EventsEvents
Loader

Find Us

FlipboardInstagramLinkedin
Apple storeGoogle Play store
ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ

«Μας αφήσαν να καούμε»: Συγκλονίζουν οι καταθέσεις για την τραγωδία στο Μάτι

Μάτι, 23/7/2018
Μάτι, 23/7/2018 Πνευματικά Δικαιώματα Thanassis Stavrakis/Copyright 2018 The Associated Press. All rights reserved.
Πνευματικά Δικαιώματα Thanassis Stavrakis/Copyright 2018 The Associated Press. All rights reserved.
Από euronews with ΑΠΕ-ΜΠΕ
Κοινοποιήστε το άρθροΣχόλια
Κοινοποιήστε το άρθροClose Button

Κάθε κατάθεση των μαρτύρων ξυπνά τις μαύρες μνήμες της τραγωδίας και φέρνει πίσω τις φρικτές στιγμές που έζησαν εκείνοι και οι δικοί τους άνθρωποι, ενώ αποτυπώνει εικόνες πλήρους χάους στη διαχείριση της καταστροφής.

ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ

«Μας αφήσαν να καούμε» κατέθεσε μάρτυρας στη δίκη για την τραγωδία στο Μάτι, όπου προσέρχονται στο βήμα για να πουν τη δική τους ιστορία οι άνθρωποι που έχασαν μέσα σε λίγα λεπτά με τον πιο φρικτό τρόπο αγαπημένους τους. «Ήταν μέρα που η πολιτεία κοίταξε το δέντρο στη Κινέτα και χάθηκε το δάσος των ψυχών στο Μάτι» είπε γυναίκα που ο πατέρας της βρέθηκε απανθρακωμένος στο πιο φρικτό σημείο της κόλασης που βίωσε η Ανατολική Αττική: στο κτήμα Φράγκου. Στο δικαστήριο κατέθεσαν οι συγγενείς του Δημήτρη Τουρναβίτη ο οποίος βρήκε τραγικό θάνατο μαζί με τη σύζυγο του, ηθοποιό, Χρύσα Σπηλιώτη.

Ο κ. Κωνσταντίνος Τουρναβίτης κατέθεσε πως πίστευε ότι ο αδελφός του θα μπορούσε να έχει σωθεί γιατί «ήταν δεινός κολυμβητής», όμως «τα ξημερώματα, έφτασα στο κτήμα Φράγκου. Είδα το σπίτι του αδελφού μου, ολοσχερώς καμένο. Διέκρινα το όχημα του αδελφού μου στο κτήμα. Δεν μας επετράπη να μπούμε εκείνη την ώρα. Υπήρχαν διασώστες και αστυνομία. Την επόμενη ημέρα μίλησα με τον κ. Φράγκου και την μητέρα του. Μου είπε επί λέξη η μητέρα του: «η φωτιά ερχόταν από δύο πλευρές και έπεφτε από τον ουρανό». Εκεί βρήκα και τον σκύλο του αδελφού μου. Ήταν άκαυτη η γούνα του και είχε μουμιοποιηθεί. Αυτό μου είπε και μάρτυρας που έβαλε τον αδελφό μου στο σάκο».

Η κόρη του θύματος είπε στους δικαστές πως η 23η Ιουλίου 2018 «ήταν μέρα που η πολιτεία κοίταξε το δέντρο στην Κινέτα και χάθηκε το δάσος των ψυχών στο Μάτι. Δεν μπορούσα να φτάσω στο Μάτι λόγω της φωτιάς στην Κινέτα. Αρχικά ακούσαμε για το Νταού και αρχίσαμε να ανησυχούμε για τους συγγενείς μας. Στις 7 το απόγευμα πια, τα τηλέφωνα τους δε λειτουργούσαν. Ήταν πολύ κοντά στο να φτάσουν στη θάλασσα. Δηλώσαμε ότι είναι αγνοούμενοι. Δεν πίστευα ότι θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, ο πατέρας μου ήταν αθλητής. Άρχισα να ψάχνω τα νοσοκομεία. Μέχρι που δώσαμε dna και επιβεβαιώθηκε. Εκ των υστέρων έμαθα ότι βρέθηκαν στο κτήμα. Δεν υπήρχε συντονισμός, δεν τους είπε κανείς τίποτα. Είναι αδιανόητο αυτό που συνέβη».

Antonis Nikolopoulos/Copyright 2018 The AP. All rights reserved.
ΜάτιAntonis Nikolopoulos/Copyright 2018 The AP. All rights reserved.

Ο Στέλιος και η Μαρίκα Μάσχα έχασαν τους γονείς τους. Η κ. Μαρίκα Μάσχα είπε μεταξύ άλλων: «Έπαιρνα τηλέφωνο πυροσβεστική, δεν το σήκωνε κανένας. Έφτασα στις 10 το βράδυ στη Ραφήνα. Καιγόταν όλο το Μάτι, έβλεπα μόνο μαυρίλα και καπνίλα. Επέστρεψα στη λεωφόρο Μαραθώνος και έμεινα μέχρι τις 12. Στις 3 το πρωί μπήκε ο αδελφός μου στο Μάτι και είδε αυτά που είδε: δύο κουφάρια να καίγονται. Δεν υπήρχε καμία ειδοποίηση. Στην Κινέτα τους έβγαλαν έξω, πήγαιναν πόρτα- πόρτα. Στο Μάτι δεν χτύπησε ούτε καμπάνα. Τους αφήσαν και κάηκαν ζωντανοί».

