Ελλάδα: Στα 650 ευρώ ο κατώτατος μισθός

Ελλάδα: Στα 650 ευρώ ο κατώτατος μισθός
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Tην αύξηση του κατώτατου και την κατάργηση του υποκατώτατου μισθού ενέκρινε το υπουργικό συμβούλιο.

Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, πιθανότατα και την Τρίτη, να είναι έτοιμη η υπουργική απόφαση του υπουργείου Εργασίας, με την οποία θα τεθεί σε ισχύ από την 1η Φεβρουαρίου η αύξηση κατά 11% του κατώτατου μισθού, ο οποίος θα διαμορφωθεί στα 650 ευρώ, ενώ η αύξηση για τον υποκατώτατο ο οποίος και καταργείται, αγγίζει το 27,45 %.

Όπως τόνισε ο πρωθυπουργός στην εισήγηση του, 600.000 εργαζόμενοι επωφελούνται από την αύξηση του κατώτατου μισθού και την κατάργηση του υποκατώτατου, ενώ 280.000 εργαζόμενοι επωφελούνται εμμέσως καθώς η αύξηση του κατώτατου μισθού επηρεάζει περισσότερα από 20 επιδόματα (είτε κρατικά, είτε επιδόματα που καταβάλλονται από τους εργοδότες).

Σημείωσε πάντως πως η αύξηση του κατώτατου μισθού σε συνδυασμό με την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων -ήδη από τον Σεπτέμβριο- επιφέρουν θετικό αποτύπωμα σε περίπου 1 εκατομμύριο εργαζόμενους.

Αμέσως μετά την εισήγηση του πρωθυπουργού, ακολούθησε η τοποθέτηση της υπουργού Εργασίας Έφης Αχτσιόγλου, η οποία εξήγησε τα τεχνικά σημεία της απόφασης για την αύξηση του κατώτατου μισθού, ενώ επί της αύξησης του κατώτατου μισθού υπήρξαν τοποθετήσεις από αρκετά μέλη της κυβέρνησης.

Επίσης, επισημάνθηκε κατά τη συνεδρίαση πως η αύξηση του κατώτατου μισθού και η κατάργηση του υποκατώτατου σηματοδοτούν το πλαίσιο των πρωτοβουλιών της κυβέρνησης από εδώ και στο εξής που αφορουν στην αναπτυξιακή πολιτική, αλλά και στη στήριξη των οικονομικά ευάλωτων.

Η κυβέρνηση στο προσεχές διάστημα θα φέρει στη Βουλή τους νόμους που αφορούν, μεταξύ άλλων, στην προστασία της α' κατοικίας, στη ρύθμιση των 120 δόσεων για τα ασφαλιστικά ταμεία καθώς και στην επιδότηση ενοικίου.

Ψηλά στην ατζέντα της κυβέρνησης για το προσεχές διάστημα αναμένεται να βρεθεί και η συνταγματική αναθεώρηση.

Αλ. Τσίπρας: Βήμα στη μεγάλη πορεία για την αποκατάσταση των αδικιών

Κατά την έναρξη της συνεδρίασης, ο πρωθυπουργός κάλεσε τους υπουργούς να εγκρίνουν αυτήν την πρόταση και έτσι «μετά από 10 ολόκληρα χρόνια μειώσεων μισθών, να προβούμε σε ένα ακόμη ιστορικής σημασίας βήμα», με το υπουργικό συμβούλιο να την εγκρίνει με χειροκροτήματα.

Ο κ. Τσίπρας ανέφερε ότι αυτό το βήμα «ιστορικής σημασίας, προς τα εμπρός, για τους πολλούς», έρχεται ως επιστέγασμα της δουλειάς που έκανε η κυβέρνηση, της ανάκαμψης της οικονομίας, και παρουσίασε αυτήν την πρωτοβουλία ως απτό παράδειγμα της δυνατότητας που δίνει η έξοδος από το καθεστώς των μνημονίων, «με ασφάλεια να υλοποιήσουμε συγκεκριμένες πολιτικές που δίνουν σάρκα και οστά στις στρατηγικές αυτές στοχεύσεις μας.

