Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

Τα πέντε φιλμ που διεκδικούν το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας

euronews_icons_loading
Τα πέντε φιλμ που διεκδικούν το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Οι ταινίες που διεκδικούν φέτος το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας είναι οι εξής:

Πρώτη και καλύτερη «Ο Εμποράκος» του Ασγκάρ Φαραντί, ο οποίος αύξησε τις πιθανότητες να πάρει το Χρυσό αγαλματίδιο, καθώς δεν θα παρευρεθεί στην τελετή, εξαιτίας του αντιμεταναστευτικού διατάγματος του Τραμπ, μποϊκοτάροντας τη διοργάνωση.

Ο ιρανός σκηνοθέτης έχει κερδίσει ξανά το Όσκαρ, το 2012 για το «Ένας χωρισμός». Ο ίδιος επισημαίνει:

«Δεν θέλω το κοινό μου να αναμένει για κάθε ταινία που κάνω, να μαζεύω και τον μέγιστο αριθμό βραβείων ή ότι πρέπει απαραίτητα να παίρνω βραβεία. Είναι ένας περιορισμός για μένα».

Το μεγάλο φαβορί είναι όμως το «Toni Erdmann» της Μάρεν Άντε, που έσκισε στα φετινά Ευρωπαϊκά Κινηματογραφικά Βραβεία.

«Ο κύριος Όβε», η δραματική κωμωδία του Χάνες Χολμ είναι η σουηδική συμμετοχή στην κατηγορία.

Ο Όβε είναι ένας 59χρονος γκρινιάρης, εριστικός, καταθλιπτικός τύπος. Γι’ αυτό και όταν δεν προσπαθεί ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει, ο Όβε περνάει τη μέρα του παρακολουθώντας τους γείτονές του, μαλώνοντας και κάνοντάς τους συνεχώς υποδείξεις.

Η γειτονική Δανία δίνει και αυτή το παρών με την δραματική παραγωγή «Land of Mine» του Μάρτιν Ζέντβλιτ. Πρόκειται για μια ομάδα γερμανών αιχμαλώτων πολέμου, που καλούνται να αποναρκοθετήσουν μια περιοχή της Δανίας, στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η πρώτη υποψηφιότητα της Αυστραλίας στα Όσκαρ είναι τέλος το «Tanna» των Μάρτιν Μπάτλερ και Μπέντλεϊ Ντιν. Πρόκειται για μια δραματική ταινία, μια σύγχρονη ερωτική ιστορία στο ομώνυμο νησί, του Νότιου Ειρηνικού

«Cementary»: Ψάχνοντας τη ζωή και την ομορφιά στα νεκρά σημεία της πόλης

«Cementary»: Ψάχνοντας τη ζωή και την ομορφιά στα νεκρά σημεία της πόλης
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Έχοντας στο μικροσκόπιό της μόνιμα την πόλη και τους κατοίκους της, η Πατρίσια Απέργη και η ομάδα χορού Αερίτες μελετά αυτή τη φορά τρόπους επανακατοίκησής της, από όλους αυτούς που ζουν στις παρυφές της, από τους νέους που τους έχουν αρνηθεί το μέλλον τους. Ακριβώς επειδή και η ίδια αισθάνεται ότι της έχουν αρπάξει το μέλλον και τις προοπτικές της, σκιαγραφεί αυτό το ιδιότυπο «Cementary», το τσιμεντένιο νεκροταφείο που ζούμε σήμερα, ανοίγοντας με τον τρόπο της μια χαραμάδα φωτός και αισιοδοξίας για το αύριο.

Αυτός είναι ο τίτλος της νέας της δουλειάς που παρουσιάζει στην Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, 1-3 Μαρτίου. Θέμα της η Αθήνα, μια οποιαδήποτε μητρόπολη, που στέκει νεκρή, σιωπηλή. Οι άστεγοι είναι αυτοί που κατοικούν τα νεκρά σημεία της, που βολεύουν άβολα το σώμα τους σε διάφορες γωνιές της. Αυτή η μάχη του να μπεις, να χωρέσεις, να αντέξεις είναι αυτό που τη γοητεύει. Αυτό που πάει κόντρα στο ανθρώπινο σώμα είναι ο πυρήνας έμπνευσής της. Γι’ αυτό στον τωρινό προβληματισμό της, εντάσσεται και το μπαλέτο, καθώς ο χορός αυτός είναι βασανιστικός για το ανθρώπινο σώμα και την οργανικότητά του. Μήπως από αυτή τη δυσκολία, από αυτή την αντίσταση που βρίσκει το σώμα, δημιουργηθεί μια νέα συνθήκη ύπαρξης και αντίδρασης στο μέλλον; Αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα του έργου. Πώς από τη σημερινή δυστοπία μπορεί να γεννηθεί η ποιητικότητα και η ομορφιά του αύριο.

