Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

«Ρίττερ, Ντένε, Φος»: H Μαρία Πρωτόπαππα στο σύμπαν του Τόμας Μπέρνχαρντ

«Ρίττερ, Ντένε, Φος»: H Μαρία Πρωτόπαππα στο σύμπαν του Τόμας Μπέρνχαρντ
Πνευματικά Δικαιώματα  all rights reserved www.stavroshabakis.com +306945551000
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Με ένα από τα κορυφαία και πιο απαιτητικά έργα του γερμανόφωνου θεάτρου καταπιάνεται η Μαρία Πρωτόπαπα, στο νέο της σκηνοθετικό εγχείρημα στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Έχοντας στο πλάι της τρεις κορυφαίους ηθοποιούς, Στεφανία Γουλιώτη, Λουκία Μιχαλοπούλου και Αργύρη Ξάφη παρουσιάζει το «Ρίττερ, Ντένε, Φος» του Τόμας Μπέρνχαρντ (1931-1989).

Το έργο δανείζεται στοιχεία από την οικογενειακή ιστορία του συμπατριώτη του, κορυφαίου φιλόσοφου, Λούντβιχ Βίτγκενστάιν (1889-1951), του ανιψιού του Πολ Βίτγκενσταϊν αλλά και από τις προσωπικότητες ηθοποιών της σύγχρονης του συγγραφέα γερμανικής σκηνής, την Ίλζε Ρίττερ, την Κίρστεν Ντένε και τον Γκερτ Φος, σχηματίζοντας τον τίτλο με τα επίθετά τους. Το «Ρίττερ, Ντένε, Φος» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ τον Αύγουστο του 1986.

Σταύρος Χαμπάκης

Βαπτισμένο από τα επώνυμα των αρχικών πρωταγωνιστών, πραγματεύεται ένα εικοσιτετράωρο στη ζωή δυο μεγάλων ηθοποιών που αναμένουν την επιστροφή του άσωτου, φθισικού, φιλόσοφου αδελφού τους στο πολυτελές πατρικό τους. Η ένταση που προϋπάρχει μεταξύ των δυο γυναικών, καθώς, εκτός των διαφορών τους, η πρωτοβουλία για την πρόσκληση του αδελφού Λούντβιχ ανήκει μόνο στη μια, την Ντένε, κορυφώνεται με την έλευση εκείνου από την ψυχιατρική κλινική Στάινχοφ της Βιέννης. Στόχος της να επανενωθούν ως οικογένεια. Είναι σαφές όμως ότι ο Λούντβιχ δεν σκοπεύει να μείνει μαζί τους για πάντα. Οι τρεις σκηνές λαμβάνουν χώρα πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το γεύμα.

Συναντήσαμε την Μαρία Πρωτόπαππα και μιλήσαμε μαζί της για το συγκεκριμένο ανέβασμα και τις προκλήσεις που αντιμετώπισε.

Γιώργος Μητρόπουλος
Μαρία ΠρωτόπαππαΓιώργος Μητρόπουλος

-Πώς μπήκε στη ζωή σου ο Τόμας Μπέρνχαρντ;

Η Στεφανία και η Λουκία είχαν από παλιά έναν διακαή πόθο να συνεργαστούν ξανά στο θέατρο, μετά τον «Θεό της Σφαγής», που σκηνοθέτησε ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης. Ήρθαν και με βρήκαν και μου ζήτησαν να στήσουμε όλοι μαζί μια παράσταση. Να κάνουμε μια καλλιτεχνική συνωμοσία, μια ουσιαστική σύμπραξη. Η Λουκία ήξερε το έργο. Η Στεφανία ελάχιστα κι εγώ καθόλου. Δεν είχα δει κάποιο από τα παλιά ανεβάσματα. Πρέπει να ομολογήσω κιόλας ότι με τρόμαζε ο Μπέρνχαρντ. Ήταν να ανεβάσουμε ένα άλλο έργο του μαζί με τον Γιάννο Περλέγκα στο παρελθόν, αλλά δεν έγινε ποτέ. Οπότε έκανε το ντεμπούτο μου στον Αυστριακό συγγραφέα με αυτό το έργο τελικά.

