Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

Μείωση του αριθμού Αμερικανών στρατιωτών σε Αφγανιστάν και Ιράκ ανακοίνωσε το Πεντάγωνο

euronews_icons_loading
Μείωση του αριθμού Αμερικανών στρατιωτών σε Αφγανιστάν και Ιράκ ανακοίνωσε το Πεντάγωνο
Πνευματικά Δικαιώματα  Nasser Nasser/Copyright 2019 The Associated Press. All rights reserved
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θα μειώσει δραστικά τον αριθμό των αμερικανικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν από 4.500 σε 2.500 ως τα μέσα Ιανουαρίου, ανακοίνωσε χθες Τρίτη το Πεντάγωνο, με τον Ρεπουμπλικάνο απερχόμενο πρόεδρο να σταματάει ένα βήμα πριν την πλήρη αποχώρηση από τον πιο μακροχρόνιο πόλεμο στην ιστορία των ΗΠΑ, έπειτα από την έντονη αντίδραση των εταίρων του τόσο στο εσωτερικό και το εξωτερικό.

Ο υπηρεσιακός υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Κρίστοφερ Μίλερ, τον οποίο ο Τραμπ διόρισε την προηγούμενη εβδομάδα αφού απέπεμψε αιφνιδιαστικά τον Μαρκ Έσπερ, επιβεβαίωσε την απομάκρυνση μεγάλου μέρους των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν και ανακοίνωσε μια μικρή μείωση των δυνάμεων και στο Ιράκ, από 3.000 σε 2.500.

“Ως τις 15 Ιανουαρίου 2021 οι δυνάμεις μας, το μέγεθός τους στο Αφγανιστάν θα είναι 2.500. Το μέγεθος των δυνάμεών μας στο Ιράκ θα είναι επίσης 2.500 την ίδια ημερομηνία”, δήλωσε ο Μίλερ στους δημοσιογράφους.

Περίπου την ίδια ώρα ο επικεφαλής της Γερουσίας, ο Ρεπουμπλικάνος Μιτς Μακόνελ, προειδοποίησε κατά οποιασδήποτε μεγάλης αλλαγής στην αμυντική ή εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ τους επόμενους δύο μήνες, περιλαμβανομένης μιας βιαστικής απόσυρσης των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν και το Ιράκ.

“Είναι εξαιρετικά σημαντικό τους επόμενους δύο μήνες να μην υπάρξουν συνταρακτικές αλλαγές στην αμυντική και εξωτερική πολιτική”, τόνισε ο Μακόνελ, ο οποίος είναι αντίθετος στην απομάκρυνση των αμερικανικών στρατευμάτων.

Ο Τραμπ πρόκειται να αποχωρήσει από την προεδρία στις 20 Ιανουαρίου. Οι επικριτές του καταγγέλλουν ότι προχωρά στην απόσυρση των στρατευμάτων βάσει του δικού του χρονοδιαγράμματος και όχι βασιζόμενος σε κάποια εξέλιξη στο Αφγανιστάν, η οποία θα δικαιολογούσε την κίνηση αυτή.

Ο επικεφαλής των Ρεπουμπλικάνων στην επιτροπή Ενόπλων Δυνάμεων της Βουλής των Αντιπροσώπων Μακ Θόρνμπερι επέκρινε την απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων, χαρακτηρίζοντάς την “λάθος”, όπως έκαναν και άλλοι κοινοβουλευτικοί των Ρεπουμπλικάνων αλλά και των Δημοκρατικών.

“Επιπλέον μείωση στο Αφγανιστάν θα υπονομεύσει τις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται εκεί. Οι Ταλιμπάν δεν έχουν κάνει τίποτα, δεν έχουν τηρήσει κανέναν όρο, που να δικαιολογεί την απόσυρση”, τόνισε ο Θόρνμπερι.

Ανησυχία για την αλ Κάιντα

Αμερικανοί και Αφγανοί αξιωματούχοι προειδοποιούν για τα ανησυχητικά επίπεδα βίας από τους Ταλιμπάν και τη σύνδεση των ανταρτών με την αλ Κάιντα.

Κάποιοι Αμερικανοί αξιωματικοί ζητούν από τον Τραμπ να διατηρήσει προς το παρόν τον αριθμό των αμερικανικών δυνάμεων περίπου στις 4.500.

Στις 7 Οκτωβρίου ο Αμερικανός πρόεδρος είχε ανακοινώσει μέσω Twitter: “Θα πρέπει να έχουμε τον μικρό εναπομείναντα αριθμό των ΓΕΝΝΑΙΩΝ ανδρών και γυναικών μας που υπηρετούν στο Αφγανιστάν πίσω στο σπίτι τους για τα Χριστούγεννα!”.

Η ανακοίνωση αυτή είχε θορυβήσει Αμερικανούς αξιωματικούς, συμμάχους των ΗΠΑ και κοινοβουλευτικούς, οι οποίοι είχαν αντιταχθεί σθεναρά στην αιφνιδιαστική, μονομερή απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων.

