Euronews is no longer accessible on Internet Explorer. This browser is not updated by Microsoft and does not support the last technical evolutions. We encourage you to use another browser, such as Edge, Safari, Google Chrome or Mozilla Firefox.

Έκτακτη είδηση

Έκτακτη είδηση

Πολωνία: Μια χώρα βαθιά εξαρτημένη από τον άνθρακα

Πολωνία: Μια χώρα βαθιά εξαρτημένη από τον άνθρακα
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Το όμορφο χωριό Βίτκοφ βρίσκεται στην κοιλάδα του Λίμπερετς στην Τσεχία. Η ζωή εδώ φαίνεται να είναι πολύ γαλήνια για τους εκατό κατοίκους. Τα πράγματα δεν είναι τόσο ήσυχα, όσο φαίνονται. Οι κάτοικοι ανησυχούν. Η Μαρί Πιλάροβα είναι πρώην διευθύντρια του νηπιαγωγείου του χωριού:

«Πριν είχαμε εδώ ένα μέτρο νερό. Πέρσι όμως η στάθμη έπεσε πολύ και αυτό το ρυάκι έχει σχεδόν ξεραθεί».

Οι μελέτες δείχνουν ότι αυτό οφείλεται στην υπερθέρμανση του πλανήτη, αλλά και στο πολωνικό λιγνιτωρυχείο του Τούροφ, στην άλλη πλευρά των συνόρων. Η τεράστια κατανάλωση νερού που γίνεται εκεί, απειλεί τα υπόγεια υδάτινα κοιτάσματα όλης της περιοχής. Οι κάτοικοι του Βίτκοφ ανησυχούν. Πρέπει να φτιάξουν ακόμη βαθύτερα πηγάδια για να έχουν πόσιμο νερό.

«Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουν όλοι τα χρήματα για να φτιάξουν νέα πηγάδια. Εάν οι άνθρωποι εδώ δεν έχουν νερό, θα φύγουν και η περιοχή θα μαραζώσει» εξηγεί ο δάσκαλος Κάρελ Ρέχακ, κάτοικος του Βίτκοφ.

Κατευθυνόμαστε στην Μπογκατίνια, στη δυτική Πολωνία. Γειτονεύει με το Τούροφ, όπου βρίσκεται το ορυχείο και το θερμοηλεκτρικό εργοστάσιο. Η πόλη οφείλει την ευημερία της στον άνθρακα. Αλλά αυτό έχει το τίμημά του. Το συγκεκριμένο εργοστάσιο είναι ανάμεσα στις πέντε πιο ρυπογόνες μονάδες στην Ευρώπη, όσον αφορά στην παραγωγή CO2.

Αυτή η γειτονιά βρίσκεται δίπλα στο εργοστάσιο του Τούροφ. Έχουμε ραντεβού με έναν από τους κατοίκους. Όπως πολλοί στην Μπογκατίνια, δουλεύει στον τομέα ενέργειας, αλλά δεν θέλει να τον αναγνωρίσουν:

«Η εξαγωγή και η καύση άνθρακα προκαλεί πολλά προβλήματα υγείας, ειδικά εξαιτίας της σκόνης άνθρακα και των λεπτών σωματιδίων που μας πνίγουν. Συνήθως υπερβαίνουν τα επίπεδα ασφαλείας. Το αισθανόμαστε στο στόμα μας, στα μάτια μας, στη μύτη μας. Το βλέπουμε παντού γύρω μας».

Το χιόνι γίνεται μαύρο το χειμώνα. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει καταδικάσει την Πολωνία για την κακή ποιότητα του αέρα της και τη βιομηχανία εξορύξεών της για τη χρήση άνθρακα για θέρμανση και μαγείρεμα στο 40% των νοικοκυριών της.

