Το νομοσχέδιο προβλέπει την οριστική ακύρωση βασιλικών διαταγμάτων του 17ου και 18ου αιώνα, τα οποία καθόριζαν το νομικό καθεστώς των σκλάβων στις γαλλικές αποικίες
Σχεδόν δύο αιώνες μετά την κατάργηση της δουλείας στη Γαλλία, ένας νόμος της αποικιακής εποχής που χαρακτήριζε τους ανθρώπους ως «κινητή περιουσία» παρέμενε τυπικά σε ισχύ.
Την Πέμπτη, η γαλλική Εθνοσυνέλευση ενέκρινε την κατάργηση του λεγόμενου «Κώδικα Νουάρ», σε μια συμβολική κίνηση που συνδέεται με τη συνεχιζόμενη συζήτηση γύρω από την αποικιοκρατική κληρονομιά της χώρας.
Το νομοσχέδιο προβλέπει την οριστική ακύρωση βασιλικών διαταγμάτων του 17ου και 18ου αιώνα, τα οποία καθόριζαν το νομικό καθεστώς των σκλάβων στις γαλλικές αποικίες. Ο «Κώδικας Νουάρ» είχε υπογραφεί το 1685 από τον βασιλιά Λουδοβίκο ΙΔ΄ και ρύθμιζε κάθε πτυχή της ζωής των σκλάβων.
Η Γαλλία υπήρξε η τρίτη μεγαλύτερη δύναμη στο δουλεμπόριο στην Ευρώπη, μετά τη Βρετανία και την Πορτογαλία. Από τον 17ο έως τον 19ο αιώνα, περίπου 1,4 εκατομμύρια Αφρικανοί μεταφέρθηκαν βίαια σε γαλλικές αποικίες για να εργαστούν σε φυτείες, κυρίως ζάχαρης, πλούτος που συνέβαλε στην ανάπτυξη πόλεων όπως η Νάντη και το Μπορντό.
Η δουλεία καταργήθηκε αρχικά το 1794 κατά τη Γαλλική Επανάσταση, ωστόσο ο Ναπολέων Βοναπάρτης την επανέφερε το 1802 στη Γουαδελούπη. Η οριστική κατάργηση ήρθε το 1848.
Το 2001, η Γαλλία αναγνώρισε επίσημα τη δουλεία και το δουλεμπόριο ως «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας» μέσω του λεγόμενου νόμου Τομπιρά. Παρ’ όλα αυτά, τα βασιλικά διατάγματα του «Κώδικα Νουάρ» δεν είχαν ποτέ καταργηθεί ρητά.
Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν είχε στηρίξει δημόσια την κατάργηση του νόμου, δηλώνοντας ότι τα 60 άρθρα του «δεν θα έπρεπε ποτέ να έχουν επιβιώσει μετά την κατάργηση της δουλείας».
«Η σιωπή ή η αδιαφορία που δείχνουμε εδώ και σχεδόν δύο αιώνες απέναντι στον Κώδικα Νουάρ δεν είναι απλή λήθη. Έχει μετατραπεί σε μορφή προσβολής», ανέφερε.
Ο «Κώδικας Νουάρ» υποχρέωνε όλους τους σκλάβους να είναι καθολικοί, απαγόρευε την εργασία τις Κυριακές, αλλά παράλληλα χαρακτήριζε τους σκλάβους ως περιουσιακά στοιχεία που μπορούσαν να κληρονομηθούν. Προέβλεπε επίσης σκληρές τιμωρίες για απόπειρες διαφυγής, όπως ακρωτηριασμούς, ενώ τα παιδιά σκλάβων κληρονομούσαν αυτομάτως το καθεστώς των γονιών τους.
Ο βουλευτής από τη Γουαδελούπη Μαξ Ματιαζέν, που κατέθεσε την πρόταση νόμου, χαρακτήρισε την κατάργηση του «Κώδικα Νουάρ» ως «ισχυρή συμβολική και πολιτική πράξη».
«Ο Κώδικας Νουάρ οργάνωνε την άρνηση της ανθρώπινης υπόστασης γυναικών, ανδρών και παιδιών που υποδουλώθηκαν εξαιτίας της καταγωγής και του χρώματος του δέρματός τους», δήλωσε.
Ο ίδιος, απόγονος σκλάβων, αποκάλυψε ότι επί χρόνια δεν μπορούσε να διαβάσει ολόκληρο το κείμενο του νόμου.
«Είναι ένας νόμος φτιαγμένος από ανθρώπους εναντίον ανθρώπων», είπε.
Παρά τη συμβολική σημασία της κατάργησης, ακτιβιστές και πολιτικοί στις γαλλικές υπερπόντιες περιοχές επιμένουν ότι τα προβλήματα ανισότητας και ρατσισμού παραμένουν.
Ο Μαρτινικανός ακτιβιστής Ντιεντονέ Μπουτρέν δήλωσε ότι η κατάργηση «έπρεπε να είχε γίνει εδώ και πολύ καιρό», αλλά από μόνη της «δεν αλλάζει τίποτα».
«Οι μαύροι εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο», υποστήριξε, ζητώντας ουσιαστικές αποζημιώσεις και μεγαλύτερη επένδυση στην εκπαίδευση και στη διδασκαλία της ιστορίας της δουλείας.
Ανάλογες εκκλήσεις έχουν διατυπωθεί και από πολιτικούς στις γαλλικές υπερπόντιες περιοχές, οι οποίοι κάνουν λόγο για «διαρκή ιστορική, κοινωνική και οικονομική ζημιά» από τη δουλεία και το αποικιακό παρελθόν.
Οι πρώην αποικίες της Γουαδελούπης, της Μαρτινίκας, της Γαλλικής Γουιάνας και της Ρεϊνιόν αποτελούν σήμερα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα και διοικούνται απευθείας από το Παρίσι. Ωστόσο, παραμένουν από τις φτωχότερες περιοχές της Γαλλίας, με υψηλή ανεργία και έντονες κοινωνικές ανισότητες.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην Αϊτή, την πρώτη ανεξάρτητη μαύρη δημοκρατία της αμερικανικής ηπείρου, η οποία αναγκάστηκε το 1825 να πληρώσει τεράστιες αποζημιώσεις στη Γαλλία για να αναγνωριστεί η ανεξαρτησία της.
Το θέμα των αποζημιώσεων παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητο στη Γαλλία. Ο Μακρόν έχει αναγνωρίσει ότι πρόκειται για ζήτημα που «δεν πρέπει να αποφεύγεται», χωρίς όμως να δεσμευτεί για οικονομικές αποζημιώσεις.