Η ΕΕ έχει ενισχύσει τους ενεργειακούς δεσμούς με τις ΗΠΑ, προσπαθώντας να μειώσει την έκθεσή της σε γεωπολιτικούς κραδασμούς. Ωστόσο, τα σχέδια των ΗΠΑ να περιορίσουν τις εξαγωγές ντίζελ δείχνουν πόσο γρήγορα η εμπορική εξάρτηση γίνεται στρατηγική ευαλωτότητα.
Μια ενδεχόμενη απαγόρευση των εξαγωγών ντίζελ από τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα άδειαζε απαραίτητα από τη μια μέρα στην άλλη τα ευρωπαϊκά πρατήρια, θα μπορούσε όμως να εκτινάξει τις τιμές, υποχρεώνοντας τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σε νέο γύρο έκτακτων παρεμβάσεων τη στιγμή που νοικοκυριά, αγρότες και μεταφορείς νιώθουν ήδη τις συνέπειες της ευρύτερης ενεργειακής κρίσης.
Η προοπτική να κρατήσει η Ουάσινγκτον αυτά τα βαρέλια εντός χώρας είναι ιδιαίτερα ανησυχητική για τις Βρυξέλλες, οι οποίες αναγνώρισαν την εξάρτηση της Ένωσης από το αμερικανικό ντίζελ μετά την εγκατάλειψη της ρωσικής ενέργειας. Η Κομισιόν ανέφερε ότι το θέμα συζητείται με τα κράτη μέλη της ΕΕ και τον κλάδο.
Η Ένωση βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με έλλειψη καυσίμων μετά τον πόλεμο με το Ιράν, που έχει διαταράξει τις προμήθειες από τη Μέση Ανατολή, ενώ η Ρωσία έχει επίσης περιορίσει τις εξαγωγές ντίζελ.
Την ίδια ώρα, οι τιμές του ντίζελ στην Ευρώπη έχουν υπερδιπλασιαστεί από την αρχή του έτους και στα μέσα Σεπτεμβρίου ήταν περίπου 38% υψηλότερες σε ετήσια βάση, ενώ τα διυλιστήρια σε όλο τον κόσμο λειτουργούν σχεδόν στο όριο της δυναμικότητάς τους.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι μια πιθανή αμερικανική απαγόρευση θα αφαιρούσε μια κρίσιμη πηγή τροφοδοσίας από μια ήδη εξαιρετικά σφιχτή παγκόσμια αγορά.
«Για την Ευρώπη, το άμεσο αποτέλεσμα είναι υψηλότερες τιμές. Η βορειοδυτική Ευρώπη θα πρέπει να ανεβάσει τις προσφορές για να προσελκύσει φορτία αντικατάστασης και θα ανταγωνίζεται τη Μεσόγειο, τη Λατινική Αμερική και τη Δυτική Αφρική για το ίδιο περιορισμένο απόθεμα βαρελιών», δήλωσε στο Euronews ο Zameer Yusof, αναλυτής ενέργειας στην πλατφόρμα ανάλυσης αγορών Kpler.
Η ΕΕ έχει γίνει πολύ πιο εξαρτημένη από το αμερικανικό ντίζελ μετά την απώλεια των ρωσικών προμηθειών. Οι ΗΠΑ έχουν προμηθεύσει περίπου 180.000 βαρέλια την ημέρα (b/d) από τα περίπου 580.000 b/d εισαγωγών ντίζελ από εκτός ΕΕ χώρες φέτος – περίπου 32%, έναντι 17% το 2025.
Η εξάρτηση είναι ακόμη πιο έντονη στη βορειοδυτική Ευρώπη, όπου οι αμερικανικές προμήθειες αντιστοιχούν σε περίπου 200.000 b/d από τα 350.000 b/d που έρχονται από εκτός περιοχής – περίπου 57%, έναντι 37% πέρυσι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Kpler.
Αυτή η συγκέντρωση σημαίνει ότι ακόμη και μια μερική αμερικανική απαγόρευση εξαγωγών θα μπορούσε να έχει σημαντική επίπτωση στις τιμές.
Ωστόσο, η αφαίρεση του 30% των αμερικανικών ποσοτήτων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι τιμές του ντίζελ στην Ευρώπη θα αυξηθούν κατά 30% ή κατά ανάλογο ποσοστό, υποστηρίζει η Kpler. Οι αγοραστές θα αναγκαστούν να ανταγωνιστούν επιθετικά για τα βαρέλια που θα τα αντικαταστήσουν, κάτι που ενδέχεται να οδηγήσει σε απότομη άνοδο των τιμών.
