Η ΕΕ δηλώνει έτοιμη για όλα και βάζει προθεσμία έως τον Οκτώβριο για απτά αποτελέσματα στις εμπορικές σχέσεις με την Κίνα
Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα προχωρήσει σε αντίμετρα κατά της Κίνας, αν η χώρα δεν προχωρήσει έως τον Οκτώβριο σε απτές αλλαγές στις άδικες εμπορικές της πρακτικές, δήλωσε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, την ώρα που οι εντάσεις ανάμεσα στις Βρυξέλλες και το Πεκίνο κλιμακώνονται.
«Ο διάλογος είναι απαραίτητος, αλλά πρέπει και να αποδίδει», δήλωσε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής την Παρασκευή, κατά την επίσημη επίσκεψή της στο Κορκ της Ιρλανδίας.
«Ανάλογα με το πώς θα απαντήσει η κινεζική πλευρά, το φθινόπωρο θα καθοριστεί και η δική μας δράση. Είμαστε ουσιαστικά προετοιμασμένοι για όλα, διαθέτουμε όλα τα εργαλεία στο τραπέζι και εξετάζουμε, αν χρειαστεί, και άλλες επιλογές.»
Η φον ντερ Λάιεν απαρίθμησε αρκετά σημεία τριβής, όπως την πλημμυρίδα φθηνών κινεζικών εξαγωγών, τους αυστηρούς περιορισμούς στις ευρωπαϊκές εταιρείες και την υπερβολική χρήση κρατικών επιδοτήσεων, που, όπως είπε, «δεν θέλουμε πια να βλέπουμε στην αγορά μας».
Ωστόσο, δεν διευκρίνισε ποιες πρακτικές θα αντιμετωπιστούν, ούτε με ποιον τρόπο, σε περίπτωση που ξεπεραστεί ο Ρουβίκωνας του Οκτωβρίου.
Η διακριτικά διατυπωμένη προειδοποίησή της έρχεται αμέσως μετά από μια κρίσιμη σύνοδο κορυφής της ΕΕ, στην οποία οι ηγέτες των 27 κρατών‑μελών της Ένωσης της έδωσαν εντολή να υιοθετήσει πιο σκληρή στάση έναντι της Κίνας, ζητώντας από την Επιτροπή να επιδιώξει την ενίσχυση του διαλόγου και παράλληλα να εξετάσει την καταλληλότητα των υφιστάμενων και νέων εμπορικών εργαλείων.
Η Επιτροπή διαθέτει ήδη το Μέσο κατά του εξαναγκασμού (Anti‑Coercion Instrument), που επιτρέπει στις Βρυξέλλες να απαντούν στο Πεκίνο με μέτρα διαφορετικής έντασης. Ωστόσο, το εργαλείο αυτό έχει αποδειχθεί υπερβολικά δυσκίνητο και διχαστικό για τα κράτη‑μέλη και δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ.
Για τον λόγο αυτό, οι υπηρεσίες της φον ντερ Λάιεν εργάζονται τώρα πάνω σε τουλάχιστον δύο επιπλέον εργαλεία ώστε να συμπληρώσουν το οπλοστάσιο:
το ένα για τη διαφοροποίηση των εφοδιαστικών αλυσίδων και τη μείωση των ευάλωτων εξαρτήσεων και το άλλο για τη διασφάλιση της αλληλεγγύης σε περίπτωση κινεζικών αντιποίνων, τα οποία θεωρούνται βέβαια αν η ΕΕ γίνει πιο διεκδικητική.
Μένει να φανεί αν η φον ντερ Λάιεν θα καταφέρει να κρατήσει τους 27 ηγέτες, των οποίων οι απόψεις για την Κίνα εξακολουθούν να διίστανται, στο ίδιο μήκος κύματος όταν έρθει η ώρα των αποφάσεων.
Ο Ιρλανδός πρωθυπουργός Μίχολ Μάρτιν, του οποίου η χώρα ανέλαβε μόλις την προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, έκανε τις δικές του δηλώσεις εμφανιζόμενος στο πλευρό της φον ντερ Λάιεν την Πέμπτη.
«Το εμπόριο πρέπει να διεξάγεται σε δίκαιη βάση και όλοι πρέπει να παίζουμε με τους ίδιους κανόνες, κάτι που δεν συμβαίνει πάντα», είπε.
«Ελπίζω ο διάλογος να οδηγήσει σε μια κοινά αποδεκτή λύση μεταξύ Ευρώπης και Κίνας, γιατί στο τέλος της ημέρας υπάρχει και σημαντική αλληλεξάρτηση σε όλο τον κόσμο, και αυτό περιλαμβάνει την Κίνα. Οπότε όλοι χρειαζόμαστε όλους, σε κάποιο βαθμό».
Καθώς οι ηγέτες ζυγίζουν τα υπέρ και τα κατά του να σταθούν απέναντι στην Κίνα, ύστερα από χρόνια αδράνειας, οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να διατηρήσουν τη δυναμική που έδωσε η εντολή αυτή.
Ο Μάρος Σέφκοβιτς, ο Ευρωπαίος επίτροπος Εμπορίου, συναντήθηκε νωρίτερα αυτή την εβδομάδα με τον Κινέζο ομόλογό του, Ουάνγκ Γουεντάο, για να συζητήσουν τρόπους επαναεξισορρόπησης του διμερούς εμπορίου.
Πέρυσι, η Ένωση κατέγραψε ένα τεράστιο εμπορικό έλλειμμα 360 δισ. ευρώ με την Κίνα. Ήταν η πρώτη φορά που και τα 27 κράτη‑μέλη κατέγραψαν αρνητικό ισοζύγιο.
Μετά τη συνάντηση, ο Σέφκοβιτς έθεσε προθεσμία στην Κίνα να παρουσιάσει «τα πρώτα απτά αποτελέσματα» έως τον Οκτώβριο. Παραδέχθηκε ότι «δεν θα λυθούν όλα» μέχρι τότε, αλλά εξέφρασε την πεποίθηση ότι θα υπάρχει «επαρκής χρόνος» για να γίνει η διαφορά.
«Η τάση αυτή δεν είναι βιώσιμη και η διατήρηση του status quo δεν αποτελεί επιλογή», δήλωσε ο Σέφκοβιτς μετά τη συνάντηση, την οποία περιέγραψε ως «εντατική, στοχευμένη και εποικοδομητική».
Ο Μπερντ Λάνγκε, πρόεδρος της επιτροπής διεθνούς εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, έχει δηλώσει ότι η προθεσμία του Οκτωβρίου «δεν είναι καθόλου ρεαλιστική» αν οι Βρυξέλλες θέλουν να εξασφαλίσουν δεσμευτικές παραχωρήσεις.