Αssociate artist στο περίφημο Maison De La Danse της Λυών για το 2016-17, η χορογράφος μας μιλά για αυτή τη νέα της δουλειά, η οποία θα ταξιδέψει το επόμενο διάστημα σε Γαλλία και Πορτογαλία.

-Πότε ξεκίνησες το συγκεκριμένο έργο;

Ξεκινήσαμε να δουλεύουμε αυτό το έργο το καλοκαίρι που μας πέρασε, σε ένα residency στην Πορτογαλία. Κάναμε δύο μήνες στο Γκιμαράες της Πορτογαλίας και μετά ένα μήνα στο Μοντεμόρ, σε ένα μοναστήρι, πάνω σε ένα βουνό, έξω από τη Λισσαβόνα. Εκεί μας παραχώρησαν ένα black box, για να εργαστούμε. Ξεκινήσαμε να δουλεύουμε διάφορες ιδέες και tasks πάνω στο έργο. Είχε πολύ ενδιαφέρον γιατί ήμασταν μέσα στη φύση και το έργο μας μιλά για τις μητροπόλεις και την επανακατοίκησή τους. Αυτή η αντίθεση έδωσε πολλά πράγματα στην ομάδα, γιατί όπως και να το κάνουμε είμαστε όλοι παιδιά της πόλης. Δημιουργήθηκε ένας ενδιαφέρων διάλογος μεταξύ του περιβάλλοντος εκεί και του θέματός μας.

-Τι είναι αυτός ο συνδυασμός του τσιμέντου με το νεκροταφείο;

Ξεκινάμε από μια δυστοπία για να πάμε σε έναν τόπο πιο αισιόδοξο, όπου υπάρχει ελπίδα. Η δυστοπία έχει να κάνει με την πεποίθησή μου ότι ανήκουμε σε μια γενιά, που μας έχουν κλέψει το μέλλον. Ήθελα λοιπόν να ανοίξω ένα παράθυρο αισιοδοξίας, να μας δώσω μια προοπτική. Δεν αναφέρομαι σε μια ουτοπία, ούτε πιστεύω ότι τα πράγματα θα γίνουν ποτέ ροζ. Όμως μέσα από αυτή τη δυσμένεια και την δυσκολία, στην οποία βρισκόμαστε, θέλουμε να δούμε αν υπάρχουν κάποιες συνθήκες, τις οποίες μπορούμε να τις μετατρέψουμε κάνοντάς τες δύναμή μας. Αρχικά αυτό που με ενδιέφερε ήταν να μην σχολιάσω μέσω της δουλειάς μου αυτό που ζούμε σήμερα, αλλά να μπορέσουμε να ονειρευτούμε το αύριο.

-Ζούμε σε ένα νεκροταφείο σήμερα;