Η Γαλλία δέχεται το πρώτο πλήγμα
Στην ΕΕ, η Γαλλία φαίνεται η πιο ευάλωτη χώρα. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν δήλωσε την Πέμπτη ότι η προτεινόμενη απαγόρευση θα ήταν «καταστροφική». Η χώρα οδεύει προς τις κάλπες το 2027, με την ενεργειακή κρίση να τροφοδοτεί τη ρητορική της άκρας δεξιάς.
Προτού η κυβέρνηση Τραμπ προβάλει την ιδέα της απαγόρευσης ντίζελ, ο Γάλλος ηγέτης είχε ζητήσει από την Κομισιόν να χαλαρώσει προσωρινά τις προδιαγραφές καυσίμων ώστε τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια να μπορούν να παράγουν περισσότερο ντίζελ και καύσιμα αεροπλάνων. Παράλληλα κάλεσε τις Βρυξέλλες να συντονίσουν μια δεύτερη αποδέσμευση έκτακτων αποθεμάτων πετρελαίου.
Μια αμερικανική απαγόρευση εξαγωγών θα ενίσχυε αυτή τη θέση: αν η Ευρώπη δεν μπορεί να βασιστεί σε εισαγόμενα προϊόντα διύλισης, πρέπει να αυξήσει όσο γίνεται την παραγωγή των δικών της διυλιστηρίων. Ωστόσο, τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια δεν μπορούν να παράγουν εκατοντάδες χιλιάδες επιπλέον βαρέλια από τη μια μέρα στην άλλη.
Το Παρίσι έχει εισαγάγει φέτος περίπου 63.000 b/d αμερικανικού ντίζελ, δηλαδή γύρω στο 36% των εισαγωγών ντίζελ της χώρας. Η εξάρτηση αυτή επιτείνεται από το κλείσιμο των διυλιστηρίων Grandpuits και Donges, που αφήνει τη χώρα με δομικό έλλειμμα σε ντίζελ, προειδοποιεί η Kpler.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένο είναι και το Ηνωμένο Βασίλειο, που εισάγει περίπου 50.000 b/d από τις ΗΠΑ, ή το 26% των εισαγωγών ντίζελ του, σύμφωνα με την Kpler. Το κλείσιμο του διυλιστηρίου Grangemouth έχει αυξήσει την εξάρτησή του από τις εισαγωγές.
Υπάρχει ωστόσο ένας βαθμός προστασίας. Το ντίζελ είναι από τα προϊόντα πετρελαίου με τα μεγαλύτερα αποθέματα στην Ευρώπη, γεγονός που σημαίνει ότι οι δεξαμενές μπορούν να απορροφήσουν τουλάχιστον μέρος μιας αρχικής διαταραχής. Αυτό θα μπορούσε να αποτρέψει μια άμεση έλλειψη, χωρίς όμως να εξαφανίσει την πίεση στις τιμές αν η απαγόρευση παραταθεί.
Οι αγορές της Νότιας Ευρώπης διαθέτουν κάπως μεγαλύτερη προστασία χάρη στην εγχώρια παραγωγή και τα διυλιστήρια της Μεσογείου. Η Ιταλία προμηθεύεται από τις ΗΠΑ μόλις περίπου το 4% των εισαγωγών ντίζελ της, ενώ η Ισπανία γύρω στο 19%. Η Πορτογαλία έχει ελάχιστη έκθεση. Τα διυλιστήρια της Καρταχένα, του Μπιλμπάο και της Ουέλβα στην Ισπανία προσφέρουν ένα σημαντικό εγχώριο μαξιλάρι προμηθειών.
Η Ευρώπη έχει ελάχιστες εναλλακτικές
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι τι θα συμβεί αφού εξαντληθούν τα αρχικά αποθέματα. Η Ευρώπη δεν μπορεί απλώς να αντικαταστήσει το αμερικανικό ντίζελ με έναν άλλο μεγάλο προμηθευτή.
«Η Ινδία είναι η μόνη αξιόπιστη εναλλακτική, αλλά η διαθεσιμότητα για εξαγωγές έχει μειωθεί δραστικά», λέει ο Yusof.
