Έκτακτη είδηση
Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Τουρκία: «Βυθίζεται» η λίρα μετά την απόλυση του κεντρικού τραπεζίτη- Διακοπή συναλλαγών

Omer Kuscu
Omer Kuscu   -   Πνευματικά Δικαιώματα  Omer Kuscu/Copyright 2020 The Associated Press. All rights reserved
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Κοντά στο ιστορικό της ναδίρ έφτασε η τουρκική λίρα με το άνοιγμα των ασιατικών αγορών, μετά την καθαίρεση του διοικητή της κεντρικής τράπεζας Νάτζι Αμπάλ, πρώην υπουργού Οικονομικών, ο οποίος έχαιρε γενικά σεβασμού στις αγορές, από τον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν το βράδυ της Παρασκευής.

Ειδικότερα, η συναλλαγματική ισοτιμία της τουρκικής λίρας έναντι του αμερικανικού δολαρίου υποχώρησε κατά 17% και πλέον.

Η ισοτιμία του τουρκικού νομίσματος διαμορφωνόταν σε 8,47:1 έναντι του δολαρίου ΗΠΑ κατά την έναρξη των συναλλαγών, έναντι 7,22:1 στα τέλη της περασμένης εβδομάδας. Κατόπιν ανακτήθηκε μέρος του χαμένου εδάφους, με την ισοτιμία να διαμορφώνεται στις 8,09 λίρες για ένα δολάριο.

Mετά την ισχυρή πτώση του κύριου δείκτη του, το Χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης διέκοψε σήμερα το πρωί τις συναλλαγές. Ειδικότερα, οι συναλλαγές διακόπηκαν για 35 λεπτά της ώρας για να επαναληφθούν στις 09:30 (ώρα Ελλάδας), αφού ο κύριος δείκτης είχε σημειώσει πτώση κατά 6,65%. Η διακοπή των συναλλαγών έγινε στο πλαίσιο μηχανισμού που προβλέπει τη διακοπή αυτή σε περιπτώσεις ισχυρών διακυμάνσεων των τιμών των μετοχών.

Ο κ. Αμπάλ καθαιρέθηκε δυνάμει προεδρικού διατάγματος το οποίο δημοσιοποιήθηκε αργά το βράδυ της Παρασκευής, στο οποίο δεν εξηγήθηκε το γιατί· ωστόσο η εξέλιξη σημειώθηκε δύο ημέρες μετά την αύξηση κατά 2% του βασικού κατευθυντηρίου επιτοκίου του κεντρικού πιστωτικού ιδρύματος της Τουρκίας, στο 19%. Η κεντρική τράπεζα εξήγησε ότι η κίνηση είχε σκοπό να φρενάρει τον πληθωρισμό, που αυξήθηκε με ετήσιο ρυθμό 15,6% τον Φεβρουάριο. Το μέτρο έτυχε θετικής υποδοχής στις αγορές.

Ο διοικητής βρισκόταν στη θέση για μόλις πέντε μήνες.

Ο πρόεδρος Ερντογάν, θιασώτης της ταχείας οικονομικής ανάπτυξης με υποστήριξη από τις τράπεζες, εναντιώνεται πάγια στα υψηλά επιτόκια, καθώς θεωρεί, αψηφώντας τις κλασικές οικονομικές θεωρίες, ότι επιδεινώνουν τον πληθωρισμό.

Τον κ. Αμπάλ αντικατέστησε ο οικονομολόγος Σαχάπ Καβτζίογλου, πρώην βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AK), εξέλιξη που προφανώς οι αγορές εξέλαβαν ως αμφισβήτηση της μελλοντικής ανεξαρτησίας του τουρκικού κεντρικού πιστωτικού ιδρύματος.

Ο νέος διοικητής υποσχέθηκε χθες Κυριακή ότι δεν θα προχωρήσει σε απρόσμενες, σημαντικές αλλαγές πολιτικής και ότι θα εφαρμόσει τα απαραίτητα μέτρα για την καταπολέμηση του πληθωρισμού.

«Η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας θα συνεχίσει να αξιοποιεί όλα τα εργαλεία νομισματικής πολιτικής με αποτελεσματικότητα, για να επιτύχει τον στόχο της: τη διαρκή μείωση του πληθωρισμού», διαβεβαίωσε ο κ. Καβτζίογλου σε δελτίο Τύπου που δημοσιοποίησε, χωρίς πάντως, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, να πείσει.

Αναλυτές προειδοποιούν ότι η πραγματική δοκιμασία για τη λίρα θα έρθει όταν ανοίξουν οι αγορές στην Ευρώπη.

Η άνοδος του πληθωρισμού και η πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας της λίρας τα τελευταία χρόνια έχουν πλήξει τη δημοτικότητα του προέδρου Ερντογάν.

Ο κ. Αμπάλ είναι ο τρίτος διοικητής της κεντρικής τράπεζας που καθαιρέθηκε από τα μέσα του 2019.

Στο πλαίσιο αυτό, η Goldman Sachs προειδοποιεί για πολύ άσχημες εξελίξεις, κάνοντας λόγο για άμεση ανεξέλεγκτη πτώση της λίρας. Καθώς, όμως, θα εντείνονται οι πιέσεις στη λίρα, η επενδυτική τράπεζα σημειώνει ότι ο Καβτζίογλου ενδεχομένως να στραφεί σε μία ανορθόδοξη και κοστοβόρο πολιτική συναλλαγματικών παρεμβάσεων για τη στήριξη του νομίσματος,όπωςσυνέβητο2019και το 2020, πυροδοτώντας ουσιαστικά μία νέα νομισματική κρίση. Ο επενδυτικός οίκος προβλέπει ακόμη ότι τα επιτόκια θα υποχωρήσουν πολύ πιο γρήγορα από το τέταρτο τρίμηνο που αναμενόταν αρχικά, με την απαρχή ενός νέου κύκλου επιτοκιακών μειώσεων, που η σταθερότητά του όμως αμφισβητείται από την εξασθένηση του νομίσματος και τους κινδύνους για την τραπεζική σταθερότητα.

Ο οίκος Scope Ratings θεωρεί ότι ο νέος διορισμός υπονομεύει την ίδια την αξιοπιστία της νομισματικής πολιτικής της χώρας και η επιστροφή σε ανορθόδοξες πολιτικές θα είναι αρνητική για την πιστοληπτική αξιολόγηση της Τουρκίας.