Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

Η επιστροφή στο Βαρώσι 46 χρόνια μετά με τα μάτια πέντε Βαρωσιωτών - Συγκλονιστικά βίντεο

Οι βαρωσιώτες, Άννα Μαραγκού και Παύλος Ιακώβου, φίλοι μπροστά από το Γυμνάσιο τους στην περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου μετά από 46 χρόνια.
Οι βαρωσιώτες, Άννα Μαραγκού και Παύλος Ιακώβου, φίλοι μπροστά από το Γυμνάσιο τους στην περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου μετά από 46 χρόνια.   -   Πνευματικά Δικαιώματα  ΚΑΤΙΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ/ ΚΥΠΕ
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Άννα 23, Παύλος 19, Τούλα στα 18, Νίκος και Αννίτα στα 15 και Χρήστος, 12 χρονών. Τότε, στο Βαρώσι, θα πήγαιναν στο Έντελβαϊζ για καφέ, θα περπατούσαν την Δημοκρατίας για ψώνια, περίπατο, φλερτ, στο Λύκειο Ελληνίδων για πολιτιστικές εκδηλώσεις, στο σινεμά του Χατζηζαμπή για ταινία, θα έκαναν μπάνιο στην παραλία μπροστά από το σπίτι του Δημάρχου, θα έτρωγαν «στέκκι» στο Smokey Joes, θα κοιμόταν στα σπίτια τους και θα ξυπνούσαν το άλλο πρωί με την μυρωδιά των λουλουδιών και των δέντρων, τον αέρα της θάλασσας, στην ακτή με την χρυσή αμμουδιά.

Σήμερα, 46 χρόνια μετά επιστρέφουν, όχι παιδιά ή νεαροί, αλλά με το φορτίο της αναμονής και της προσδοκίας. Όλοι έφυγαν με τα ρούχα που φορούσαν. Μόνο. Είχαν την πεποίθηση ότι θα επέστρεφαν. Στην πόλη που έσφυζε από ζωή, χρώμα, πολιτισμό, κόσμο. Σήμερα, επέστρεψαν σε μια πόλη βουβή, κενή, με κτίρια χωρίς πόρτες και παράθυρα, αλλά γι αυτούς γεμάτα αναμνήσεις που επιστρέφουν, συναισθήματα που εναλλάσσονται και περπάτημα, πολύ περπάτημα.

Είναι 11 το πρωί και περνάμε το σημείο που άνοιξε προς την περιφραγμένη πόλη. Οδός Ήρας με κατεύθυνση προς τον κυκλικό κόμβο που δεξιά οδηγεί στο κέντρο του Βαρωσιού, αριστερά προς το ξενοδοχείο Φλόριντα, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Παύλος Ιακώβου

Ξενοδοχείο Φλόριντα

Ο δρόμος προς το ξενοδοχείο έχει πλαστική απαγορευτική κορδέλα. Ο Παύλος Ιακώβου, 65 ετών σήμερα, βλέπει από πολύ κοντινή απόσταση το Φλόριντα, που ήταν και το σπίτι του. «Θα πάω, εγώ πάω». «Να πας, κι εγώ θα πήγαινα». Προχωρεί τραβώντας ο ίδιος βίντεο με το κινητό του. Οι άλλοι μένουν πίσω, ακόμα και η γυναίκα του η Τούλα, στα 64 σήμερα. Πλησιάζει, κλαίει αλλά περιγράφει, μπαίνει στο άδειο, εγκαταλειμμένο κτίριο, πάει παντού. Κλαίει, αλλά περιγράφει. Ανεβαίνει τα σκαλιά. «Εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα». Ψάχνει να βρει κάτι να πάρει μαζί του από το δωμάτιό του στον πρώτο όροφο του ξενοδοχείου, όπου ήταν το διαμέρισμα της οικογένειάς του, οι γονείς, ο ίδιος, η αδερφή του και η γιαγιά. Δεν βρίσκει τίποτα. Στο ξενοδοχείο με τα 60 δωμάτια σήμερα μένουν πεζούνια.