Να αυτό πιστεύω. Θεωρώ ότι θα γίνει ακόμη πιο τσιμέντο και νεκροταφείο στα επόμενα χρόνια. Κοίταξε τι συμβαίνει με τις μητροπόλεις. Αν κοιτάξουμε την Αθήνα του σήμερα, σίγουρα βλέπουμε μια νεκρή πόλη. Και όταν λέμε νεκρή πόλη, εννοώ ότι έχει ζωντανούς «νεκρούς». Το «Cementary» είναι για μένα λοιπόν μια πόλη του μέλλοντος. Ήθελα να δημιουργήσουμε μια κοινωνία στη σκηνή, που να μην απέχει πολύ από τη σημερινή, αλλά χρησιμοποιεί τα παραδείγματά της για να δει πώς θα μπορέσει να τα μετατρέψει στο αύριο. Η βασική μου ιδέα σε σχέση με αυτό ήταν να επισκεφτώ ξανά το αστικό περιβάλλον, όπως είχαμε κάνει στο «Era Povera» και λίγο με τους «Πλάνητες», αλλά με διαφορετικό τρόπο: αυτή τη φορά μέσα από το πρίσμα των αστέγων. Είναι ένα φαινόμενο που δυστυχώς στην Αθήνα έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις στις μέρες μας. Εγώ εστιάζω στο πώς αυτοί οι άνθρωποι επαναχρησιμοποιούν με έναν τρόπο, γωνιές της πόλης, που είναι νεκρές, άχρηστες για τους υπόλοιπους ανθρώπους. Είναι σημεία που δεν προορίζονται για το ανθρώπινο σώμα, γιατί είναι στενά, άβολα. Δεν αναλογούν στα τετραγωνικά που χρειάζεται ένα ανθρώπινο σώμα. Αυτό που με εντυπωσιάζει είναι πώς το ανθρώπινο σώμα βρίσκει τελικά τον τρόπο να προσαρμοστεί σ’ αυτές τις αντίξοες συνθήκες. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ευχάριστο. Απλά αυτοί οι άνθρωποι καταφέρνουν να μετατρέψουν αυτά τα άβολα τετραγωνικά σε σπιτικό. Αυτό για μένα είναι μια δημιουργία. Έχει ενδιαφέρον πώς κάτι τόσο νεκρό, μπορεί να μετατραπεί σε σπιτικό, κάτι δηλαδή που έχει ζωή.

-Οπότε έχουμε έξι αστέγους στη σκηνή;

Όχι. Αυτή ήταν η βασική μου κινητική έρευνα. Η δική μου οπτική στα πράγματα: πώς αυτοί οι άνθρωποι μέσα από όλη αυτή την ένδεια και την καταπίεση, υπάρχουν, κατοικούν την πόλη μας. Αυτή είναι η μία αφορμή για το κινητικό λεξιλογίο που χρησιμοποίησα. Η δεύτερη είναι το μπαλέτο. Το μπαλέτο είναι κάτι που πάει κόντρα στο ανθρώπινο σώμα και την οργανικότητά του. Στο μπαλέτο υπάρχει πολύς πόνος και το λέω από προσωπική εμπειρία. Καταφέρνει να δημιουργήσει όμως τελικά κάτι πολύ όμορφο. Κάτι όμορφο όχι μόνο γι’ αυτόν που το βλέπει, αλλά και γι’ αυτόν που το χορεύει. Αυτό που με γοήτευσε είναι η δυνατότητα προσαρμογής που έχει το ανθρώπινο σώμα. Μπορεί αυτό στο μέλλον να είναι η δική μας ομορφιά. Από τη σημερινή συνθήκη, μπορεί να δημιουργηθεί μια ενδιαφέρουσα, ιδιαίτερη ομορφιά, που θα έχει προκύψει από μια αλήθεια, από ένα γεγονός. Αν το σώμα καταφέρει να επιβιώσει από αυτές τις συνθήκες, η διαδικασία επούλωσης από τα τραύματα και τις αντίξοες συγκυρίες είναι για μένα πολύ γοητευτική και όμορφη. Ότι μπορεί δηλαδή τη δυσλειτουργία να την μετατρέψει σταδιακά σε δύναμη. Στην παράσταση θα δούμε λοιπόν έξι ανθρώπους που ζουν σε μια αυριανή κοινωνία, οι οποίοι χρησιμοποιούν αυτό που συμβαίνει σήμερα, μετουσιώνουν στο σώμα τους αυτή την δύσκολη, ανισόρροπη εμπειρία. Από τη σημερινή λοιπόν δυστοπία μπορεί να γεννηθεί η ποιητικότητα και η ομορφιά του αύριο. Αυτό είναι για μένα το πιο ελπιδοφόρο κομμάτι. Δεν σημαίνει όμως σε καμιά περίπτωση ότι στο μέλλον θα είμαστε όλοι καλά και θα είμαστε ισορροπημένοι. Το θέμα πώς μέσα από μας και το σώμα μπορεί να επέλθει μια ισορροπία, ακόμη κι αν σήμερα αυτό φαντάζει ανισόρροπο.