Βρεθήκαμε στο Κατοβίτσε, την πρωτεύουσα της Σιλεσίας που έγινε η Παγκόσμια Σύνοδος για το κλίμα. Αυτοί οι ακτιβιστές προσπαθούν να ενημερώσουν τον κόσμο. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Γραφείο Περιβάλλοντος, η μόλυνση σκοτώνει περίπου 50.000 ανθρώπους το χρόνο, στην Πολωνία. Ο Πάτρικ Μπιάλας μας επισημαίνει:

«Από τις 50 πιο μολυσμένες πόλεις στην Ε.Ε., οι 33 βρίσκονται στην Πολωνία. Και ο άνθρακας είναι μία από τις αιτίες της παγκόσμιας υπερθέρμανσης. Γι' αυτό πρέπει να αποδεσμευτούμε από τον άνθρακα».

Είναι μια μεγάλη πρόκληση για την Σιλεσία, που αποκαλείται το βασίλειο του άνθρακα της Πολωνίας. Στη βιομηχανία του άνθρακα υπάρχουν 85.000 άμεσες θέσεις εργασίας και τετραπλάσιες έμμεσες.

Το ανθρακωρυχείο στο Πιάστ, κοντά στο Κατοβίτσε είναι το μεγαλύτερο της Ευρώπης. Μας έδωσαν την άδεια να μπούμε λίγες μέρες πριν την COP24. Ήταν πολύ δύσκολο να φτάσουμε εδώ. Οι εταιρίες εξόρυξης είναι πολύ απρόθυμες να μιλήσουν στα ΜΜΕ, πριν τη σύνοδο. Φοβούνται ότι θα έχουν κακή δημοσιότητα.

Είναι το τέλος της βάρδιας για αυτούς τους άνδρες. Πέρασαν επτά ώρες στις στοές, 500 με 600 μέτρα κάτω από τη γη. Ο Ραντοσλάβ Βόιζναρ είναι ένας από τους 3500 εργαζόμενους. Είναι 29 ετών. Δουλεύει εδώ εννιά χρόνια. Η δουλειά είναι τρομερά κουραστική και επικίνδυνη, όπως μας λέει. Δεν έχει όμως άλλη επιλογή:

«Βλέπω αυτό το ορυχείο από το παράθυρο του σπιτιού μου σε όλη μου τη ζωή. Ο πατέρας μου δούλευε εδώ. Το ίδιο και οι παππούδες μου. Είναι μια παράδοση που πάει από γενιά σε γενιά. Μερικές φορές είμαι πραγματικό ράκος μετά τη δουλειά. Η μέση μου πονάει, τα γόνατα και τα πόδια μου το ίδιο. Αλλά έτσι είναι αυτή η δουλειά. Δεν μπορώ να σας το εξηγήσω, αλλά κάτι με τραβάει σ' αυτή τη δουλειά. Γι' αυτό συνεχίζω να δουλεύω στο ανθρακωρυχείο».

Φεύγοντας από τη δουλειά ο Ραντοσλάβ συναντά τον φίλο και γείτονά του Ντομινίκ Λάσιακ. Έχει ανοίξει ένα γραφείο δημοσίων σχέσεων και επικοινωνίας που ονομάζεται «Δημιουργικό Ορυχείο». Μαζί ξεκίνησαν ένα blog αφιερωμένο στα βουνά και τα χειμερινά σπορ:

«Αφού πρέπει να δουλεύω σε στενά τούνελ και στο σκοτάδι, η ανταμοιβή μου, στον ελεύθερο χρόνο μου είναι να βρίσκομαι σε ανοικτούς χώρους, στα βουνά και τις κορυφές».

Ο Ράντοσλαβ είναι και φωτογράφος. Για πολλά χρόνια απαθανάτιζε τη δουλειά των ανθρακωρύχων:

«Το βλέπω σαν καθήκον μου, γιατί ζω εδώ και δουλεύω σ' αυτό το ορυχείο. Θέλω να αναδείξω την παράδοση που έχουμε στα ορυχεία. Να την αποτυπώσω και να την προωθήσω, ώστε να μην ξεχαστεί».

Θεωρούν υποχρέωσή τους όμως να ασχοληθούν με το θέμα της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Αλλά δεν μπορεί να γίνει κάτι που θα είναι εις βάρος της κοινωνίας που ζουν.