Περπατώντας μετά, σε άλλο δρόμο πιο κάτω λέει: «Μπήκα στο δωμάτιό μου μετά από 46 χρόνια». Πώς αισθάνθηκες, ρωτώ. «Αστα, κόπηκαν τα πόδια μου».Ο παππούς του ονόμασε το ξενοδοχείο Φλόριντα γιατί ήθελε πολύ να πάει στην Αμερική, στη Φλόριντα. Έφυγε από εκεί, την νύχτα της 15ης Αυγούστου. Πήγαν Ξυλοφάγου. Σήμερα μένει με την γυναίκα του στο Παραλίμνι για να είναι κοντά.

Παραλία

Είμαστε στην παραλία, μπροστά από το σπίτι του Πολ Γεωργίου και εκείνο του Ευάγγελου Λοίζου, το σπίτι του τότε Δημάρχου κ Εμφιετζή, στο ξενοδοχείο Κινγκ Τζορτζ, από τα παλιά καλά, ξενοδοχείο πριν το 1970. «Εδώ ήταν ο Ελύτης και ο Σεφέρης έμεναν στο Κίνγκ Τζορτζ», εξιστορεί η Άννα Μαραγκού, που βλέπει το σπίτι της από κει αλλά δεν μπορεί να πάει. Η θάλασσα έχει διαβρώσει τα κτίρια. Η παραλία για κάποια απόσταση δεν υπάρχει, το κύμα ακουμπά στα κτίρια.

Εδώ στο «γυριλάι», μια μεταλλική κατασκευή πυραμίδας με οριζόντιες και κάθετες βέργες, ήταν η απασχόληση για τα παιδιά στην παραλία, όταν οι μεγαλύτεροι ήταν πάνω στο Κινγκ Τζορτζ και έπιναν ποτά ή έτρωγαν. Η Άννα εξηγεί όλο το παραλιακό μέτωπο, ιδιοκτήτες, δραστηριότητες, ανεπιτήδευτα κοσμοπολίτη ζωή, όπως λέει. Εδώ περπατούσαμε, κάναμε καμάκι», λέει χαμογελώντας ο Παύλος. Και φεύγουμε από την οδό Φαλήρου προς την οδό Ιπποκράτους και το σπίτι του γιατρού Μικελλίδη, Lions, House, ξενοδοχείο Μαργαρίτα της οικογένειας Οικονομίδη, οδός Ακταίου, και προχωράμε.

Αμερικής 8

Όλοι έχουν να θυμηθούν κάτι όταν μπήκαμε στην Λεωφόρο Δημοκρατίας, ο εμπορικός δρόμος της πόλης με όλα τα καταστήματα. Εκεί γινόταν οι παρελάσεις, τα ψώνια, οι βόλτες, η ανταλλαγή βλεμμάτων, το φλερτ. Μόλις περνούσες τα 15 – 16 μπορούσες να πας και στο πιο γνωστό στέκι της πόλης, το Έντελβαϊζ να πιεις καφέ ή ποτό. Τα κορίτσια με περιορισμό. «Δεν μπορούσες να γυρίσεις νύχτα, θα ήσουν ...» λέει η Τούλα Ιακώβου. Έμενε Αμερικής 8. Παράλληλη της Δημοκρατίας. Δεν μπορεί να πάει σήμερα, ο δρόμος είναι κλειστός και απαγορεύεται. «Αν μπορούσα...Να εκεί, στο τρίτο στενό αριστερά. Εκεί είναι το σπίτι μου». Μου εξηγεί ένα ένα τα καταστήματα, τι πωλούσαν, ποιος τα είχε, ιστορίες και εικόνες που πάνε κι έρχονται στο μυαλό της καθώς περπατά.

Η Τούλα έφυγε από το Βαρώσι τον 15αυγουστο «Από πάνω φορούσα μια κίτρινη μπλούζα. Την έχω ακόμα». Περπατά στην Δημοκρατίας και μονολογεί «Αγνώριστα, είναι αγνώριστα. Δεν μας άξιζε αυτό πράγμα, δεν μας άξιζε...Έχει πολύ πόνο, επισκιάζει τις αναμνήσεις. Είναι ένα όνειρο, δεν ξέρω τι να πω».

