Η ΕΚΤ αναμένεται να αφήσει αμετάβλητα τα επιτόκια, καθώς το γαλλικό ξεπούλημα ομολόγων σφίγγει τον δανεισμό, ενώ η Λαγκάρντ ζητά οι πρώτες κινήσεις για το χρέος να γίνουν στο Παρίσι, όχι στη Φρανκφούρτη.
Στη συνεδρίασή της την ερχόμενη Πέμπτη, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αναμένεται ευρέως να αφήσει αμετάβλητα τα επιτόκια, εν μέρει επειδή η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων έχει ήδη αυξήσει το κόστος δανεισμού σε όλη την ευρωζώνη.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ έχει ψαλιδίσει τις προσδοκίες για μια διάσωση, υπογραμμίζοντας ότι η λύση στα προβλήματα χρέους της Γαλλίας βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας.
Η απόδοση του 10ετούς γαλλικού κρατικού ομολόγου κινήθηκε πάνω από 5% την Παρασκευή, αφού είχε φτάσει σε αυτό το επίπεδο την Τετάρτη για πρώτη φορά από το 2002. Το περιθώριο έναντι των γερμανικών 10ετών, που θεωρούνται το ασφαλέστερο χρέος της ευρωζώνης, ξεπέρασε τις 170 μονάδες βάσης.
Την ίδια ώρα, η απόδοση του 30ετούς ομολόγου βρισκόταν στο 5,5%, με το spread έναντι των γερμανικών 30ετών να είναι ακόμη πιο πλατύ, στις 184 μονάδες βάσης.
Την Πέμπτη, το κόστος των πενταετών γαλλικών credit default swaps, των συμβολαίων που ασφαλίζουν τους επενδυτές έναντι στάσης πληρωμών του Δημοσίου, ξεπέρασε επίσης τις 100 μονάδες βάσης για πρώτη φορά από τον Οκτώβριο του 2012, όταν η ευρωζώνη βρισκόταν στη δίνη της κρίσης κρατικού χρέους.
Οι βουλευτές παραμένουν διχασμένοι για τον προϋπολογισμό της επόμενης χρονιάς, ο οποίος προβλέπει περικοπές δαπανών ύψους 43 δισ. ευρώ και πρόσθετα μέτρα αύξησης εσόδων, χωρίς όμως η κυβέρνηση να διαθέτει την πλειοψηφία για να τα περάσει.
Ο οίκος αξιολόγησης Moody's, που βαθμολογεί τη Γαλλία με Aa3, την τέταρτη υψηλότερη βαθμίδα, και αρνητική προοπτική, ανακοινώνει την ετυμηγορία του το βράδυ της Παρασκευής και μια υποβάθμιση θεωρείται ευρέως πιθανή. Μια μείωση κατά μία βαθμίδα, στην A1, θα τοποθετούσε την αξιολόγηση της Γαλλίας στο αντίστοιχο επίπεδο με εκείνες των S&P και Fitch.
Η κοινωνική αναταραχή εντείνει περαιτέρω τις ανησυχίες των επενδυτών.
Περισσότερες διαδηλώσεις αναμένονται το Σαββατοκύριακο και ο αστυνομικός διευθυντής του Παρισιού Πατρίς Φορ συνέστησε με επιστολή του στους επιχειρηματίες να προσλάβουν ιδιωτική ασφάλεια.
Τα γαλλικά συνδικάτα, που εμφανίστηκαν «ομόφωνα απογοητευμένα» μετά τη συνάντηση της Τετάρτης με τον πρωθυπουργό Σεμπαστιέν Λεκορνού, έχουν καλέσει σε μεγάλη κινητοποίηση στις 5 Νοεμβρίου.
Η Σοφί Μπινέ, επικεφαλής της CGT, ενός από τα μεγαλύτερα συνδικάτα της Γαλλίας, κάλεσε τους εργαζόμενους να «γενικεύσουν την απεργία».
Τα ομόλογα κάνουν τη δουλειά της ΕΚΤ
Τα επιχειρήματα υπέρ μιας ακόμη αύξησης επιτοκίων εξακολουθούν να υπάρχουν.
Η ΕΚΤ έχει αυξήσει τα επιτόκια δύο φορές φέτος, ανεβάζοντας το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,5%, ενώ ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη σκαρφάλωσε στο 3,8% τον Σεπτέμβριο, τροφοδοτούμενος από τις τιμές της ενέργειας.
Ωστόσο, οι αποδόσεις των γερμανικών ομολόγων έχουν ανέβει τόσο πολύ από τον Σεπτέμβριο, ώστε η επίδρασή τους στην ανάπτυξη και τον πληθωρισμό αντιστοιχεί περίπου σε αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, εκτίμησε σε σημείωμά του προς επενδυτές την Πέμπτη ο Κάρστεν Μπρζέσκι, επικεφαλής μακροοικονομικής ανάλυσης διεθνώς στην ολλανδική ING.
«Για τη Γαλλία, είναι πιο κοντά σε αύξηση κατά 50 μονάδες βάσης», έγραψε ο Μπρζέσκι, προσθέτοντας ότι «η αγορά ομολόγων έχει αναλάβει τη δουλειά της ΕΚΤ».
Ο Μπρζέσκι εκτιμά ότι η ΕΚΤ θα περιμένει τις νέες προβλέψεις των υπηρεσιών της τον Δεκέμβριο, πριν αποφασίσει για την επόμενη κίνησή της.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ είπε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 28 Σεπτεμβρίου ότι τα μακροπρόθεσμα επιτόκια «έχουν αυξηθεί αισθητά, κάτι που θα επιβραδύνει την ανάπτυξη».