-Από πού αντλείς την αισιοδοξία σου, όταν βιώνουμε όλες αυτές τις καταστάσεις σήμερα;

Αισθάνομαι ότι είναι μονόδρομος. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Ο λόγος που συνεχίζουμε και παλεύουμε για τα πράγματα, είναι ότι μέσα μας αισθανόμαστε ότι μπορούμε να διεκδικήσουμε το μέλλον, που μας αρμόζει. Δεν θα έχουμε αυτό που ονειρευόμαστε, αλλά κάτι που αξίζει να διεκδικήσουμε. Δεν μπορούμε να αισθανόμαστε εκ των προτέρων ηττημένοι σ’ αυτόν τον αγώνα και σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να καταθέσουμε τα όπλα. Εγώ γι’ αυτή την ήττα θέλω να μιλήσω. Δεν χρειάζεται να κάνουμε την παραδοχή, αποδοχή, αυτό το δώρο σε κανένα. Αυτή η αντίσταση είναι προσωπική ανάγκη. Είναι προσωπική ανάγκη για μένα να βρω έστω και μια αχτίδα φωτός σε όλη αυτή τη μαυρίλα και την σκοτεινιά. Αλλιώς δεν μπορώ να ζήσω. Θέλω να μπορώ να με φαντάζομαι μετά από είκοσι χρόνια, ακόμη κι αν δεν έχω δουλειά ή σύνταξη. Το θέμα είναι να έχουμε δύναμη και αντοχή στις αντιξοότητες. Το επικίνδυνο σήμερα είναι η παραίτηση, η εγκατάλειψη του αγώνα, η αποδοχή της ήττας, μέσα από την ταπείνωση, την ντροπή. Είναι αισθήματα και καταστάσεις που ο καθένας μας τα διαχειρίζεται πολύ δύσκολα.

-Η πόλη και οι κάτοικοί της έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στα έργα σου. Πώς μπορεί κατά τη γνώμη σου να επανακατοικηθεί σήμερα; Πώς μπορούν οι κάτοικοί της να έχουν μια αξιοσέβαστη ζωή και να μην κοιμούνται σε κούτες και παγκάκια;

Δεν έχω κάποια λύση. Για μένα έχει να κάνει πολύ με το να συνεχίζουμε να πιστεύουμε σε έννοιες, ιδέες. Να μην δεχόμαστε ό,τι μας σερβίρουν και να αγωνιζόμαστε για να αλλάξουμε την άσχημη καθημερινότητα όχι μόνο της δικής μας ζωής, αλλά και των συνανθρώπων μας. Δεν μπορούμε να αποδεχτούμε αυτό που συμβαίνει γύρω μας, γιατί αν συμβιβαστούμε, έχουμε χάσει το παιχνίδι. Μπορεί να ακούγεται ρομαντικό όλο αυτό, αλλά δεν είναι. Έχει να κάνει με την προσωπική μάχη του καθενός, η οποία στη συνέχεια μπορεί να μετατραπεί σε συλλογική διεκδίκηση. Πέρα από την αντίσταση, χρειάζεται αλληλεγγύη και αλληλοβοήθεια. Μπορεί τα πράγματα να είναι μαύρα, αν δούμε τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη και την Αμερική, αλλά δεν πρέπει να το βάλουμε κάτω.

-Όσον αφορά το τελικό κινητικό λεξιλόγιο που χρησιμοποιείς σ’ αυτή τη δουλειά, θα δούμε μια «εξέλιξη» όσων ξέρουμε μέσα από τους «Πλάνητες» και το «Era Povera»;

Όχι. Για μένα το «Cementary» είναι μια πολύ διαφορετική δουλειά. Έχει άλλη πρόθεση και διαφορετικό τρόπο προσέγγισης. Είναι η πρώτη φορά που θέλω να μιλήσω για κάτι που δεν υπάρχει και όχι για κάτι που υπάρχει. Δυσκολευτήκαμε λοιπόν με την ομάδα να γεννήσουμε, να δημιουργήσουμε ένα νέο σώμα. Αυτό το νέο σώμα απέχει πάρα πολύ από αυτό που με ενδιέφερε και με εξέφραζε μέχρι τώρα. Έχει τελείως άλλους κανόνες και τρόπους. Χρησιμοποιώ πολλή λιγότερη ενέργεια, είναι λιγότερο εξωστρεφές. Είναι κάτι πιο βαθύ, γιατί έχει προέλθει μέσα από πολύ πόνο. Έχουμε δημιουργήσει μια εντελώς αντίστροφη συνθήκη στο σώμα, το οποίο έχει να αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες. Δεν του επιτρέπουμε να χρησιμοποιήσει όλο του το εύρος και όλους τους τρόπους για να εκφραστεί. «Μιλάει» από πολύ πιο μικρά σημεία του. Ήθελα να στρίψω την κινητική μας προσέγγιση και τη γλώσσα που έχουμε υιοθετήσει μέχρι σήμερα. Είναι κάτι πολύ καινούργιο και ενδιαφέρον για μένα. Με ξεβόλεψε.