Απόδειξη, ότι «πλέον η χώρα, βγαίνοντας από την κρίση, μπορεί σταδιακά να αρχίσει να επουλώνει τις πληγές» και ότι η έξοδος από τα μνημόνια δεν είναι ένα διάγγελμα, αλλά κάτι που «θα αρχίσει να αποκρυσταλλώνεται μέρα με τη μέρα στη ζωή της πλειοψηφίας των πολιτών μας». «Και αυτό είναι ένα μόνο βήμα στη μεγάλη πορεία για την αποκατάσταση των αδικιών και την οικοδόμηση μιας κοινωνίας ισότητας και αλληλεγγύης» σχολίασε.

Όπως σημείωσε, αποτελεί «εμβληματική για τον κόσμο της εργασίας πρωτοβουλία, που θα έχει πολλαπλές ευεργετικές συνέπειες: Για τον περιορισμό των ανισοτήτων, για την ενίσχυση του εισοδήματος των εργαζομένων, για την τόνωση της ανάπτυξης, για την ίδια την αυτοπεποίθηση των μισθωτών στρωμάτων».

«Με την απόφαση μας αυτή σήμερα όχι μόνο δίνουμε ανάσα και ελπίδα στους 600.000 εργαζόμενους που επηρεάζονται ευθέως από την αύξηση, ούτε μόνο στους 280.000 που επηρεάζονται εμμέσως από την αύξηση επιδομάτων, που είναι συνδεδεμένα με τον κατώτατο μισθό, αλλά δίνουμε και προοπτική περαιτέρω τόνωσης της δίκαιης ανάπτυξης» τόνισε ο πρωθυπουργός. Όπως πρόσθεσε, με αυτήν την απόφαση «δείχνουμε έμπρακτα ότι υπάρχει ένας άλλος δρόμος και ότι αυτή η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να τον διαβεί». Αυτή είναι «η κυβέρνηση των πολλών και όχι των λίγων, η κυβέρνηση των πράξεων και όχι των λόγων, η κυβέρνηση που μπορεί μαζί με τα εκατομμύρια των εργαζόμενων, των ανθρώπων του μόχθου, να οδηγήσει την Ελλάδα σε μια νέα εποχή» επισήμανε. Σε αυτό το πλαίσιο, κάλεσε τους υπουργούς να εργαστούν το επόμενο διάστημα, «έως το φθινόπωρο του 2019 που ολοκληρώνεται η θητείας μας -μετά τις ιστορικές επιτυχίες που αναβαθμίζουν τον ρόλο της Ελλάδας στο διεθνές στερέωμα και στη γειτονιά μας- να εργαστούμε ώστε να ολοκληρώσουμε το πάρα πολύ σημαντικό έργο της εξόδου της χώρας από την κρίση, της ανάκαμψης της οικονομίας και της αναστήλωσης της κοινωνίας». «Στόχος μας η δίκαιη ανάπτυξη, η Ελλάδα των πολλών» υπογράμμισε.

Ο κ. Τσίπρας ανέφερε ότι η κατάργηση του υποκατώτατου («ενός απαράδεκτου θεσμού που δημιουργούσε εργαζομένους δύο ταχυτήτων, χωρίς να προσφέρει απολύτως τίποτα στη μάχη για την καταπολέμηση της ανεργίας») και η αύξηση του κατώτατου, είναι το λιγότερο που μπορεί να κάνει η κυβέρνηση για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας που έχει υποφέρει, που είδαν την περίοδο της κρίσης τα εισοδήματά τους να μειώνονται και τους μισθούς τους να περικόπτονται, «που είδαν ξαφνικά σε ένα βράδυ την κυβέρνηση συνεργασίας τότε ΝΔ-ΠΑΣΟΚ να μειώνει τον κατώτατο μισθό κατά 22% και 32% για τους νέους». Κίνηση «που τη χρωστάμε σε όλους εκείνους και εκείνες που σήκωσαν στην πλάτη τους το βάρος της χρεοκοπίας και της δημοσιονομικής προσαρμογής, που είδαν τα όνειρα της ζωής τους, τις προοπτικές τους και τις προσδοκίες τους να βυθίζονται στο σκοτάδι της κρίσης» συμπλήρωσε.