Το φαρμακείο του Α. Κάρουλλα

«Να εδώ είναι η τράπεζα Barckleys, λένε πως δεν πείραξαν τίποτε από τις θυρίδες. Η πεθερά μου είχε κοσμήματα εδώ, της άρεσαν πολύ τα κοσμήματα», αναφέρει η Τούλα. Μπροστά από την τράπεζα - κουβούκλιο της «αστυνομίας» και στον απέναντι δρόμο, στην Λεωφόρου Ευαγόρου το φαρμακείο του Ανδρέα Κάρουλλα, πατέρα του Νίκου, 61 ετών σήμερα και του Χρίστου, 58 σήμερα. Και πάλι «yaşak», απαγορεύεται η πρόσβαση προς το φαρμακείο. Με παρακάλια και με συνοδεία του «αστυνομικού» με πολιτικά, ο Νίκος και ο Ανδρέας πάνε εκεί. Όχι μέσα, έξω, το βλέπουν από κοντά, βγάζουν φωτογραφίες απ’ έξω. Άλλωστε, μέσα δεν έμεινε τίποτα.

Ήταν το μόνο φαρμακείο με την επιγραφή και στα ελληνικά και στα τούρκικα, είχε Τούρκο μέτοχο ο πατέρας μου, λέει ο Νίκος Κάρουλλας, ενώ όλοι επιβεβαίωσαν ότι ήταν το πιο γνωστό φαρμακείο γιατί ο Ανδρέας Κάρουλλας έκανε δικές του κρέμες για τις δερματοπάθειες, συχνό φαινόμενο λόγω και της θάλασσας σε πολύ κόσμο στο Βαρώσι. Ο Νίκος βοηθούσε τον πατέρα του στο φαρμακείο, κουβαλούσε φάρμακα, μετέφερε σε ασθενείς. Είχε ποδήλατο που εκείνη την εποχή του έδινε την άνεση της μετακίνησης όπου ήθελε και βεβαίως τον έκανε «μάγκα». «Να έχεις ποδήλατο ήταν μεγάλη ιστορία», λέει.

Ο Νίκος Κάρουλλας έφυγε το απόγευμα της 15ης Αυγούστου 1974, μετά από επιμονή του πατέρα του και της μάνας του. Του είχαν πει και πίστευε ότι η μεραρχία του ελληνικού στρατού θα ερχόταν και ήθελε να τους δει.

Στην Λεωφόρο Δημοκρατίας

Πιο πάνω το σινεμά του Χατζηχαμπή που σήμερα κατέρρευσε η οροφή του, το κατάστημα υφασμάτων με το γιο του ιδιοκτήτη ο Νίκος ήταν συμμαθητής ενώ ο αδερφός του Χρήστος, που ήταν τότε 12, βγάζει φωτογραφία το κατάστημα Παναγιωτόπουλου με τα παιχνίδια από το οποίο ψώνιζε. Νωρίτερα, όλοι είχαν κάνει μια στάση στο Γυμνάσιο να το δουν. Λίγο πιο πριν η παλιά δημοτική βιβλιοθήκη σε ένα γωνιακό κτίριο που κάτω είχε βιβλιοπωλείο αλλά και pet shop. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, στο τέλος το Μετζίτ, τόπος θρησκευτικής προσευχής για τους μουσουλμάνους κι εκεί ο δρόμος τελειώνει. Δεν επιτρέπεται προς την Ερμού, Επιστρέφουμε.

Το Λύκειο Ελληνίδων

«Τούλα, τί είναι το Λύκειο Ελληνίδων;». «Πολιτιστικό κέντρο, εδώ ήταν όλες οι πολιτιστικές εκδηλώσεις, οι θεατρικές παραστάσεις. Εγώ χόρεψα πόσες φορές ως μπαλαρίνα κι έπαιξα πιάνο σε παραστάσεις εδώ; Είχε ιστορία αυτό. Δύο βήματα από το σπίτι μου. Το Βαρώσι είχε πολιτισμό», αναφέρει η Τούλα Ιακώβου.

Στο Λύκειο Ελληνίδων, το 1971, τότε 12 χρονών ο Νίκος είχε απαγγείλει σε μια παράσταση την Πόλη του Σεφέρη. Ήταν πολύ καλός και περήφανος για το ρόλο του. Σήμερα, γύρισε εκεί κρατώντας το ίδιο ποίημα, να το απαγγείλει, να το αφήσει στα σκαλιά. Η απαγορευτική κορδέλα και ο «αστυνομικός» δεν το επιτρέπουν.