Οι ινδικές εξαγωγές έχουν ήδη μειωθεί απότομα – από περίπου 582.000 b/d πέρυσι σε 352.000 b/d φέτος. Οι αποστολές ινδικού ντίζελ προς την Ευρώπη έχουν υποχωρήσει ακόμη πιο θεαματικά, από περίπου 163.000 b/d σε περίπου 50.000 b/d.
Τα ινδικά διυλιστήρια εντοπίζουν πλέον καλύτερα περιθώρια κέρδους στην Ανατολική Αφρική και τη Νοτιοανατολική Ασία, ενώ τα ερωτήματα γύρω από το ρωσικό αργό που χρησιμοποιείται σε ορισμένα διυλιστήρια της Ινδίας περιπλέκουν επιπλέον το ευρωπαϊκό εμπόριο.
Ούτε η Κίνα ούτε η Νότια Κορέα μπορούν ρεαλιστικά να καλύψουν το κενό. Οι φετινές αποστολές ντίζελ τους προς την Ευρώπη ήταν ελάχιστες – περίπου 1.000 b/d από την Κίνα και 2.000 b/d από τη Νότια Κορέα.
Η Κίνα αντιμετωπίζει περιορισμούς της ΕΕ στα προϊόντα που παράγονται από ρωσικό αργό, ενώ οι εξαγωγές της Νότιας Κορέας δεσμεύονται από υφιστάμενα συμβόλαια στις ασιατικές αγορές και η συνολική διαθεσιμότητά της για εξαγωγές έχει μειωθεί.
Ώρα να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει ενεργειακή ασφάλεια
Το επεισόδιο με το ντίζελ αποκαλύπτει μια βαθύτερη αδυναμία στη στρατηγική ενέργειας της Ευρώπης.
Η σημερινή δύσκολη θέση της ΕΕ γεννά ερωτήματα για το αν το μπλοκ χρειάζεται μεγαλύτερα στρατηγικά αποθέματα προϊόντων διύλισης, πιο ανθεκτική ευρωπαϊκή διυλιστική ικανότητα και ισχυρότερους μηχανισμούς συντονισμού των προμηθειών καυσίμων σε περίοδο κρίσης.
Όταν ρωτήθηκε αν εξετάζει μια δεύτερη αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου, η International Energy Agency δεν είχε απαντήσει μέχρι τη δημοσίευση.
Η απόφαση της Κομισιόν να συζητήσει το θέμα μέσω της ομάδας συντονισμού πετρελαίου δείχνει ότι οι Βρυξέλλες το αντιμετωπίζουν ήδη ως ζήτημα ενεργειακής ασφάλειας και όχι απλώς ως εμπορική διένεξη.
Παράλληλα, η προτεινόμενη αμερικανική απαγόρευση στις εξαγωγές ντίζελ φαίνεται να υπαγορεύεται εν μέρει από την εσωτερική πολιτική πίεση. Οι τιμές του ντίζελ στις ΗΠΑ πλησιάζουν τα 7 δολάρια το γαλόνι, δημιουργώντας πίεση στην κυβέρνηση Τραμπ να δείξει ότι κάνει κάτι για το κόστος ζωής ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας Chris Wright έχει ξεκινήσει διερευνητικές επαφές με τα διυλιστήρια για έναν εθελοντικό περιορισμό των εξαγωγών, ως εναλλακτική σε μια γενικευμένη απαγόρευση διάρκειας 90 ημερών.
Ένα ενημερωτικό σημείωμα του Energy Policy Research Foundation (EPRF) υποστήριξε ότι μια αμερικανική απαγόρευση στις εξαγωγές ντίζελ πιθανότατα θα έχει αντίθετο αποτέλεσμα, καθώς τα διυλιστήρια ήδη λειτουργούν στο μέγιστο και δεν μπορούν να αυξήσουν την παραγωγή χωρίς νέα δυναμικότητα.
«Αποκομμένα από τις εξαγωγικές αγορές, τα διυλιστήρια στον Κόλπο του Μεξικού θα έβλεπαν τις δεξαμενές αποθήκευσης να γεμίζουν και τα περιθώρια κέρδους να μειώνονται, και πολλά θα περιόριζαν τη λειτουργία τους για να καλύψουν εργασίες συντήρησης που αναβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης. Επειδή η βενζίνη και το ντίζελ παράγονται μαζί, το αποτέλεσμα θα ήταν λιγότερη βενζίνη, ντίζελ και καύσιμα αεροπλάνων και υψηλότερες τιμές στα πρατήρια», αναφέρει το ενημερωτικό σημείωμα του EPRF.