Έκτακτη είδηση

Έκτακτη είδηση

Αχτσιόγλου: Αποκατάσταση όσων στέρησαν οι πολιτικές λιτότητας

Αχτσιόγλου: Αποκατάσταση όσων στέρησαν οι πολιτικές λιτότητας
@ Copyright :
ΑΠΕ-ΜΠΕ/Παντελής Σαίτας
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Για αποκατάσταση ενός μέρους «από όσα στέρησαν οι πολιτικές λιτότητας από τους εργαζομένους», για «ένα μεγάλο βήμα για την ανάκτηση της εργασίας» και «για μια νέα περίοδο για τους νέους εργαζόμενους» έκανε λόγο σε δήλωσή της στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η υπουργός Εργασίας Έφη Αχτσιόγλου με αφορμή την αύξηση του κατώτατου μισθού και την κατάργηση του υποκατώτατου.

Με βάση την απόφαση του υπουργικού συμβουλίου, από 1ης Φεβρουαρίου ο υποκατώτατος μισθός των 531 ευρώ για εργαζόμενους κάτω των 25 ετών καταργείται, ενώ ο κατώτατος των 586 ευρώ αυξάνεται στα 650. Επομένως, όσοι αμείβονταν με τον κατώτατο θα δουν τις αποδοχές τους να αυξάνονται κατά σχεδόν 11% και εκείνοι που ελάμβαναν τον υποκατώτατο θα αμείβονται με αποδοχές αυξημένες κατά 22%.

Επιπλέον, οι παντρεμένοι εργαζόμενοι που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό και λαμβάνουν και το επίδομα γάμου (10%) θα δουν το μισθό τους να ανεβαίνει στα 714,96 ευρώ.

Η αύξηση του κατώτατου μισθού συμπαρασύρει τόσο τις αποδοχές των εργαζομένων μερικής απασχόλησης, αλλά και όσους λαμβάνουν επίδομα ανεργίας, το οποίο υπολογίζεται με βάση το 55% του κατώτατου μισθού. Αυξάνονται επίσης μια σειρά επιδομάτων, όπως η παροχή μητρότητας, το επίδομα μακροχρόνιας ανεργίας, το ειδικό βοήθημα λήξης ανεργίας, η αποζημίωση ασκουμένων σπουδαστών, το επίδομα διαθεσιμότητας κ.α.

Παράλληλα, με απόφαση της υπουργού Εργασίας, παρατείνεται μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου η προθεσμία για τη δήλωση από τους εργοδότες στο Π.Σ. «ΕΡΓΑΝΗ» των μεταβολών στις αποδοχές των εργαζομένων λόγω της αύξησης του κατώτατου μισθού. Εργοδότες και επιχειρήσεις θα πρέπει μέχρι την 28η Φεβρουαρίου θα έχουν υποβάλει το έντυπο Ε4 (Πίνακας Προσωπικού) συμπληρωμένο μόνο με τα στοιχεία της μεταβολής των αποδοχών που προκύπτει από την αύξηση του κατώτατου μισθού και του κατώτατου ημερομισθίου για τους υπαλλήλους και τους εργατοτεχνίτες όλης της χώρας.

Τουλάχιστον επιφυλακτικός δηλώνει από την πλευρά του ο ΣΕΛΠΕ απέναντι σε «οποιαδήποτε κανονιστικού τύπου απόφαση πχ για αύξηση του οριζόμενου "κατώτατου μισθού", μη λαμβανομένης υπόψη τις διασύνδεσής του με την παραγωγικότητα της εργασίας και την ανταγωνιστικότητα του κλάδου και της οικονομίας». Σε ανακοίνωσή του, ο σύνδεσμος των λιανεμπόρων τάσσεται υπέρ της μείωσης του μισθολογικού κόστους που «θα ήταν ωφέλιμη και εξίσου αποτελεσματική στο διαθέσιμο εισόδημα, όσο και η αύξηση των μισθών», ενώ καλεί την κυβέρνηση να ασκεί κοινωνική πολιτική μέσω των φορολογικών εσόδων και όχι «μέσω παρεμβάσεων στις αμοιβές των εργαζομένων».

Μιλώντας στον ρ/σ Αθήνα 984, η υπουργός εξέφρασε τη βεβαιότητά της ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν θα έχει «καμία αρνητική επίπτωση στην απασχόληση» κι ότι αντίθετα «θα έχει μία προωθητική τάση στην οικονομία μέσα από την τόνωση της ζήτησης». Όπως επεσήμανε, «το επίπεδο της αύξησης είναι ουσιαστικό ως προς την ενίσχυση των εργαζομένων και ιδίως των νέων, συνάμα όμως και αρκετά ασφαλές, ώστε να είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι δεν θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία».