Το σπίτι του Δ. Μραγκού και ...της Σοφία Λόρεν

Μπαίνουμε στην αυστηρώς στρατιωτική περιοχή, όπου το ξενοδοχείο Σάντι Μπιτς είναι σήμερα η λέσχη αξιωματικών του τουρκικού στρατού κατοχής. Πριν από αυτό είναι το σπίτι του Δημήτρη Μαραγκού ή Μήτσιου, εμπόρου, θείου της Άννας Μαραγκού. Πλησιάζει, θέλει να βγάλει μια φωτογραφία με το κινητό, αλλά ο φαντάρος λέει επίμονα με χαμόγελο «yaşak», απαγορεύεται. Η Άννα θέλει μια φωτογραφία για τα παιδιά της, αλλά δεν γίνεται λέει ο Τούρκος φαντάρος και έρχεται ακόμη ένας να μας πει ότι αυτό «είναι το σπίτι της Σοφίας Λόρεν». «Ποιο;! Τί λες άνθρωπέ μου;» λέει στα ελληνικά η Άννα που έχει θυμώσει αλλά χαμογελά και σηκώνει ενωμένες τις παλάμες των χεριών προς τα κάτω αλλά στο μέρος τους. Του εξηγεί ότι η Λόρεν ποτέ δεν πήγε στην Αμμόχωστο, ούτε αγόρασε σπίτι και όχι φυσικά το σπίτι του θείου της. «Δεν της το επέτρεψε ο στρατός», λέει ο φαντάρος. «Αυτές τις ιστορίες μην τις ακούτε, δεν υπάρχουν». Ο δρόμος σε λίγες μέρες θα κλείσει σ’ εκείνο το σημείο, μαθαίνουμε, καθώς οι μπουλντόζες εργάζονται για να ανοίξουν τον παράλληλο.

Στο σπίτι αυτό, εξηγεί η Άννα, ο θείος της είχε την μεγαλύτερη κυπρολογική βιβλιοθήκη, χειρόγραφα, αγιογραφίες, έργα σπουδαίων ζωγράφων όπως του Ιωάννου από το Βαρώσι. Σήμερα φαντάζει έρημο αρχοντικό. «Φεύγοντας για σπουδές το 1968 είχαν πάρει μερικούς τόμους κυπρολογίας. Εγώ μεγάλωσα σε αυτό το σπίτι. Όλη η οικογένεια ήμασταν δεμένοι. Χρόνια μετά βρήκα κάποια από τα βιβλία του θείου μου σε οίκους δημοπρασιών και τα αγόρασα πίσω. Μου είπαν όμως ότι υπάρχουν βιβλία του στην Κερύνεια, στις αποθήκες που έχουν έργα Ελληνοκυπρίων».

Η πόρτα της κυρά Δέσπως

Απέναντι από το Σάντι Μπιτς το σπίτι της Αννίτας, 61 ετών σήμερα. Οι οδηγίες ήταν αυστηρές και σαφείς από το σημείο που μπήκαμε σε αυτό το μέρος του δρόμου που περνά μπροστά από την λέσχη αξιωματικών του τουρκικού στρατού: απαγορεύονται οι φωτογραφίες, διακίνηση μόνο από μία λωρίδα του δρόμου για τους πεζούς. «Θέλω να μπω, να η πόρτα της κυρά Δέσπως. Από δω πήγαινα στην αυλή μας».

«Είχαμε αυλή όπως την άμμο της θάλασσας, χρυσή. Να πέσει πάνω μας...Α Παναγιά μου, Θέλω να πάω Από την πορτού της Δέσπως».

Η Αννίτα δείχνει το σπίτι της, φαίνεται η στέγη ή ότι απέμεινε από αυτή, τα «πισινά» που έμενα η γιαγιά, η λεμονιά που φυτοζωεί. Σ’ ένα στενό πιο πάνω γίνεται απόπειρα να πάει από γύρω. Ένας άνδρας με πολιτικά την προλαβαίνει με το σύζυγό της και τους γυρνάει πίσω. «Yaşak», απαγορεύεται.