Ο Ρικ Όλσον, πρώην ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, δήλωσε ότι οι 2.500 Αμερικανοί στρατιώτες που θα παραμείνουν δίνουν στην Ουάσινγκτον περιθώριο να προωθήσει τις ειρηνευτικές προσπάθειες, αλλά “θα ήταν καλύτερο αν είχαν παραμείνει 4.500”.

“Μηδέν θα ήταν πραγματικά φρικτό, ενώ 2.500 είναι ίσως εντάξει, αλλά πιθανότατα όχι πολύ σταθερά”, επεσήμανε. “Θα έλεγα ότι με 2.500 (η κατάσταση) θα είναι μάλλον σταθερή εφόσον τηρηθεί η συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ταλιμπάν. Όμως αυτό ενδέχεται να μην συμβεί διότι οι Ταλιμπάν δεν έχουν μειώσει καθόλου τη βία, όπως έχουν δεσμευθεί”.

Ο Ρόνλαντ Νόιμαν, πρώην Αμερικανός πρεσβευτής στην Καμπούλ, προειδοποίησε ότι “αν αποσυρθούμε πιο γρήγορα από το χρονοδιάγραμμα, οι Ταλιμπάν δεν θα έχουν λόγους να διαπραγματευθούν”.

Οι Ταλιμπάν συμφώνησαν στα τέλη Φεβρουαρίου με τις ΗΠΑ να μειώσουν τη βία στο Αφγανιστάν, με αντάλλαγμα την απομάκρυνση των αμερικανικών δυνάμεων από τη χώρα ως τον Μάιο. Ωστόσο η βία αυξάνεται σε όλο το Αφγανιστάν, με τους αντάρτες να επιτίθενται εναντίον κάποιων πρωτευουσών επαρχιών, αναγκάζοντας την Ουάσινγκτον να εξαπολύσει αεροπορικές επιδρομές εναντίον τους.

Ο στρατηγός των Πεζοναυτών Κένεθ Μακένζι, επικεφαλής της Αμερικανικής Κεντρικής Διοίκησης, χαρακτήρισε τη βία “το μεγαλύτερο εμπόδιο στην πρόοδο της ειρηνευτικής διαδικασίας”.

“Απλώς και μόνο ο αριθμός των επιθέσεων των Ταλιμπάν εναντίον του αφγανικού λαού δεν δείχνει μια οργάνωση που σκέφτεται σοβαρά την ειρήνη”, επεσήμανε ο Μακένζι αυτή την εβδομάδα.

Επτά ρουκέτες εκτοξεύθηκαν στη Βαγδάτη

Επτά ρουκέτες εκτοξεύθηκαν το βράδυ χθες Τρίτη εναντίον στόχων στη Βαγδάτη, ιδίως της αμερικανικής πρεσβείας, ενέργεια η οποία κατά τα φαινόμενα έβαλε τέλος στην εκεχειρία που είχαν κηρύξει πριν από έναν μήνα και πλέον φιλοϊρανικές ιρακινές ένοπλες ομάδες και η οποία είχε αποτέλεσμα να σκοτωθεί ένα κοριτσάκι.

Η επανέναρξη των εχθροπραξιών σημειώθηκε την ώρα που ο νέος, υπηρεσιακός υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, ο Κρίστοφερ Μίλερ, ανακοίνωνε πως η Ουάσινγκτον θα αποσύρει 500 αμερικανούς στρατιωτικούς από το Ιράκ, μειώνοντας τη δύναμή της στη χώρα σε 2.500 στελέχη.

Τέσσερις ρουκέτες έπεσαν στη λεγόμενη Πράσινη Ζώνη, όπου βρίσκεται η αμερικανική πρεσβεία, ενώ άλλες τρεις σε συνοικίες της ιρακινής πρωτεύουσας, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ένα κοριτσάκι και να τραυματιστούν άλλοι πέντε πολίτες, διευκρίνισε ο ιρακινός στρατός.

Η επίθεση, που έγινε από την περιοχή αλ Αμίν της ανατολικής Βαγδάτης κατά την ίδια πηγή, εξαπολύθηκε δύο ώρες έπειτα από τηλεφωνική συνδιάλεξη του ιρακινού πρωθυπουργού Μουστάφα αλ Καντίμι και του αμερικανού ΥΠΕΞ Μάικ Πομπέο.

Οι δύο άνδρες συζήτησαν κυρίως, σύμφωνα με το γραφείο του Καντίμι, για «το μέλλον της συνεργασίας μεταξύ του Ιράκ και του διεθνούς συνασπισμού υπό τις ΗΠΑ», ο οποίος αναπτύχθηκε το 2014 στο Ιράκ για να αντιμετωπιστεί η τζιχαντιστική οργάνωση Ισλαμικό Κράτος (ΙΚ).

Εκπρόσωπος του συνασπισμού επιβεβαίωσε χθες βράδυ ότι έγινε επίθεση εναντίον της αμερικανικής πρεσβείας, αρνούμενος να σχολιάσει τη χρήση του αμερικανικού συστήματος C-RAM για την αναχαίτιση ρουκετών.