-Τι ένιωσες όταν το διάβασες για πρώτη φορά;

Πανικό! Είναι ένα κείμενο χωρίς καμιά στίξη, με φοβερές επαναλήψεις και ακατάσχετο μπλα μπλα που αναρωτιέσαι τι συμβαίνει και πού γειώνεται όλο το πράγμα. Δώσαμε λοιπόν να κάνει μια νέα μετάφραση του έργου ο Γιώργος Δεπάστας, ο οποίος έχει φοβερές γνώσεις για τον συγγραφέα, την εποχή και τη Βιέννη. Ξεκινήσαμε φουλ πρόβες από τον Μάιο. Από εκείνη την εποχή ξεκίνησα τις διαδοχικές «εξορύξεις» στο έργο και στον δημιουργό του κυρίως. Έψαξα πολύ τον Βίτγκενσταϊν, τη ζωή και το έργο του, καθώς βρίσκονται στο επίκεντρο του συγκεκριμένου θεατρικού και ανακάλυψα έναν ανεξάντλητο κόσμο. Δεν έχω ξανασυναντήσει ξανά ως ηθοποιός τέτοιον συγγραφέα. Έπαθα μεγάλο έρωτα, όταν ανακάλυψα τον τρόπο αλλά και το σκεπτικό με το οποίο συνθέτει την ιστορία του, πώς χρησιμοποιεί τα δάνεια και τη μουσική. Λάτρευε τη μουσική και είχε αρχίσει να την σπουδάζει, όπερα και κλασικό τραγούδι. Αλλά λόγω του σοβαρού αναπνευστικού του προβλήματος, που τον ταλαιπωρούσε σε όλη του τη ζωή δεν μπορούσε να συνεχίσει. Όλο αυτό το σωματικό εμπόδιο τον έστρεψε στο να σκέφτεται και να γράφει με αυτόν τον δριμύ, κριτικό τρόπο για τη χώρα του, τους ανθρώπους γύρω του, αλλά πρώτα από όλα για τον εαυτό του. Κριτικάρει αυτή τη βαθιά, ριζωμένη νοοτροπία που γεννά τον φασισμό, τη μισαλλοδοξία, την αλαζονεία, την αίσθηση της ανωτερότητας και την υποκρισία της κοινωνίας, την οποία προφανώς κι ένιωσε στο πετσί του.

Σταύρος Χαμπάκης

-Πώς δούλεψες;

Καταρχάς διάβασα πολύ. Εστίασα στους μελετητές του. Βασίστηκα σε κάποιους από αυτούς. Επικεντρώθηκα στη χρήση του λόγου, που έχει μια καθαρά μουσική φόρμα, η οποία όμως στο τέλος αλλάζει μορφή. Σου δίνει τη δυνατότητα να διαβάσεις το έργο ρεαλιστικά, εξπρεσιονιστικά. Ο συγγραφέας παραμένει μετέωρος ανάμεσα σε διαφορετικές φόρμες. Δεν αποφασίζει να επιλέξει μια συγκεκριμένη οδό. Έχει μια κριτική ματιά απέναντι στα πάντα. Πρέπει λοιπόν να τον ξεκλειδώσεις, να βρεις τα σημεία που πρέπει να αποκωδικοποιηθούν. Όταν το κάνεις, αντιλαμβάνεσαι πόσο γειωμένος είναι στην πραγματικότητα. Η ποίησή του έγκειται στην κατασκευή και στο υψηλό πνεύμα που τον διακρίνει, στην οξύνοια του μυαλού του. Τα δάνεια που χρησιμοποιεί προέρχονται από τον Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν, τον ανιψιό του Πολ και τον ίδιο. Υπάρχουν, κατά τη γνώμη μου, αναφορές ακόμη και στον Χίτλερ.

Σταύρος Χαμπάκης

-Τι κάνατε λοιπόν;

Αυτό που εμείς προσπαθήσαμε να κάνουμε είναι να αποφύγουμε την εξπρεσιονιστική γραμμή. Να μην υπάρχει φανερή φόρμα. Δεν θέλαμε ούτε τον ρεαλισμό, γιατί θα μας οδηγούσε σε μια σκηνική απόδοση της πολυτέλειας και του υπερβολικού πλούτου αυτών των ανθρώπων. Αυτό που θέλαμε ήταν να απογυμνωθεί το έργο από τα πολλά περιττά στολίδια και να έχει μια πύκνωση, μια λιτή εκφραστικότητα, ώστε να εμφανιστεί το πραγματικό υλικό του κόσμου αυτών των χαρακτήρων. Είναι ένας γήινος, πραγματικός κόσμος, ο οποίος δεν είναι όμως φυσικός. Αυτό έχει να κάνει με την διαρκή υπενθύμιση εκ μέρους του συγγραφέα ότι αυτό που βλέπουν οι θεατές και συμπολίτες του είναι ένα έργο τέχνης. Είναι μια κατασκευή, η οποία καλεί το θεατή να ταυτιστεί με τους πρωταγωνιστές της, αλλά χωρίς να αναπαριστά τη ζωή των πραγματικών προσώπων, ούτε τον ίδιο τον συγγραφέα. Αυτός δανείζεται διαρκώς στοιχεία, στα οποία προσθέτει νέα υλικά, ώστε να καταφέρει μέσω της θεατρικής λειτουργίας να μπει ο θεατής δε μια διαφορετική νοητική κατάσταση.