Ακόμη, δήλωσε βέβαιος ότι η μεγάλη πλειοψηφία των συμπολιτών μας θα χαιρετίσει αυτήν την πρωτοβουλία, όχι όμως όλοι, καθώς υπάρχουν αφενός κοινωνικές ομάδες απολύτως μειοψηφικές που είδαν την κρίση ως ευκαιρία για τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων υπέρ τους και, αφετέρου, οι λεγόμενοι νεοφιλελεύθεροι «που θεωρούν ότι προϋπόθεση της ανάπτυξης είναι η συντριβή της εργασίας». «Τους απαντάμε ότι η συντριβή της εργασίας δεν είναι ο δρόμος για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την τόνωση της οικονομίας. Αντίθετα αποτελεί, αποδεδειγμένα, τη συνταγή της χρεοκοπίας» σχολίασε, προσθέτοντας ότι «η αύξηση των μισθών είναι η προϋπόθεση και η ανάπτυξη είναι το αποτέλεσμα».

Ο κ. Τσίπρας τόνισε ότι το ζήτημα του μισθού ακουμπά τον πυρήνα του πολιτικού σχεδίου και των στρατηγικών στοχεύσεων της κυβέρνησης και πως «η στρατηγική της δίκαιης ανάπτυξης και ο στρατηγικός στόχος περιορισμού των ανισοτήτων περνά μέσα από την αύξηση του κατώτατου μισθού αλλά και την ενίσχυση της διαπραγματευτικής δύναμης των εργαζομένων».

Αναφέρθηκε στις «σημαντικές επιτυχίες που έχει σημειώσει η κυβέρνησή μας στο πεδίο της αγοράς εργασίας». Συγκεκριμένα, όπως είπε:

- Μείωση της μαύρης εργασίας από το 20% το 2014 στο 9% το 2018, μέσα από τις εντατικές προσπάθειες του ΣΕΠΕ και σειρά στοχευμένων νομοθετημάτων. «Μπορούμε να μετατρέψουμε την εργασιακή ζούγκλα που παραλάβαμε σε μια κανονική χώρα, σε μια χώρα πρότυπο σεβασμού των δικαιωμάτων του κόσμου της εργασίας».

- Επαναφορά του καθεστώτος προστασίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων, «δημιουργώντας ένα θεσμικό πλαίσιο που έχει οδηγήσει σε αυξήσεις μισθών για 100.000 εργαζόμενους και λειτουργεί ως κίνητρο για την οργάνωση των εργαζομένων και την ενίσχυση των διαπραγματευτικών τους δυνατοτήτων».

- Μείωση της ανεργίας. Από το 27% του 2014, η ανεργία σήμερα βρίσκεται στο 18,3% με τη δημιουργία 350.000 νέων θέσεων εργασίας.

«Η κυβέρνηση προχωρά με καθαρό ορίζοντα το φθινόπωρο του 2019»

Ξεκινώντας την εισήγησή του, ο πρωθυπουργός επισήμανε ότι η συνεδρίαση είναι η πρώτη που διεξάγεται έπειτα από την επαναβεβαίωση της εμπιστοσύνης του Κοινοβουλίου στην κυβέρνηση για «να προχωρήσει και να ολοκληρώσει ένα εξαιρετικά σημαντικό για τον ελληνικό λαό και για τη χώρα έργο με ορίζοντα καθαρό που είναι το τέλος της συνταγματικά προβλεπόμενης θητείας της κυβέρνησης, δηλαδή το φθινόπωρο του 2019».