Θα μπορούσε να παρέμβει η ΕΚΤ;
Αξιωματούχοι της ΕΚΤ έχουν υποβαθμίσει το ενδεχόμενο παρέμβασης για τη μείωση του κόστους δανεισμού της Γαλλίας, χωρίς όμως να το αποκλείουν κατηγορηματικά.
Η κεντρική τράπεζα είχε αγοράσει κρατικά ομόλογα κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους της ευρωζώνης για να σταθεροποιήσει τις αγορές και να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις της για τα επιτόκια συνέχιζαν να μεταδίδονται στην οικονομία.
Μιλώντας στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Μπανγκόκ την περασμένη εβδομάδα, η Λαγκάρντ ανέφερε ότι «υπάρχουν συγκεκριμένες συνθήκες που οδηγούν ορισμένες χώρες να επηρεάζονται περισσότερο, με τη Γαλλία να αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση».
«Η βασική και πρώτη λύση βρίσκεται στο εσωτερικό της Γαλλίας. Και έχει να κάνει με τις δημοσιονομικές πολιτικές», πρόσθεσε η πρόεδρος της ΕΚΤ.
Ο διοικητής της Banque de France Εμανουέλ Μουλέν πήγε ακόμη παραπέρα την περασμένη Παρασκευή, λέγοντας ότι οι προϋποθέσεις για παρέμβαση της ΕΚΤ δεν πληρούνταν τότε, επειδή δεν υπήρχε χρηματοπιστωτικός κατακερματισμός στην ευρωζώνη.
Ωστόσο, και οι δύο έκαναν αυτές τις δηλώσεις πριν το κόστος δεκαετούς δανεισμού της Γαλλίας περάσει πάνω από το 5%.
Εάν η ΕΚΤ αποφασίσει να παρέμβει στην αγορά γαλλικών ομολόγων, μία επιλογή θα μπορούσε να είναι το Transmission Protection Instrument (TPI), που δημιουργήθηκε το 2022 και δεν έχει ενεργοποιηθεί ποτέ.
Το TPI επιτρέπει στην ΕΚΤ να αγοράζει το χρέος χωρών των οποίων το κόστος δανεισμού αυξάνεται με τρόπους που, κατά την κρίση της, δεν δικαιολογούνται από τα οικονομικά τους θεμελιώδη και απειλούν τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής σε ολόκληρη την ευρωζώνη.
Για να είναι μια χώρα επιλέξιμη, πρέπει να πληροί μια σειρά κριτηρίων, μεταξύ των οποίων να τηρεί τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ και να διατηρεί το χρέος της σε βιώσιμη πορεία.
Η Γαλλία φέρει λόγο χρέους προς ΑΕΠ στο 119,1%, ενώ οι τρέχουσες διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για γρήγορη μείωση του ελλείμματος, που είναι απαραίτητη για να τεθεί το χρέος σε βιώσιμη τροχιά.
Παράλληλα, η κυβέρνηση αναμένει ότι το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους θα αυξηθεί το 2027 κατά περισσότερο από 10 δισ. ευρώ σε σχέση με φέτος.
«Ο πήχης για την ενεργοποίηση του προγράμματος αγορών ομολόγων της ΕΚΤ παραμένει ψηλά», έγραψε ο Μπρζέσκι σε ξεχωριστό σημείωμα προς επενδυτές την περασμένη εβδομάδα.
Πρόσθεσε ότι, για τη Γαλλία, αυτό θα σήμαινε τουλάχιστον την έγκριση του πλήρους προϋπολογισμού της. Μια κίνηση πολύ νωρίς θα μπορούσε, όπως προειδοποίησε, να «ερμηνευθεί ως νομισματική χρηματοδότηση του χρέους μιας χώρας που δεν είναι διατεθειμένη να ακολουθήσει τους κανόνες».
Το άλλο έκτακτο εργαλείο της ΕΚΤ, οι Outright Monetary Transactions (OMT), δημιουργήθηκε το 2012, στο απόγειο της κρίσης χρέους της ευρωζώνης, για να επιτρέπει απεριόριστες αγορές βραχυπρόθεσμων ομολόγων μιας χώρας που αντιμετωπίζει προβλήματα.
Ωστόσο, είναι διαθέσιμο μόνο σε κυβερνήσεις που προηγουμένως δέχονται ένα πρόγραμμα διάσωσης από το ταμείο στήριξης της ευρωζώνης, τον European Stability Mechanism.
Αντί γι’ αυτό, ο Μπρζέσκι θεωρεί πιο πιθανό η ΕΚΤ να «παγώσει σιωπηρά» τη μείωση των τοποθετήσεών της σε ομόλογα, επανεπενδύοντας ευέλικτα τα ομόλογα που λήγουν, όπως έκανε στη διάρκεια της πανδημίας COVID-19.
Εάν οι αναταράξεις επεκταθούν και σε άλλες αγορές ομολόγων της ευρωζώνης, ο Μπρζέσκι βλέπει το TPI ως έσχατη λύση. Αν η Γαλλία συνέχιζε να αποκλίνει από τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ, «η ΕΚΤ θα μπορούσε ακόμη και να εξετάσει το ενδεχόμενο να αγοράζει ομόλογα σχεδόν όλων των χωρών της ευρωζώνης, εκτός της Γαλλίας», είπε.
Προς το παρόν, ο Μπρζέσκι θεωρεί ότι η συνεδρίαση για τα επιτόκια την επόμενη εβδομάδα θα είναι «χωρίς εκπλήξεις ως προς τις αποφάσεις, αλλά σίγουρα όχι ως προς τις δηλώσεις».