Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Περιμένοντας να ανταμώσουν ξανά - Η συγκλονιστική ιστορία μιας οικογένειας Σύρων προσφύγων

Access to the comments Σχόλια
Από Euronews
Περιμένοντας να ανταμώσουν ξανά - Η συγκλονιστική ιστορία μιας οικογένειας Σύρων προσφύγων

Μια φωτογραφία από την Ειδομένη στάθηκε αφορμή να δει το φως της δημοσιότητας η συγκινητική ιστορία μιας οικογένειας προσφύγων από την Συρία.

Την τράβηξε ο φωτορεπόρτερ του ΑΠΕ-ΜΠΕ, Γιάννης Κολεσίδης, και έκανε τον γύρο του κόσμου.

Απεικόνιζε τον Σύρο πρόσφυγα Νιντχάλ αλ-Χαρφού, 36 ετών, και τις δύο κόρες του, την επτάχρονη Χαντέρ και την εξάχρονη Χαράμ, να κουβαλούν τα υπάρχοντά τους στη διάρκεια της αστυνομικής επιχείρησης εκκένωσης της Ειδομένης.

Σύμφωνα με τον φωτορεπόρτερ, ο οποίος διηγείται την ιστορία της οικογένειας, «η δημοσίευσή της φωτογραφίας στο πρωτοσέλιδο των New York Times και άλλες εφημερίδες ανά τον κόσμο, στάθηκε αφορμή για να βρεθεί σπίτι για την οικογένεια στη Νέα Καρβάλη Καβάλας».

Ρόλο – κλειδί είχε η ισπανίδα εθελόντρια, Άνγκι Καραμπάσα, που είχε γνωρίσει τον πατέρα με τις κόρες του στην Ειδομένη, τους αναγνώρισε, ρώτησε να μάθει που είχαν μεταφερθεί και τελικά κατόρθωσε να τους βρει σπίτι, μέσω της οργάνωσης Himaya.

Ο πόλεμος χώρισε μια ευτυχισμένη οικογένεια

Ο 36χρονος Νιντχάλ ζούσε με την γυναίκα του και τα παιδιά τους στην πόλη Σβέντα της Συρίας,

Εργαζόταν ως δάσκαλος αερόμπικ και πιλάτες, είχε δίπλωμα μασάζ και δίδασκε σε δημόσια σχολεία.

Μετά από τέσσερα χρόνια πολέμου κλήθηκε να λάβει μια πολύ δύσκολη απόφαση: να στείλει εκτός συνόρων τη γυναίκα και τα παιδιά του για να σωθούν.

Αν όμως υπέγραφε για να αποκτήσουν τα παιδιά του διαβατήριο υπήρχε άμεσος κίνδυνος να έμπαινε στο στόχαστρο των αρχών και να τον καλούσαν στο στρατό.

Τελικά αποφάσισε να αφήσει τη γυναίκα του να φύγει για την Ευρώπη και να αναλάβει μόνος του την φροντίδα των παιδιών.

Στις 22 Νοεμβρίου 2015 η γυναίκα του Ουάφα εγκατέλειψε την Συρία και μετά από ένα μακρύ ταξίδι κατάφερε να φτάσει στην Γερμανία.

Όταν η κατάσταση χειροτέρεψε, ο Νιντχάλ πούλησε το σπίτι του για 4.000 δολάρια και την 1 Μαρτίου 2016, μαζί με τις κόρες του, ξεκίνησε το μακρύ ταξίδι.

Όταν έφτασε στην Λέσβο του είχαν απομείνει μόλις 150 ευρώ.

Για τους επόμενους μήνες, με κλειστά τα σύνορα προς την Ευρώπη, οι τρεις τους ζούσαν στα λασπόνερα της Ειδομένης. Έκαιγαν ξύλα έξω από τη σκηνή τους, περίμεναν στην ουρά για το συσσίτιο.

Σήμερα, ο Νιντχάλ και οι κόρες του ζουν μαζί με άλλους τρεις Σύρους και ένα νεογέννητο, στο σπίτι που τους νοικιάζει η ισπανική οργάνωση Himaya. Μπορεί να μην υπάρχουν πολλές ανέσεις, αλλά τους παρέχονται τα βασικά. Το ενοίκιο του σπιτιού, το ηλεκτρικό, το νερό και το ίντερνετ είναι πληρωμένα, και επιπλέον τους δίνονται 200 ευρώ το μήνα.

Με αυτά αγοράζουν τα απαραίτητα. Ρύζι, γάλα, μακαρόνια, είδη προσωπικής υγιεινής.

Όπως επισημαίνει ο φωτορεπόρτερ Γιάννης Κολεσίδης, που διατηρεί επαφές με την οικογένεια:
«Ο πατέρας κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να καλύψει το κενό από την απουσία της μητέρας. Το βράδυ ανταλλάσσει μηνύματα με τη γυναίκα του, ελπίζοντας σε γρήγορη αντάμωση. Του λείπει πολύ και τα κορίτσια συνεχώς τον ρωτούν για τη μητέρα τους. Όμως, ο χρόνος κυλάει αργά…

Ο Νιντχάλ θα έχει την πρώτη του συνέντευξη για αίτηση ασύλου στην Ελλάδα τον Φεβρουάριο του 2017. Μετά, θα πρέπει να περιμένει την ένταξή του στο πρόγραμμα μετεγκατάστασης, αναμένοντας τη στιγμή που θα αντικρίσει ξανά τη γυναίκα του και επιτέλους τα παιδιά του θα «χαθούν» στην αγκαλιά της μητέρα τους».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