Σταύρος Χαμπάκης

-Έχουμε να κάνουμε τρεις ιδιοφυείς χαρακτήρες

Ο κόσμος των χαρακτήρων αυτής της ιστορίας έχει όντως μια ξεχωριστή ιδιοφυΐα. Έχουν όμως το αρνητικό πρόσημο μιας διαρκούς πολεμικής ως προς τον εαυτό τους, ως προς το γονεϊκό παρελθόν τους και έναν βαθύ ανταγωνισμό ο ένας προς τον άλλο. Αυτή είναι η συγκολλητική και ταυτόχρονα συγκρουσιακή βάση της σχέσης τους. Σωματικά και ψυχικά αυτοί οι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι. Έχουν μόνο το λόγο και την οξύνοια ως όπλα να αντιμάχονται το θάνατο και την καταβύθιση στο βάλτο που είναι κολλημένοι. Από τη μουσικότητα του λόγου, από τη φούγκα που προσπαθεί να φτιάξει ο συγγραφέας, εγώ άρχισα να αφαιρώ τους μουσικούς αρμούς και την αναπαράσταση (φαγητά, πιάτα, απεύθυνση στους θεατές) και εμβάθυνα στις σχέσεις μεταξύ των τριών χαρακτήρων, στις λέξεις που χρησιμοποιούν. Τα πάντα είναι απόλυτα μελετημένα. Οτιδήποτε λέγεται μοιάζει να είναι κινηματογραφικό. Έφτασα έτσι λοιπόν πιο κοντά τους, χωρίς να χρησιμοποιώ πολύ τον εξπρεσιονισμό, που θα ήταν ένα ασφαλές όχημα.

-Πίσω στην σκηνή κυριαρχεί ένα μνημείο πεσόντων

Ναι! Ακριβώς! Σκηνικά μείναμε σε καθαρά, ψυχρά υλικά, που στηρίζουν την επιλογή που κάναμε. Στη συνέχεια μπήκε η έννοια του μνημείου. Ο χώρος αυτών των ανθρώπων έχει άλλωστε κάτι από νεκροταφείο, μαυσωλείο, κάτι που συνδέεται με τη μνήμη, κάτι από το παρελθόν που σε κρατά αγκυλωμένο και δεν μπορείς να βγεις. Εμείς συνδέσαμε όλο αυτό με το Γ΄ Ράιχ και την σκληρή κριτική που ασκεί ο Μπέρνχαρντ στους συμπατριώτες του για τη συνεργασία τους με τις ναζιστικές δυνάμεις, χωρίς να αισθάνονται καμιά τύψη και ενοχή. Βασιστήκαμε λοιπόν στην αλληγορία του έργου και όχι στην αναπαράσταση του συγκεκριμένου σπιτιού των πρωταγωνιστών.

Σταύρος Χαμπάκης

-Στην ουσία όμως είναι ένα ρινγκ με τρεις μονομάχους. Πού βρίσκεται η πηγή αυτής της σύγκρουσης;