Είπε ότι η πλειοψηφία των βουλευτών έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης, «αναγνωρίζοντας ότι η χώρα και η οικονομία έχουν ανάγκη από πολιτική σταθερότητα και, ταυτόχρονα, ότι οι μεγάλες θεσμικές και κοινωνικές τομές που έχουμε μπροστά μας πρέπει να υλοποιηθούν από μια κυβέρνηση που έχει αποδείξει ότι ξέρει και μπορεί να τις υλοποιήσει». «Από την κυβέρνηση που κατάφερε να οδηγήσει τη χώρα έξω από το καθεστώς των μνημονίων. Από την κυβέρνηση που κατάφερε να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη και τη σταθερότητα στην ελληνική οικονομία. Από την κυβέρνηση που κατάφερε να ρυθμίσει το δημόσιο χρέος, καθιστώντας το βιώσιμο και να δημιουργήσει όρους για την ομαλή αναχρηματοδότηση του» υπογράμμισε.

«Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει το ζήτημα του δανεισμού με τη σοβαρότητα και την τεχνική αρτιότητα που του αρμόζει»

Ο κ. Τσίπρας ενημέρωσε, κατά την εισήγησή του, ότι σήμερα ανακοινώθηκε από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους πως η Ελλάδα εκκίνησε τη διαδικασία έκδοσης νέου πενταετούς ομολόγου στις αγορές χρήματος. Σχολίασε ότι αυτή η εξέλιξη «κατεδαφίζει άλλο ένα από τα ψευδοεπιχειρήματα της αντιπολίτευσης σχετικά με τις δυνατότητες της χώρας να έχει πρόσβαση στον διεθνή δανεισμό» και «υπενθυμίζει ότι η Ελλάδα και η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζουν το ζήτημα του δανεισμού με όρους επικοινωνιακού πυροτεχνήματος αλλά με σχέδιο και με τη σοβαρότητα και την τεχνική αρτιότητα που του αρμόζει».

«Η Ελλάδα σήμερα είναι μια διαφορετική χώρα»

«Η κυβέρνησή μας συνεχίζει με αποφασιστικότητα και επιμονή, με στοχοπροσήλωση και σκληρή δουλειά, το έργο της ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας με προσανατολισμό τη δίκαιη ανάπτυξη» ανέφερε ο πρωθυπουργός. Όπως υποστήριξε, τον Οκτώβριο του 2019 οι Έλληνες πολίτες θα μπορούν να συγκρίνουν την Ελλάδα του σήμερα «με τη χώρα που μας παρέδωσαν οι κυβερνήσεις του παλιού πολιτικού συστήματος τον Ιανουάριο του 2015». «Όλοι ήδη βλέπουν ότι πρόκειται για μια διαφορετική χώρα» σημείωσε ο πρωθυπουργός, για να συμπληρώσει ότι «δημιουργούνται οι προϋποθέσεις να αφήσουμε πίσω μας την κρίση, την Ελλάδα της παρακμής, της χρεοκοπίας και του εκφυλισμού. Οι προϋποθέσεις για να οικοδομήσουμε μια χώρα δυναμική, με αυτοπεποίθηση. Μια χώρα που στηρίζεται πια στις δικές της δυνάμεις. Μια χώρα πρωταγωνίστρια στα Βαλκάνια και την Ευρώπη».

«Η συμφωνία των Πρεσπών-νίκη των δυνάμεων που δεν αφήνουν το μέλλον των δύο λαών στους πατριδοκάπηλους»

Σε αυτό το πλαίσιο, ο κ. Τσίπρας τόνισε ότι η συνεδρίαση λαμβάνει χώρα μόνο λίγα 24ωρα μετά την κύρωση -από την πλευρά του ελληνικού Κοινοβουλίου- της Συμφωνίας των Πρεσπών, «ένα πολιτικό, ιστορικό γεγονός που σηματοδοτεί: Την επίλυση μιας ιστορικής εκκρεμότητας με τους γείτονές μας, με τη Βόρεια Μακεδονία. Το πέρασμα σε μια νέα εποχή συνεργασίας, αλληλεγγύης και φίλιας στα Βαλκάνια. Την ήττα του εθνικισμού και από τις δύο μεριές των συνόρων. Που είναι την ίδια στιγμή μια νίκη των δυνάμεων που δεν έχουν σκοπό να αφήσουν το μέλλον και των δύο λαών στους πατριδοκάπηλους και τους εμπόρους του μίσους».