Το EuroWorking Group

Αναφορικά με τη στάση των θεσμών, συγκλίνουσες πληροφορίες από τις Βρυξέλλες και το EuroWorking Group της Πέμπτης αναφέρουν πως η στάση των θεσμών δεν είναι αρνητική, ακόμη κι αν το 11% φέρεται να ακούστηκε υπερβολικό. Σε κάθε περίπτωση, η αναφορά στο συγκεκριμένο ζήτημα κατά τη συνεδρίαση ήταν ακροθιγής, αφού, ειδικά όσον αφορά στην Ελλάδα, το φλέγον θέμα ήταν οι καθυστερήσεις σε 16 προαπαιτούμενα.

Μείζον ζήτημα αποτελεί για τους θεσμούς η αποπληρωμή των οφειλών του δημοσίου σε ιδιώτες, οι οποίες σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας ανέρχονται σε 1,6 δισ. ευρώ και δεν αποπληρώθηκαν, όπως αναμενόταν, στα τέλη του προηγούμενου έτους. Σημειώνεται πως η ολοκλήρωση των προαπαιτουμένων θα οδηγήσει στο άνοιγμα της κάνουλας, ώστε να εισρεύσουν στην Ελλάδα τα 750 εκατομμύρια ευρώ, ποσό που προέρχεται από τα κέρδη των διακρατηθέντων ελληνικών ομολόγων. Αν και δεν πρόκειται για ένα τεράστιο ποσό, εν τούτοις η εκταμίευσή του θα δώσει σήμα στις αγορές για την εύτακτη λειτουργία της ελληνικής οικονομίας μέσω της συμμόρφωσης της Αθήνας στις μεταμνημονιακές της υποχρεώσεις.

Εξίσου επείγον χαρακτηρίζεται το ζήτημα των κόκκινων δανείων και η αντικατάσταση του νόμου Κατσέλη, αφού περαιτέρω καθυστέρηση αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο νέας κεφαλαιοποίησης των εμπορικών τραπεζών, σενάριο που επιβεβαίωσε και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Οικονομίας Γιάννης Δραγασάκης.

Σύμφωνα με τον κ. Δραγασάκη, η ελληνική κυβέρνηση δεν διαπραγματεύεται αυτό το θέμα με τους θεσμούς, όμως «εφ’ όσον όμως είναι θέματα που άπτονται της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, και ενδεχόμενης κρατικής ενίσχυσης, είμαστε υποχρεωμένοι, όπως όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ενημερώνουμε τα ευρωπαϊκά όργανα και ειδικά την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα».

Την ίδια ώρα, πάντως, σύμφωνα με την εφημερίδα «Ναυτεμπορική», οι τράπεζες, οι οποίες θα καταθέσουν τις προτάσεις τους την επόμενη εβδομάδα, διαφωνούν με την κυβέρνηση σε καίρια σημεία του σχεδίου για τα κόκκινα δάνεια, όπως στο θέμα της προστασίας όλων των δανειοληπτών, στο όριο της προστασίας και στο ύψος του «κουρέματος».

Σύμφωνα με την κ. Αχτσιόγλου, ο σχεδιασμός της κυβέρνησης ως προς τα κόκκινα δάνεια αφορά «ένα συνολικό πλαίσιο το οποίο θα αντικαταστήσει τον υπάρχοντα νόμο Σταθάκη-Κατσέλη, προκειμένου να προστατευθούν οι δανειολήπτες για δάνεια πρώτης κατοικίας και ταυτόχρονα να υποστηριχτούν στην αποπληρωμή των δανείων τους μέσω ενίσχυσης που θα δίνεται από το κράτος».

Η παρουσίαση της δεύτερης μεταμνημονιακής αξιολόγησης θα πρέπει να γίνει στο Eurogroup της 11ης Μαρτίου, όμως το χρονικό περιθώριο είναι πολύ πιο στενό. Συγκεκριμένα, η ατζέντα εκείνης της συνεδρίασης θα διαμορφωθεί από το EuroWorking Group της 28ης Φεβρουαρίου, στο οποίο θα παρουσιαστεί η έκθεση των θεσμών για την Ελλάδα. Για να γίνει, όμως, αυτό, θα πρέπει η λίστα με τα προαπαιτούμενα να έχει υλοποιηθεί από ελληνικής πλευράς το αργότερο μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου, ώστε η έκθεση να ολοκληρωθεί εγκαίρως στις 27.