Δεν είναι μια μάχη που ξεκινά από τους ίδιους. Δεν είναι ιδιοσυγκρασιακό ζήτημα. Η ρίζα τους βασίζεται στον πλούτο και τον ανταγωνισμό. Ανταγωνίζονται ποιος έχει το πιο κοφτερό μυαλό. Αυτός όμως ο ανταγωνισμός δεν τους επέτρεψε να απολαύσουν τη ζωή, τις ηδονές της. Κανένας τους δεν μπορεί να ξεφύγει από τα δεσμά του πλούτου και της χλιδής. Δεν μπορούν να ζήσουν αλλιώς. Και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τη χλιδή και την πολυτέλεια, αλλά και με την οικογενειακή ψυχρότητα, την προσήλωση στους τύπους και την έλλειψη αγάπης. Αυτό το κυνήγι της ανθρώπινης φύσης, του ανταγωνισμού ακόμη και με τον εαυτό σου, ήταν κάτι που διέκρινε τον Βίτγκενσταϊν. Έκαναν τα πάντα για να φτάσουν σε μια ιδέα, στην αποκρυστάλλωση μιας καθαρής ιδέας. Είναι ο αγώνας τους, να βγουν από πάνω, να αισθανθούν αυτοπραγματωμένοι και αποδεκτοί από κάποιους που τους έχουν βάλει ή τους διατηρούν σ’ αυτό το κυνήγι της τελειότητας, που είναι οι γονείς και οι πρόγονοι. Αυτά τα παιδιά δεν μπόρεσαν λοιπόν να ξεφύγουν ποτέ και έχουν μείνει κολλημένα σε έναν ινφατιλισμό. Γι’ αυτό δεν μπορούν να απεμπλακούν από το οικογενειακό σύστημα, να ξεφύγουν από αυτό το περιβάλλον, ο,τι κι αν κάνουν. Εξαιτίας αυτού του κυνηγιού της τελειότητας, λοιπόν δεν μπορούν να δείξουν αγάπη, ούτε και να λάβουν αγάπη. Αυτό τους κρατά μαζί και τους χωρίζει από τον υπόλοιπο κόσμο. Εκεί βασιλεύει η αλαζονεία τους και η ανωτερότητα που αισθάνονται ότι έχουν σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο.

Σταύρος Χαμπάκης

-Πώς βλέπεις αυτούς τους τρεις χαρακτήρες;

Συνήθως σε ένα έργο, το κεντρικό θέμα είναι ένας χαρακτήρας. Εδώ ο Μπέρνχαρντ έχει βάλει τρεις δυνατούς χαρακτήρες. Έχει φτιάξει ένα ισοσκελές τρίγωνο, τρεις ενέργειες, οι οποίες είναι ισοδύναμες. Στην πρώτη πράξη, ξεκινάει με τις δύο. Οι δυνάμεις άπωσης και έλξης είναι πάρα πολύ μεγάλες και ίσες. Είναι ένα πολύ δυνατό μαγνητικό πεδίο, στο οποίο έρχεται να προστεθεί ένας ισοδύναμος πόλος στη δεύτερη και την τρίτη πράξη. Αυτό το τρίγωνο, που αποτελείται από ισοδύναμα κέντρα που στέλνουν τις ίδιες δυνάμεις προς τα έξω και ωθούν το ίδιο, δημιουργούν ένα τερατώδες πράγμα. Συνήθως ένα πρόσωπο είναι το θέμα ή βρίσκεται στην πυραμίδα της εξουσίας και του ενδιαφέροντος. Εδώ μπορούμε να ξεγελαστούμε και να νομίσουμε ότι είναι ο Λούντβιχ, ο άνδρας, αλλά αυτό είναι ψέμα.

-Θα ήθελες να παίξεις κάποιον από τους γυναικείους ρόλους;

Θα ήθελα! Αλλά προτιμώ που τους παίζουν τα κορίτσια, γιατί είναι πάρα πολύ δύσκολοι και απαιτητικοί. Μου άρεσε που ήμουν απέξω αυτή τη φορά και μπορούσα να δω να το κάνει κάποιος άλλος. Γι’ αυτό άλλωστε ανέλαβα τη συγκεκριμένη σκηνοθεσία. Είναι ένας κόσμος που με μαγνήτισε εξαρχής και με κέρδισε. Δημιουργήθηκε ένα σύστημα μέσα στο μυαλό μου, που μου άνοιξε τα μάτια. Δεν μπορώ να πω λοιπόν ότι θα ήθελα να περάσω ξανά από την άλλη πλευρά της σκηνής.

Σταύρος Χαμπάκης

-Δεν σε γοητεύει η σκηνοθεσία;

Στην σκηνοθεσία, σε πολλά πράγματα είμαι απόλυτη και σε άλλα εντελώς αναποφάσιστη. Και επειδή βλέπω τα πράγματα μέσα από τα μάτια του ηθοποιού και δίνω βάση και προτεραιότητα σε αυτούς, αυτό δεν είναι πάντοτε πολύ καλό. Χρειάζεται μια ισορροπία. Αυτό που θέλω να πω ότι για να είσαι σκηνοθέτης, είναι κάτι δύσκολο και απαιτητικό και χρειάζεται πολλή μελέτη. Εγώ σκηνοθετώ ως ηθοποιός. Και σκηνοθετώ τρεις πολύ δυνατές προσωπικότητες, που χρειάζεται να τις διαχειριστείς σωστά για να μην χαθεί η ισορροπία του έργου και της παράστασης. Είναι πραγματικά θηρία! (γέλια) Είναι καταπληκτικό να βλέπεις μπροστά σου ότι με μια οδηγία, σου δίνουν μαγευτικά πράγματα και από την άλλη, όταν γίνεται μια παρανόηση, γίνεται μια τεράστια παρανόηση. Να ξέρεις ότι η μαγεία και το θαύμα απέχουν μια ανάσα από την καταστροφή στη δουλειά μας (γέλια).