«Αυτή η απλουστευτική εξομοίωση όσων διακινδυνεύουν τη ζωή τους για να βγάλουν άνθρακα με τους υπαίτιους της υπερθέρμανσης του πλανήτη είναι για μένα κοινωνικός ρατσισμός. Είναι απαράδεκτο. Πιστεύω ότι πρέπει να αλλάξουμε το μίγμα ενέργειας που χρησιμοποιούμε, μειώνοντας το ποσοστό του άνθρακα. Όλα όμως αυτά πρέπει να γίνουν με μια καλά σχεδιασμένη διαδικασία» τονίζει ο Ντομινίκ Λάσιακ, δημιουργός του γραφείου δημοσίων σχέσεων και επικοινωνίας που ονομάζεται «Δημιουργικό Ορυχείο».

Το τέλος του άνθρακα, ο οποίος αντιπροσωπεύει πάνω από το 80% της ενέργειας της χώρας είναι μια μακρινή προοπτική για την Πολωνία. Πέρα από την κατασκευή ενός νέου εργοστάσιου που θα χρησιμοποιεί άνθρακα στα βόρεια της χώρας, αρκετά ανθρακωρυχεία σχεδιάζουν να επεκταθούν στην Σιλεσία. Τα σχέδια επέκτασης του ανθρακωρυχείου δίπλα στο Πιάστ, στην πόλη Ιμιέλιν, ανησυχεί πολύ τους κατοίκους.

Ο πρώην πρόεδρος του ΔΣ του Ιμιέλιν, Τόμας Λάμικ θέλει να μας δείξει την καταστροφή που έχει προκαλέσει το υπάρχον ορυχείο, στο διπλανό χωριό:

«Εξαιτίας της υποχώρησης του εδάφους, τα κτίρια έχουν κλίση, τα σπίτια έχουν ρωγμές και σε μερικές περιπτώσεις έπρεπε να κατεδαφιστούν. Να εδώ υπάρχει μια ρωγμή. Υπάρχει έντονη εξορυκτική διαδικασία εδώ και 30 χρόνια. Φτιάχνουν τα κτίρια και αυτά καταστρέφονται και πάλι. Τα ξαναφτιάχνουν και αυτά βγάζουν ξανά ζημιές. Φαύλος κύκλος. Από την άλλη πλευρά, βλέπετε αυτή τη λίμνη με τα στάσιμα νερά. Το νερό συγκεντρώνεται και το ορυχείο δεν το απορροφά. Αυτό το δάσος έχει σταματήσει να ζει γιατί είναι κάτω από τη στάθμη του νερού».

Στην είσοδο του Ιμιέλιν, οι γραμμές του τρένου καταστράφηκαν, όταν υποχώρησε το έδαφος. Εδώ συναντούμε την Αλίσια Ζντζιέτσιβιτς. Μια δασκάλα που θέλει να σώσει την πόλη της:

«Αυτή η σιδηροδρομική γραμμή είναι το σύμβολο της πόλης μας, από την μία πλευρά. Είναι καθαρή και όμορφη. Υπάρχει και η άλλη πλευρά, που δείχνει τι μπορεί να μας συμβεί: τα σπίτια μας μπορούν να καταρρεύσουν, όπως και οι δεξαμενές πόσιμου νερού».

Ο μεγάλος φόβος του Τόμας και της Αλίσια είναι ότι σε μακροχρόνια βάση δεν θα μείνει κανείς κάτοικος εδώ. Στο τέλος της ημέρας συναντούμε στο Ιμιέλιν τον Μπάρτος Ταρκόφσκι και τη γειτόνισά του Άνα Ντρόμπικ. Η γειτονιά αυτή είναι μακριά από την περίμετρο του ορυχείου. Πίστευαν ότι είναι ασφαλείς. Έκαναν όμως λάθος:

«Υπάρχουν πολύ μεγάλες ρωγμές. Η κάσα της πόρτας έχει βουλιάξει. Και εδώ κάτω υπάρχει άλλη μια μεγάλη ρωγμή. Και αυτός ο τοίχος έχει σχιστεί εντελώς. Το πρώτο μου σοκ το θυμάμαι σαν να είναι σήμερα. Πρέπει να ήταν το τρίτο ή το τέταρτο βράδυ μας σ' αυτό το σπίτι. Όταν το σπίτι κουνήθηκε, πετάχτηκα από το κρεβάτι μου. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ ξανά. Ξαναέγινε πρόσφατα. Κουνηθήκαμε γερά.Ναι ήταν στις 20 Οκτωβρίου» εξηγεί ο Μπάρτος. Η Άνα Ντρόμπικ συμπληρώνει:

«Ήταν πάνω από 3 Ρίχτερ. Αντικείμενα που είχαμε στα ντουλάπια αναποδογύρισαν. Άνοιξαν τα ντουλάπια, τα συρτάρια βγήκαν έξω. Κρατούσαμε την τηλεόραση για να μην πέσει στο πάτωμα. Δεν έχουμε κάνει έργα υποστήριξης και ενίσχυσης στα σπίτια μας. Ξέρουμε ότι αν η εξόρυξη ξεκινήσει εδώ, στα 180 μέτρα, όπως ανέφεραν, τότε τα σπίτια μας θα εξαφανιστούν».

Ο Τόμας Λάμικ υπογραμμίζει: «Βασίζομαι στην βοήθεια της Ε.Ε., της οποίας οι πολιτικές για το κλίμα σκοπεύουν στη μείωση της εξάρτησης από τον άνθρακα».

Το ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέχρι το 2050 είναι αδιανόητο για τις πολωνικές αρχές και την πολωνική βιομηχανία εξορύξεων.

Μια πολύ γρήγορη ενεργειακή μετάβαση θα είναι μοιραία για την περιοχή, σύμφωνα με τον επικεφαλής του τοπικού συνδικάτου της «Αλλεγγύης», Ντομινίκ Κόλορς. Η πράσινη οικονομία δεν μπορεί να αναπληρώσει άμεσα την απώλεια θέσεων εργασίας που συνδέονται με τον άνθρακα:

«Πριν από 25 χρόνια, όταν ξεκίνησε η διαδικασία ανασυγκρότησης, χάσαμε χιλιάδες θέσεις εργασίας. Σε αντάλλαγμα, μόνο μερικές εκατοντάδες θέσεις δημιουργήθηκαν. Εάν η επιτάχυνση της διαδικασίας απεξάρτησης από τον άνθρακα συνεχιστεί με την ίδια δύναμη που επιθυμεί η Ε.Ε., δεν θα το αντέξουμε ούτε οικονομικά, ούτε κοινωνικά.

Τέλος πάντων, θα συνεχίσουμε να αγοράζουμε προϊόντα με αποτύπωμα άνθρακα από χώρες που δεν ενδιαφέρονται για το κλίμα ή που μειώνουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, όπως είναι η Κίνα, η Ινδία και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Και θα χάσουμε την ανταγωνιστικότητά μας μέσα στην Ε.Ε».

Τα ίχνη από τον ριζικό ανασχηματισμό του τομέα του άνθρακα στην Πολωνία είναι ορατά. Ενώ η συγκεκριμένη περιοχή των εξορύξεων ολοκλήρωσε με επιτυχία την οικονομική της μετάβαση, μερικές άλλες περιοχές ακόμη αγωνίζονται.

Στην Κάτω Σιλεσία, στα νοτιοδυτικά της χώρας, η περιοχή του Βάλμπριτζ οφείλει την ευημερία της στον άνθρακα. Πολλά ορυχεία όμως έκλεισαν εδώ, αφήνοντας χιλιάδες ανθρώπους χωρίς δουλειά. Πολύς κόσμος θεωρεί ότι είναι μια αδικαιολόγητη πολιτική απόφαση. Όπως αυτός ο πρώην ανθρακωρύχος, ο Ζμπίγκνιου που συναντήσαμε στον δρόμο:

«Κοιτάξτε αυτόν τον λόφο εδώ, κοντά στο ορυχείο. Υπάρχει μεγάλη ποσότητα άνθρακα. Κανείς δεν ασχολείται. Έχουμε ανάγκη τον άνθρακα

Ο Ρόμαν έχασε τη δουλειά του ως ανθρακωρύχος πριν από 20 χρόνια. Αφού δεν βρήκε δουλειά στην Πολωνία και στην Ευρώπη, άρχισε να δουλεύει στα επονομαζόμενα ορυχεία της φτώχειας.