-Μας λείπει η ομορφιά σήμερα;

Πάρα πολύ. Γι’ αυτό και είχα την ανάγκη της δημιουργίας αυτής της παράστασης. Αισθάνομαι ότι μέσα στη συνθήκη που ζούμε, δε μπορούμε να μιλήσουμε σήμερα για μια απολλώνια ομορφιά, που έχει ηρεμία και καθαρές γραμμές. Ζούμε μια χαοτική κατάσταση. Χρειάζεται να την επανεφεύρουμε, γιατί δεν μπορούμε να ζήσουμε μέσα στα σκατά, πρέπει να ξαναβρούμε την ηρεμία μας. Πρέπει να καταφέρουμε να δημιουργήσουμε ομορφιά στις συνθήκες που ζούμε. Είναι μια διαδικασία που προσφέρει δύναμη. Είναι ζωογόνα.

-Τα τελευταία χρόνια, είσαι αρκετά συχνά στο εξωτερικό, παρουσιάζοντας τις χορογραφίες σου. Τι σου έχει προσφέρει αυτή η εμπειρία;

Πάρα πολλά. Γιατί χάρις σ’ αυτό, μπορώ ακόμη να δουλεύω και να δημιουργώ νέες παραγωγές. Κάνω αυτό που αγαπώ, με πολύ κόπο βέβαια. Αλλιώς δεν θα γινόταν. Νιώθω πολύ τυχερή σ’ αυτό το επίπεδο, εφόσον δεν υπάρχει καμιά στήριξη από τη χώρα μου. Χαίρομαι που υπάρχουν εκεί έξω κάποιοι άνθρωποι που αναγνωρίζουν μια γλώσσα, έναν τρόπο σκέψης και έκφρασης κάποιων καλλιτεχνών από μια χώρα και μας καλούν να παρουσιάσουμε τη δουλειά μας. Μας δίνουν τη δυνατότητα να έχουμε διάλογο με πολύ διαφορετικό κόσμο στα ταξίδια που κάνουμε. Είναι τεράστιο το κέρδος. Μας δίνει τρομερή δύναμη τόσο σε προσωπικό, όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο και σου ανοίγει πολύ παραπάνω το μυαλό.

112 δευτερόλεπτα με την Πατρίσια Απέργη για το Cementary, τη νέα παραγωγή της from SGT | OCC on Vimeo.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Σύλληψη & Χορογραφία: Πατρίσια Απέργη

Δραματουργία: Roberto Fratini

Μουσική σύνθεση: Βασίλης Μαντζούκης

Σκηνικά: Δημήτρης Νασιάκος

Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος

Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα

Βοηθός Χορογράφου: Δήμητρα Μητροπούλου

Χορευτές: Εύα Γεωργιτσοπούλου, Νώντας Δαμόπουλος, Χαρά Κότσαλη, Γιώργος Μιχελάκης, Ιωάννα Παρασκευοπούλου, Ηλίας Χατζηγεωργίου

Καλλιτεχνικοί Συνεργάτες: Adrian Kolaritz, Δήμητρα Μερτζάνη

Εκτέλεση Παραγωγής: Ρένα Ανδρεαδάκη

Παραγωγή: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση

Συμπαραγωγή/Residencies: Maison de la Danse / European pole of creation (Λυών, Γαλλία), Centro de Criação de Candoso (Γκιμαράες, Πορτογαλία), O Espaco do Tempo (Μοντεμόρ, Πορτογαλία)

Με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού

«Cementary»: Ψάχνοντας τη ζωή και την ομορφιά στα νεκρά σημεία της πόλης