Από μακριά το σπίτι της Άννας

«Να εκεί που φαίνεται η αρογκάρια είναι το σπίτι μου. Αυτό με τα κεραμίδια. Τα παράθυρα που φαίνονται είναι το εργαστήρι που ζωγράφιζε η μητέρα μου» λέει η Άννα Μαραγκού, 69 χρονών σήμερα. Δεν είναι ανοικτή εκείνη η περιοχή, την βλέπουμε από την Λεωφόρο Κέννεντυ, την τουριστική λεωφόρο του Βαρωσίου

Η Άννα με τις αδερφές και την μάνα της έφυγε από το Βαρώσι στις 13 Αυγούστου 1974. Ο γιατρός πατέρας της από το ξενοδοχείο Μάρκος, όπου είχε μεταφέρει το νοσοκομείο μετά από πληροφορίες πως θα βομβάρδιζε το νοσοκομείο η τουρκική αεροπορία, πήρε τηλέφωνο την μητέρα της και της είπα να φύγουν. «Έφυγα φορώντας από κάτω το μαγιό και από πάνω μια μπλούζα».

Η επιστροφή

Λίγο πριν την έξοδο από την περιφραγμένη περιοχή, ξαποσταίνουμε σε κάποια σκαλιά. Κόσμος ξένος έρχεται να περπατήσει και να δει. Ακούμε αγγλικά, ρωσικά, τουρκικά, οικογένειες με παιδιά, νεαροί που κάνουν βόλτα. «Μ’ ενοχλεί αυτό. Κάνουν περίπατο στον πόνο μου. Εγώ πονάω και αυτοί κάνουν περίπατο», λέει η Άννα Μαραγκού.

Θεωρούν τους εαυτούς τους τυχερούς γιατί έζησαν το Βαρώσι την εποχή εκείνη και η Άννα λέει ότι το να γίνει το Βαρώσι, Λας Βέγκας «είναι εφιάλτης», αλλά και μετά από αυτό που είδαν σήμερα, κανείς τους δεν πιστεύει ότι θα επιστρέψουν οι Αμμοχωστιανοί στην πόλη τους.

Στο αυτοκίνητο και η Κάτια Χριστοδούλου, η φωτογράφος του ΚΥΠΕ από το Παλαίκυθρο. Εκείνη επέστρεψε το 2003 και είδε το σπίτι της, όπου μένουν άλλοι. «Τελικά είναι καλό ή κακό, έχει διαφορά να μένει κάποιος άλλος μέσα ή να είναι άδειο, εγκαταλειμμένο;» ρωτάω. ‘Ολοι απαντούν όχι. «Δεν είναι δικό σου, δεν μπορείς να πας, είτε έτσι, είτε αλλιώς», λέει η Άννα και ο Παύλος με την Κάτια συμφωνούν. Όλοι έχουν αφήσει τη ψυχή τους μέσα στα σπίτια τους, στα μέρη που μεγάλωσαν.

«Εμείς φεύγουμε, είμαστε η γενιά που έχουμε συναισθηματική σχέση με το Βαρώσι. Εμείς, όχι τα παιδιά μας» λέει η Άννα και ο Παύλος προσθέτει ότι δεν νιώθει πως έχει το δικαίωμα να αφήσει χρέος στα παιδιά του,εάν – σε περίπτωση που ανοίξει το Βαρώσι – θέλει ο ίδιος να φτιάξει το ξενοδοχείο. Θα επιστρέψουν; Όχι, λένε. Είναι ψυχοφθόρο. «Θα έρθω κι αύριο γιατί υποσχέθηκα σε φίλους», λέει ο Παύλος «κι αν οι κόρες μου θελήσουν να τις φέρω».

«Στην Αμμόχωστο όμως θα επιστρέφουμε. Εγώ έρχομαι στην Αμμόχωστο γιατί αποδεικνύει την ελληνικότητα του τόπου μου. Θα με φέρνει η ιστορία πίσω. Η προσωπική μου ιστορία, ο μαζοχισμός να έρθω να δω αυτό που είδα κι τον κάθε τουρίστα να περπατά πάνω στον πόνο μου, δεν νομίζω να μπορώ να το αντέξω ξανά» λέει η Άννα. Και ο Παύλος θα επιστρέψει στην πόλη. «Εδώ μεγάλωσα. Αλλά όχι σε αυτό που είδα σήμερα». Νιώθει κι αυτός ενοχλημένος με τον κόσμο να περπατά ως τουρίστες. «Είναι ψυχοφθόρο».

Στην επιστροφή στο σημείο ελέγχου των Βάσεων ρωτάμε αν η κίνηση αυξήθηκε από τότε που άνοιξε μερικώς το Βαρώσι. Σήμερα ήταν λίγο πιο αυξημένη από αντίστοιχες ημέρες, ήταν η απάντηση.