Έκτακτη είδηση
Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Η μακρά Covid-19 αυξάνει τον κίνδυνο για προβλήματα στα νεφρά

Access to the comments Σχόλια
Από Euronews with ΑΠΕ ΜΠΕ
AP Photo
AP Photo   -   Πνευματικά Δικαιώματα  AP Photo
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Τα παρατεταμένα για καιρό συμπτώματα της λεγόμενης «μακράς Covid-19», που επιμένουν για μήνες μετά την αρχική λοίμωξη, συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο για νέα προβλήματα στα νεφρά, από απλή δυσλειτουργία έως προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια, δείχνει μια αμερικανική επιστημονική έρευνα.

Όσοι πέρασαν πιο βαριά τη νόσο, ιδίως εκείνοι που χρειάστηκαν εισαγωγή σε ΜΕΘ, έχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο (έως 13 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα) για κατοπινή βλάβη στα νεφρά, ακόμη κι αν δεν είχαν εμφανίσει οξεία νεφρική νόσο κατά τη νοσηλεία τους.

Η μελέτη, με επικεφαλής τον δρα Ζιγιάντ Αλ-'Αλι του Πανεπιστημίου Ουάσιγκτον του Σεντ Λούις, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό της Αμερικανικής Εταιρείας Νεφρολογίας (JASN), σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερς, ανέλυσαν δεδομένα για περίπου 1,7 εκατομμύρια άτομα, εκ των οποίων σχεδόν 90.000 είχαν αρρωστήσει από τον κορονοϊό και είχαν συμπτώματα για τουλάχιστον ένα μήνα.

Διαπιστώθηκε ότι όσο πιο μακρόχρονη ήταν η Covid-19, τόσο αυξημένη ήταν η πιθανότητα εκδήλωσης νέων νεφρικών προβλημάτων, κάτι που ίσχυε ακόμη και αν ο ασθενής με κορονοϊό δεν είχε χρειαστεί νοσηλεία, ούτε εισαγωγή σε ΜΕΘ. Πάντως η νεφρική ανεπάρκεια και δυσλειτουργία ήταν πιο εμφανής σε όσους είχαν περάσει πιο βαριά λοίμωξη.

Περίπου το 5% - ο ένας στους 20- των ασθενών με μακρά Covid-19 εμφάνισαν μείωση τουλάχιστον 30% στον κρίσιμο δείκτη νεφρικής λειτουργίας eGFR (ρυθμός σπειραματικής διήθησης με βάση την κρεατινίνη στο αίμα). Γενικότερα, οι άνθρωποι με μακρόχρονη Covid-19 είχαν κατά μέσο όρο 25% μεγαλύτερη πιθανότητα, σε σχέση με όσους δεν είχαν μολυνθεί από τον κορονοϊό, να εμφανίσουν μείωση 30% στον εν λόγω δείκτη.

Ο δείκτης eGFR εμφανίζει φυσιολογική πτώση όσο γερνάει κανείς (περίπου 1% ετησίως), αλλά η μακρά Covid-19 μπορεί να επιδεινώσει και να επιταχύνει αυτή τη διαδικασία νεφρικής ανεπάρκειας (μια μείωση του δείκτη διήθησης κατά 30% ισοδυναμεί με χαμένα 30 χρόνια νεφρικής λειτουργίας).

Η μελέτη δείχνει επίσης ότι οι ασθενείς με Covid-19 έχουν σχεδόν διπλάσια πιθανότητα να εμφανίσουν οξεία νεφρική βλάβη, κατά την οποία τα νεφρά χάνουν απότομα τη λειτουργικότητα τους, κάτι που μπορεί να προκαλέσει διάφορα συμπτώματα, όπως πρήξιμο στα πόδια, κόπωση και δύσπνοια. Όσοι έχουν χρειαστεί νοσηλεία λόγω Covid-19, έχουν πέντε έως οκτώ φορές μεγαλύτερη πιθανότητα για οξεία βλάβη των νεφρών, σε σχέση με τους μη-Covid-19 ασθενείς, ενώ ο κίνδυνος οξείας νεφρικής βλάβης είναι περίπου 30% μεγαλύτερος για όσους ασθενείς "βγάζουν" τη λοίμωξη Covid-19 στο σπίτι τους.

