Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Ο Ευκλ. Τσακαλώτος για το «ναυάγιο» στις διαπραγματεύσεις και την επόμενη ημέρα

Access to the comments Σχόλια
Από Efi Koutsokosta
Ο Ευκλ. Τσακαλώτος για το «ναυάγιο» στις διαπραγματεύσεις και την επόμενη ημέρα

Απαντώντας στα δημοσιεύματα και αναφορές σχετικά με τη στάση της ελληνικής αποστολής στη διαπραγμάτευση του Σαββατοκύριακου στις Βρυξέλλες, ο συντονιστής της ελληνικής ομάδας πολιτικής διαπραγμάτευσης και αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών κύριος Ευκλείδης Τσακαλώτος απάντησε διαψεύδοντας τις φήμες ότι η ελληνική αποστολή αποχώρησε.

Η πραγματικότητα, όπως τόνισε, είναι ότι ήρθαν αντιμέτωποι με μία ομάδα που δεν είχε την εντολή να διαπραγματευτεί όπως οι ίδιοι είπαν. Παράλληλα, ο κ. Τσακαλώτος επανέλαβε ότι «εμείς παραμένουμε έτοιμοι να διαπραγματευτούμε με μία ομάδα που θα έχει τέτοια εντολή».

Όσον αφορά το περιεχόμενο των συζητήσεων του Σαββατοκύριακου, ο κ. Τσακαλώτος είπε ότι αυτές αφορούσαν δημοσιονομικά θέματα.

«Δεν υπάρχει διαφωνία με τους θεσμούς στο δημοσιονομικό κενό για το 2015. Επικεντρωθήκαμε στο δημοσιονομικό κενό για το 2016» είπε σχετικά και εξηγεί.

«Οι θεσμοί εκτιμούν ότι το δημοσιονομικό κενό για το 2016 αγγίζει το 2,5% του ΑΕΠ και θα πρέπει να καλυφθεί μόνο με παραμετρικά μέτρα που είναι πιο εύκολο να υπολογιστούν όπως για παράδειγμα αύξηση των φόρων.
Η ελληνική κυβέρνηση από την πλευρά της εκτιμά το δημοσιονομικό κενό στο 1,65% του ΑΕΠ αλλά ως συμβιβαστική λύση προτείναμε παραμετρικά μέτρα της τάξης του 2% του ΑΕΠ».

Σύμφωνα με τον κύριο Τσακαλώτο, η ελληνική πλευρά πρότεινε παράλληλα έναν συμβιβασμό όσον αφορά τη διαφορά του 0,5% στα μέτρα που ζήτησαν οι θεσμοί και αυτών που πρότεινε η ίδια.

Η ελληνική πλευρά, λοιπόν, είπε ότι θεωρεί λογικό το κενό αυτό να καλυφθεί με μέτρα διοικητικού χαρακτήρα όπως για παράδειγμα μέτρα κατά της φοροδιαφυγής, που ήδη είχε παρουσιάσει και άγγιζαν τα 2,3 δισ. ευρώ ή με την ελαφρά υποχώρηση των θεσμών όσον αφορά την εκτίμηση του δημοσιονομικού κενού.

«Φυσικά θα μπορούσαμε να έχουμε συμφωνήσει με έναν συνδυασμό των δύο παραγόντων» πρόσθεσε.

Στη συνέχεια, εξήγησε ότι οι θεσμοί αρνούνται τη χρήση μέτρων διοικητικού χαρακτήρα για την κάλυψη του δημοσιονομικού κενού γιατί τα θεωρούν αμφιβόλου αποτελέσματος και πρόσθεσε ότι «αυτό είναι φοβερό από τη στιγμή που ήδη η ελληνική κυβέρνηση έχει συλλέξει 500 εκατομμύρια ευρώ από τη ρύθμιση των δόσεων για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές».

Παράλληλα, τονίζει, «επιμένουν ότι τα παραμετρικά μέτρα θα πρέπει να ενσωματώνουν ένα μεγάλο ποσό από περικοπές συντάξεων που να αντιστοιχεί στο 1% του ΑΕΠ. Αυτή είναι τρομερή απάιτηση για μία χώρα όπου οι συντάξεις έχουν συρρικνωθεί τα τελευταία 5 χρόνια και τα 2/3 των συνταξιούχων λαμβάνουν συντάξεις στο όριο ή κάτω από το όριο της φτώχειας σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Σημειώνεται επίσης ότι στην Ελλάδα μία ολόκληρη οικογένεια μπορεί να ζει από μία σύνταξη δεδομένου ότι το ποσοστό της ανεργίας αγγίζει το 27% και για τους νέους ξεπερνά το 60%».

Καταλήγοντας έστειλε το δικό του μήνυμα προς τους Ευρωπαίους.

«Η ελληνική κυβέρνηση έχει παλέψει και θα συνεχίζει να παλεύει για έναν έντιμο συμβιβασμό. Είναι πλέον στο χέρι των Ευρωπαίων εταίρων μας να αποφασίσουν εάν μετά από έξι χρόνια ύφεσης, προτεραιότητα θα πρέπει να είναι ένα ισχυρό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, της εξουσίας των ελίτ, και των παθογενειών της δημόσιας διοίκησης ή περισσότερα υφεσιακά μέτρα, περισσότερες μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις. Είναι επίσης καιρός για την Ευρώπη να αποφασίσει εάν μπορεί να περιλαμβάνει μία κυβέρνηση και έναν λαό που έχουν θέσει κοινωνικές και οικονομικές προτεραιότητες εν μέρει διαφορετικές από τις κυρίαρχες. Είναι επομένως καιρός να δούεμ έαν ο πλουραλισμός, η δικαιοσύνη και η δημοκρατία παραμένουν ευρωπαϊκές αξίες που αξίζει να τις διατηρήσουμε».