Δεκάδες ρουκέτες έχουν εκτοξευθεί φέτος εναντίον της Πράσινης Ζώνης, αλλά το σύστημα αυτό δεν έχει επιτρέψει να πλήξουν το κτιριακό συγκρότημα της πρεσβείας.

Στα μέσα του Οκτωβρίου, φιλοϊρανικές ένοπλες ομάδες του Ιράκ ανακοίνωναν ότι θα σταματούσαν να επιτίθενται εναντίον της αμερικανικής πρεσβείας, με την προϋπόθεση ότι η Ουάσινγκτον θα προχωρούσε στην απόσυρση όλων των στρατευμάτων της ως το τέλος της χρονιάς.

Η ανακωχή αυτή κηρύχθηκε με φόντο οξυμένες διπλωματικές εντάσεις. Λίγο προτού αναγγελθεί, ο Πομπέο είχε απευθύνει τελεσίγραφο στους ιρακινούς ηγέτες: αν δεν σταματούσαν οι εκτοξεύσεις ρουκετών, η Ουάσινγκτον απλούστατα θα απέσυρε όλους τους διπλωμάτες και τους στρατιωτικούς της από την ιρακινή επικράτεια.

Ακόμη και σήμερα, παρά τη νίκη του Δημοκρατικού Τζο Μπάιντεν στις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ, ειδικοί σημειώνουν ότι η κυβέρνηση του Ρεπουμπλικάνου προέδρου Ντόναλντ Τραμπ έχει έτοιμα όλα τα απαραίτητα έγγραφα για να προχωρήσει στο κλείσιμο της αμερικανικής πρεσβείας στη Βαγδάτη.

Για την Ουάσινγκτον, οι σχεδόν 90 επιθέσεις, κυρίως με ρουκέτες, που έχουν γίνει τον τελευταίο χρόνο —εναντίον της πρεσβείας της, ιρακινών βάσεων όπου στρατωνίζονται δυνάμεις της και οχηματοπομπών επιμελητείας ιρακινών συμβασιούχων του αμερικανικού στρατού— είναι έργο πρωτίστως της Κατάεμπ Χεζμπολάχ («Ταξιαρχίες του Στρατού του Θεού»), της πιο ριζοσπαστικοποιημένης από τις φιλοϊρανικές οργανώσεις στη χώρα.

Για πολλές από τις επιθέσεις, την ευθύνη έχουν αναλάβει παντελώς άγνωστες οργανώσεις, που αποτελούν απλώς ψευδώνυμα φιλοϊρανικών ένοπλων ομάδων, σύμφωνα με ειδικούς.

Κάθε φορά, οι οργανώσεις αυτές απαιτούν την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων «κατοχής», κάτι που αξίωσε άλλωστε το κοινοβούλιο του Ιράκ νωρίτερα φέτος.

Τον Ιανουάριο, 48 ώρες μετά την εξόντωση σε αεροπορική επιδρομή στη Βαγδάτη του Κάσεμ Σουλεϊμάνι, κορυφαίου ιρανού στρατηγού, και του ιρακινού συμμάχου του Αμπού Μάχντι αλ Μουχάντις, οι σιίτες βουλευτές τάσσονταν υπέρ της εκδίωξης όλων των ξένων δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων των 5.200 αμερικανών στρατιωτικών που βρίσκονταν τότε στην επικράτεια του Ιράκ.

Η κυβέρνηση της περιόδου εκείνης όμως αντέτεινε ότι απλά διαχειριζόταν τις τρέχουσες υποθέσεις και δεν ήταν σε θέση να εφαρμόσει τέτοιο μέτρο. Η κυβέρνηση του Καντίμι, που ανέλαβε τον Μάιο, συνηγόρησε υπέρ του να δοθούν «τρία χρόνια» στις αμερικανικές δυνάμεις για να αποχωρήσουν.

Οι ΗΠΑ ανέπτυξαν ισχυρή δύναμη στη χώρα το 2014 για να αντιμετωπιστεί το ΙΚ, έπειτα από μια πρώτη απόσυρση των στρατευμάτων τους το 2011 από το Ιράκ, το οποίο κυρίευσαν με την εισβολή του 2003.

Εκπρόσωπος της Κατάεμπ Χεζμπολάχ φέρεται να δήλωσε, σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων Ρόιτερς, πως παρότι η οργάνωση δεν έχει ορίσει προθεσμία, αν τα αμερικανικά στρατεύματα «επιμείνουν να παραμένουν» στο ιρακινό έδαφος, θα υποστούν κι άλλες επιθέσεις.

Η χθεσινή επίθεση, αν επιβεβαιωθεί πως σήμανε το τέλος της εκεχειρίας των φιλοϊρανικών ένοπλων ομάδων, θα αυξήσει ακόμη περισσότερο την πίεση που υφίσταται ο πρωθυπουργός Καντίμι.