Πρόκειται για παράνομα ορυχεία, στα περίχωρα της πόλης. Εδώ όλα γίνονται χειρωνακτικά. Στην κορύφωση της κρίσης, πάνω από 3.000 άνθρωποι έσκαβαν εδώ για να βρουν και να εμπορευτούν άνθρακα. Μετά άρχισαν οι διώξεις, γι' αυτό και η συγκεκριμένη δραστηριότητα είναι πλέον σπάνια.

Τώρα ο Ρόμαν ζει κάνοντας δουλειές του ποδαριού. Έρχεται όμως εδώ μερικές φορές, για να βγάλει τα προς το ζην:

«Είναι ο μαύρος χρυσός του Βάλμπριτζ. Μπορεί να πέσει στο κεφάλι μου. Η γη να φύγει κάτω από τα πόδια μου, αλλά σταθεροποιούμε τις στοές για να είναι ασφαλείς. Να μπαίνουμε, να βγαίνουμε. Και δόξα τω Θεώ, μακάρι να πηγαίνουν όλα καλά».

Αυτή η στοά είναι δύο μέτρα βαθιά, αλλά ο Ρόμαν μας λέει ότι μπορούν να φτάσουν στα 15 μέτρα σκάβοντας. Έβαλε επτά κομμάτια άνθρακα στον κασμά του. Αντιπροσωπεύουν τους επτά φίλους του, που πέθαναν σ' αυτές τις στοές:

«Όσο υπάρχει κάρβουνο, θα υπάρχουν αυτές οι στοές της φτώχειας. Οι αρχές θα έρχονται και θα τις κλείνουν αλλά οι άνθρωποι θα τις ανοίγουν ξανά. Γιατί χρειαζόμασταν, χρειαζόμαστε και θα έχουμε πάντα ανάγκη τον άνθρακα».

Σήμερα ο Ρόμαν δεν μπόρεσε να πουλήσει την ποσότητα που μάζεψε. Γι' αυτό τη δίνει σε έναν από τους γείτονές του, που ήταν πρώην ανθρακωρύχος, τον Ζμπίγκνιου Βοζνιόβσκι. Ένα ατύχημα τον βύθισε στην ανέχεια πριν από δέκα χρόνια:

«Παίρνω ξυλάνθρακα από τις στοές της φτώχειας. Ο Ρόμαν μου τον φέρνει. Είναι ο καλύτερός μου φίλος».

Ο Ζμπίγκνιου δεν έχει ούτε ρεύμα, ούτε αέριο. Με ένα επίδομα 140 Ευρώ τον μήνα, δεν μπορεί να πληρώσει τα χρέη του:

«Δεν κρυώνω, γιατί μπορώ να ζεσταθώ. Εάν δεν είχα κάτι να κάψω, τότε θα ήμουν σε τραγική κατάσταση».

Κατευθυνόμαστε στην Νόβα Ρούντα, 40 χλμ μακριά. Είμαστε προσκεκλημένοι σε μια συγκέντρωση, που γίνεται κάθε χρόνο με αφορμή τη γιορτή της Αγίας Βαρβάρας, που είναι η προστάτιδα των ανθρακωρύχων. Συναντούμε τον Ρόμαν Γιάνιτσεκ που φορά το παραδοσιακό ένδυμα των ανθρακωρύχων. Δεν χάνει με τίποτε αυτή τη γιορτή:

«Τα ορυχεία έχουν κλείσει εδώ και πολλά χρόνια. Είμαστε εδώ για να γιορτάσουμε τις αρχαίες παραδόσεις των ανθρακωρύχων, να μοιραστούμε ένα ποτήρι μπίρα και να τραγουδήσουμε τα τραγούδια των ανθρακωρύχων. Έτσι ώστε οι καρδιές μας να χτυπήσουν, έστω και για λίγα λεπτά, στο ρυθμό των ωραίων παλιών ημερών, όπου όλοι δούλευαν».