη μαζική παραγωγή. Ο μόνος τρόπος για να επιβιώσουμε στην αγορά είναι η ποιότητα και το προϊόν να είναι αναγνωρίσιμο, να έχει πρόσωπο.»
Ως βασικό εργαλείο για τη στήριξη των αγροτών, οι αρχές του Σάλτσμπουργκ δημιούργησαν και ελέγχουν τη χρήση μιας περιζήτητης ετικέτας που πιστοποιεί την τοπική προέλευση των αγροτικών προϊόντων και ενισχύει τη δυναμική τους στην αγορά.
«Αυτή τη στιγμή έχουμε περίπου 2.800 πιστοποιημένα προϊόντα, καθώς και 170 πιστοποιημένα εστιατόρια και 90 κουζίνες στη δημόσια εστίαση, που από μόνα τους μαγειρεύουν 40.000 μερίδες την ημέρα. Πληρούν ορισμένα κριτήρια σχετικά με τα τοπικά προϊόντα που χρησιμοποιούν, κάτι που επίσης ελέγχουμε», εξηγεί ο Günther Kronberger, διευθύνων σύμβουλος της Salzburg Agrar Marketing.
Η κατάρτιση των νέων γενεών αγροτών θεωρείται επίσης υψίστης σημασίας. Η Αυστρία διαθέτει περίπου 70 σχολές που καταρτίζουν τους αγρότες του μέλλοντος. Η Γεωργική Σχολή Winklhof κοντά στο Σάλτσμπουργκ καταρτίζει 260 μαθητές ηλικίας 14-17 ετών. Οι υπεύθυνοι εδώ λένε ότι οι αιτήσεις για την κρατική σχολή έχουν αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία πέντε χρόνια.
«Προσπαθούμε να διαμορφώσουμε τους νέους με τέτοιον τρόπο ώστε όχι μόνο να τα καταφέρουν στην επαγγελματική ζωή, αλλά και να μάθουν τις βασικές δεξιότητες για την προσωπική τους ζωή», εξηγεί ο Georg Springl, διευθυντής της σχολής.
Η κατάρτιση αυτή θεωρείται ζωτικής σημασίας από τους επαγγελματίες αγρότες, οι οποίοι παίρνουν επίσης στα σοβαρά τον ρόλο τους στο να δίνουν κίνητρο στις νεότερες γενιές αγροτών στην Αυστρία. «Αν απλά παραπονιέσαι συνέχεια ή βλέπεις τα μειονεκτήματα, τότε δεν θα απολαμβάνει τη δουλειά ούτε η επόμενη γενιά», καταλήγει η αγρότισσα Johanna Wallinger.