Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Κατάρ: Μια χώρα με πλούσιο ιστορικό και αρχαιολογικό παρελθόν

Από Euronews
euronews_icons_loading
Κατάρ: Μια χώρα με πλούσιο ιστορικό και αρχαιολογικό παρελθόν
Πνευματικά Δικαιώματα  euronews

Οι οικίες πολιτιστικής κληρονομιάς του Μισαρέμπ

Τέσσερις παραδοσιακές κατοικίες αποτελούν το σύμπλεγμα μουσείων του Μισαρέμπ. Οι εκθέσεις παρουσιάζουν την ίδρυση και τη μεταμόρφωση του Κατάρ σε αυτό που είναι σήμερα. Δημιουργήθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα και είναι μέρος του επανασχεδιασμού του κέντρου της Ντόχα.

Η οικία Μπιν Τζελμούντ είναι ένας από τους χώρους που μπορείτε να εξερευνήσετε την κοινωνική ιστορία του Κατάρ. Ο Φαχάντ Αλ Τέρκι είναι διευθυντής εκθέσεων των μουσείων του Μισαρέμπ: «Μέρος της αποστολής της οικίας Μπιν Τζελμούντ είναι να τιμήσει τη συνεισφορά των σκλάβων, την πολιτιστική και οικονομική συνεισφορά στο κράτος του Κατάρ, να αφηγηθεί την ιστορία που συχνά δεν λέγεται σε αυτό το μέρος του κόσμου».

Το κοινό μπορεί επίσης να γνωρίσει την κατοικία του γιου του ιδρυτή του σύγχρονου Κατάρ. Αναδεικνύει την ιστορία της περιοχής. Στην οικία Ραντουάνι, μπορείτε να δείτε πώς ζούσαν οι Καταριανοί και να δείτε το χώρο που έγινε μια από τις πιο παλιές αρχαιολογικές ανασκαφές στην πόλη. Προσφέρει μια εικόνα της καθημερινής ζωής στο παρελθόν. Στην οικία της Εταιρίας, θα δείτε τις αλλαγές μετά την ανακάλυψη του πετρελαίου και την άφιξη του ηλεκτρισμού. Ήταν η έδρα της πρώτης εταιρίας πετρελαίου της χώρας.

Ανασκάπτοντας το παρελθόν

Η Δρ. Αλεξαντρίν Γκερέν, επιμελήτρια Αρχαιολογίας και Πρώιμης Ιστορίας του Εθνικού Μουσείου του Κατάρ, παρακολουθεί τις αρχαιολογικές ανασκαφές του Κατάρ από τη δεκαετία του 1980: «Το Μουράμπ έχει τεράστιο ενδιαφέρον, καθώς είναι το μόνο μέρος όπου έχει γίνει ανασκαφή από την πρώιμη περίοδο των Αββασιδών, που είναι μια πολύ σημαντική περίοδος στην ιστορία του ισλαμικού Κατάρ. Κατά κάποιο τρόπο είναι η αρχή της χρυσής εποχής. Όταν ήρθα πρώτη φορά στο Κατάρ, ήταν το 1981. Ήμουν φοιτήτρια στη Σορβόνη, στο Παρίσι, και ήμουν πολύ τυχερή που συμμετείχα σ’ αυτή την πρώτη ανασκαφή της γαλλικής αποστολής. Είναι ένας διάσημος και πολύ μεγάλος αρχαιολογικός χώρος. Έχουμε περισσότερα από 240 κελιά και δωμάτια. Έχουμε ένα τζαμί, ένα φρούριο. Είναι πραγματικά ένας ολοκληρωμένος αρχαιολογικός χώρος για εμάς τους αρχαιολόγους».

Με περισσότερα από 240 κελιά και δωμάτια, ένα τζαμί και ένα φρούριο, ο αρχαιολογικός χώρος προσφέρει μια εικόνα της ζωής των ανθρώπων του 9ου αιώνα. Διάφορες τοποθεσίες, μερικές από τις οποίες χρονολογούνται από τον 7ο αιώνα, βοήθησαν το Εθνικό Μουσείο να κατασκευάσει ρεαλιστικά μοντέλα και να παρουσιάσει περίπου 900 αντικείμενα.

Αλ Ζουμπάρα

Το Αλ Ζουμπάρα είναι ο μεγαλύτερος αρχαιολογικός χώρος του Κατάρ και η πρώτη τοποθεσία του Κατάρ που έχει εγγραφεί στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Ήταν μια πολυσύχναστη εμπορική πόλη του 18ου και 19ου αιώνα. Το φρούριο χτίστηκε από τον σεΐχη Αμπντουλάχ μπιν Γιασίν Αλ Θάνι το 1938 ως μέρος ενός πολύπλοκου συστήματος άμυνας. Είναι ένα από τα πολλά οχυρά. Το καθένα ήταν στρατηγικά τοποθετημένο κατά μήκος της ακτογραμμής του Κατάρ, διασφαλίζοντας ότι η χώρα είχε τον συνολικό έλεγχο τόσο της θάλασσας όσο και των πόρων γλυκού νερού στην περιοχή.

Η τοποθεσία περιλαμβάνει ερείπια σπιτιών και καλύβες ψαράδων, στενά σοκάκια, τζαμιά, ακόμη και παλάτια. Ένα στρώμα άμμου που ήρθε με τον αέρα από την έρημο έχει προστατεύσει την πόλη, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος της να παραμείνει φυσικά διατηρημένο.

Ο Δρ Φερχάν Σέρκαλ, επικεφαλής των ανασκαφών και διευθυντής του χώρου επισημαίνει: «Το Κατάρ αναπτύχθηκε μακριά από τον έλεγχο των οθωμανικών, περσικών και ευρωπαϊκών δυνάμεων. Επομένως, είναι σημαντικό για την ιστορία της περιοχής ότι είναι η απαρχή του σημερινού πολιτικού τοπίου».

Τώρα το οχυρό φιλοξενεί ένα κέντρο επισκεπτών και ένα μουσείο, το οποίο παρέχει περισσότερες πληροφορίες για το πώς ήταν η καθημερινή ζωή σε αυτήν την πόλη όπου γινόταν εμπόριο μαργαριταριών. Ο οικισμός ήταν κάποτε περιφερειακό κέντρο του εμπορίου μαργαριταριών, αλλά μετά από πολέμους με διάφορες δυνάμεις του Κόλπου, κάηκε ολοσχερώς το 1811. Η πόλη κτίστηκε ξανά, αλλά τελικά εγκαταλείφθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, πριν γίνει αυτό που είναι σήμερα: ένα ζωτικής σημασίας αρχαιολογικό τοπόσημο μιας χαμένης εποχής.