Όπως είπε ο δρ Αλ-'Αλι, «τα ευρήματα μας αναδεικνύουν την κρίσιμη σημασία να δίνεται προσοχή στη νεφρική λειτουργία και νόσο κατά τη θεραπεία των ασθενών με Covid-19». Επεσήμανε επίσης πως προς το παρόν δεν είναι σαφές κατά πόσο θα σταματήσει η επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας στους ασθενείς με μακρά Covid-19 που εμφανίζουν τέτοια προβλήματα.

Η οξεία νεφρική βλάβη μπορεί να αναστραφεί χωρίς να προκύψει χρόνιο πρόβλημα, αλλά μερικοί ασθενείς στη μελέτη εμφάνισαν νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου. Πάντως, σύμφωνα με τους ερευνητές, οι άνθρωποι που πέρασαν ήπια την Covid-19, είναι απίθανο να εμφανίσουν νεφρικά προβλήματα, ενώ ο κίνδυνος είναι κάπως μεγαλύτερος για όσους ταλαιπωρήθηκαν επί εβδομάδες από τη νόσο.

Διεθνής μελέτη: Την αρχική απώλεια της όσφρησης λόγω Covid-19 μπορεί να διαδεχθούν οι διαστρεβλωμένες και ανύπαρκτες οσμές επί μήνες

Σύμφωνα με μια δεύτερη έρευνα, οι περισσότεροι άνθρωποι που εμφανίζουν απώλεια όσφρησης, εξαιτίας της Covid-19, τελικά την ξαναβρίσκουν ύστερα από λίγο καιρό. Κάποιοι, όμως, εμφανίζουν αργότερα διάφορες επίμονες διαταραχές της συγκεκριμένης αίσθησης, όπως παροσμία και φαντοσμία, δηλαδή μυρίζουν αλλοιωμένες μυρωδιές σε σχέση με τις πραγματικές ή και τελείως ανύπαρκτες.

Οι ερευνητές από πολλές χώρες, με επικεφαλής την καθηγήτρια Μάσα Νιβ του Εβραϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ, που έκαναν τη σχετική προδημοσίευση στο medRxiv, σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερς, ανέλυσαν στοιχεία για 1.468 ασθενείς με Covid-19, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν εμφανίσει απώλεια όσφρησης και γεύσης από την αρχή της λοίμωξης.

Αρκετά γρήγορα, περίπου το 10% των ασθενών ανέφεραν επίσης διαστρεβλώσεις της όσφρησης (παροσμία) ή ανεξήγητες και φανταστικές οσμές (φαντοσμία). Μετά τη διέλευση έξι έως οκτώ μηνών από την αρχική λοίμωξη και τη διάγνωση της απώλειας όσφρησης, περίπου το 60% των γυναικών και το 48% των ανδρών είχαν ανακτήσει έως το 80% της οσφρητικής ικανότητας τους προ λοίμωξης.

Από την άλλη, όμως, είχαν αυξηθεί σημαντικά τα περιστατικά παροσμίας (47%) και φαντοσμίας (25%). Όπως είπε χαρακτηριστικά ένας ασθενής, «μερικές φορές μπορώ να μυρίσω κάτι καμμένο, αλλά κανένας άλλος γύρω μου δεν μυρίζει κάτι ανάλογο».

Τέτοια επίμονα προβλήματα όσφρησης είναι συχνότερα στους ανθρώπους με μακρά Covid-19 που έχουν περισσότερα συμπτώματα, σύμφωνα με τους ερευνητές.

Η ξαφνική απώλεια όσφρησης και γεύσης είναι δύο συχνά πρώιμα σύμπτωματα της Covid-19, στο 40% έως 75% των περιστατικών της νόσου. Αποτελούν πρόβλημα για τη σωματική και ψυχική υγεία, μεταξύ άλλων επηρεάζοντας τη διατροφή. Οι έως τώρα μελέτες δείχνουν ότι η γεύση επανέρχεται ταχύτερα από την όσφρηση και ότι όταν οι διαταραχές όσφρησης επιμένουν για καιρό, δεν συνοδεύονται συνήθως από διαταραχές και της γεύσης.