Σταύρος Χαμπάκης

-Γιατί τα πράγματα έχουν χειροτερέψει τόσο πολύ στο ελληνικό θέατρο; Γιατί τόσο κατακερματισμός δυνάμεων, πολλαπλασιασμός σκηνών και έργων και ανέβασμα μετριότατων παραστάσεων;

Γιατί αλλιώς ξεκινάς σε μια δουλειά και αλλιώς φτάνεις στο τελικό αποτέλεσμα. Τι εννοώ; Υπάρχει αρκετές φορές υψηλό καλλιτεχνικό όραμα, αλλά οι συνθήκες, η ανάγκη επιβίωσης, ο χρόνος και τα χρήματα που απαιτούνται δυσκολεύουν το κάθε εγχείρημα. Και το αποτέλεσμα είναι τελικά πολύ πιο κάτω από το προσδοκώμενο. Σίγουρα, τα χρήματα «φτιάχνουν» και τον χρόνο. Δυστυχώς, στο ελληνικό θέατρο όλα γίνονται σε ρυθμούς φαστ φουντ και αυτό υπονομεύει το ποιότητα του κάθε εγχειρήματος. Υπάρχει τεράστια πολυδιάσπαση, που δεν οδηγεί δυστυχώς πουθενά, παρά μόνο στην εξάντληση των ίδιων των ηθοποιών αλλά και των θεατών. Χρειάζεται μεγαλύτερη προσήλωση σε ο,τι κάνεις και μεγαλύτερες θυσίες, γιατί δεν μπορείς να ισορροπείς σε πολλές βάρκες. Πρέπει να πολεμήσουμε γι’ αυτό. Πρέπει να σταματήσουμε να τρέχουμε πίσω από τον εαυτό μας και το δυνάμει ενός καλλιτεχνικού στοιχήματος.

Δομνίκη Μητροπούλου_dm_

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας

Σκηνοθεσία: Μαρία Πρωτόπαππα

Σκηνικά- Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης

Αντικείμενα- Props: Γεωργία Μπούρα

Κοστούμια: Άγις Παναγιώτου

Sound design: Λόλεκ

Κίνηση: Κατερίνα Φωτιάδη

Βοηθός Σκηνοθέτη-Εκτέλεση Παραγωγής: Μαρία Ξανθοπουλίδου

Β’ Βοηθός Σκηνοθέτη: Ιουλία Σταμούλη

Βοηθός σκηνογράφου: Νατάσσα Τσιντικίδη

Βοηθός ενδυματολόγου: Στεφανία Σιαφλιούκα

Kομμώσεις: Θοδωρής Μπουρνέλης

Μακιγιάζ φωτογράφισης: Κατερίνα Μιχαλούτσου

Video Trailer παράστασης: Μιχαήλ Μαυρομούστακος

Ερμηνεύουν: Λουκία Μιχαλοπούλου, Στεφανία Γουλιώτη, Αργύρης Ξάφης

Τους πίνακες στην παράσταση φιλοτέχνησε η εικαστικός Νατάσα Πουλαντζά

Μια συμπαραγωγή με το Θέατρο του Νέου Κόσμου και την Kart Productions

Δομνίκη Μητροπούλου_dm_

INFO

Παραστάσεις: Έως 12/1/2020

Ώρες: Τε 20:00, Πε-Πα 21:15, Σα 21:15, Κυ 20:00

Τιμές εισιτηρίων: Τετάρτη & Παρασκευή: 15€ κανονικό, 12€ φοιτητικό, 10€ ανέργων

Πέμπτη: 10€ γενική είσοδος, Σάββατο-Κυριακή: 18€ κανονικό, 15€ μειωμένο

(Το μειωμένο ισχύει για φοιτητές, άνεργους, πολύτεκνους, άνω των 65 ετών, με τα αντίστοιχα δικαιολογητικά)