Κλαίγοντας ο Στέλιος Μάσχας , περιέγραψε: «Είχαμε την ελπίδα ότι κάπως τα καταφέρανε. Φτάσαμε με φακούς, ήταν το απόλυτο σκοτάδι. Δεν υπήρχαν σπίτια, ήταν ισοπεδωμένα. Ήταν αποκαΐδια. Δεν είδα αυτοκίνητο, λέω φύγανε. Δεν μπορούσα να φανταστώ τι έγινε. Τελικά με πήραν γύρω στις 5 και μου είπαν ότι τους βρήκαν. Πήγα και είδα αυτό που έβλεπα και νόμιζα ότι ήταν ξύλα που καιγόντουσαν. Ήταν οι γονείς μου. Πήρα την αστυνομία και τους είπα ότι τους βρήκα».

Στο βήμα του μάρτυρα ανέβηκε υποβασταζόμενη η κ. Δέσποινα Ζαφειρίου η οποία εγκλωβίστηκε μαζί με τον σύζυγο της Στράτο, στο Μάτι καθώς η φωτιά τους βρήκε ενώ βρίσκονταν στο αυτοκίνητο τους στην προσπάθεια τους να φύγουν από την περιοχή. Η γυναίκα περιέγραψε ότι ακινητοποιήθηκαν και ότι όταν προσπάθησε να τραβήξει έξω τον σύζυγο της που βρισκόταν στο τιμόνι δεν μπορούσε: «Ο άνδρας μου κολλάει πάνω στο τιμόνι. Τον έβγαλα στα χέρια, τον έπιασα από τη ζώνη. Γονάτισα και τον τράβηξα. Δεν μπορούσε να πατήσει, ούτε να στρίψει. Ήταν καμένος. Δεν μπορούσε να κουνήσει ούτε τα χέρια, ούτε τα πόδια του. Ούτε ασθενοφόρο ήρθε, ούτε πέρασε αεροπλάνο, ούτε μας ειδοποίησαν ότι έπιασε φωτιά. Μετά, κατά τις 11 παρά το βράδυ, ένας φίλος άκουσε τη φωνή μου και μου φωνάζει «μην κουνηθείς, έρχομαι». Που να κουνηθώ εγώ, έκαιγε η φωτιά. Μας αφήσαν να καούμε. Δεν υπήρχε τίποτα. Τα κλαδιά δεν τα είχαν καθαρίσει, επανειλημμένως φωνάζαμε στον Δήμο...». Η σύζυγος, ο γιος και η κόρη του Δημήτριου Τζούλια κατέθεσαν στο δικαστήριο για τα γεγονότα που οδήγησαν στην απώλεια του οικείου τους.

Η Αγγελική Τζούλια-Δημητροπούλου περιέγραψε πως βρίσκονταν στο σπίτι τους μαζί με τον θανόντα και την κόρη τους. Εκείνη μαζί με την κόρη της, το εγγονάκι της και μία φιλική οικογένεια κατάφεραν και έφυγαν εγκαίρως επειδή τους προειδοποίησαν κάποιοι πολίτες. «Ο άνδρας μου έμεινε πίσω. Βγήκε από το αυτοκίνητο του για να σωθεί από τη φωτιά. Μέχρι να φτάσει σε ένα σπίτι, κάηκε. Δυστυχώς πέθανε στο ΚΑΤ. Εγώ τον είδα την άλλη ημέρα που ήταν διασωληνωμένος και καμένος».

Εισαγγελέας : Μέχρι τη στιγμή που φύγατε, υπήρξε καμία αναγγελία για τη φωτιά από καμία αρχή;

Μάρτυρας : Όχι. Απολύτως καμία.

Εισαγγελέας : Εάν δεν υπήρχαν πολίτες να σας πουν για τη φωτιά, εσείς θα φεύγατε ή θα μένατε;

Μάρτυρας : Θα μέναμε, θα καιγόμασταν.

Ο γιος του θύματος, Γρηγόρης Τζούλιας, περιέγραψε όσα του είπε ο πατέρας του πριν υποκύψει. «Μου είπε ότι δεν τον ενημέρωσε κανένας. Είδε τη φωτιά και προσπάθησε να φύγει. Πήγε μέχρι λίγο πιο κάτω και τον έκαψε το θερμικό κύμα. Δεν είχε ενημέρωση, δεν είδε εναέρια μέσα... Πάντα περνούσε ένα περιπολικό μία σειρήνα κάτι και ενημέρωνε» τόνισε ο μάρτυρας.

Άφησε την υπέργηρη μητέρα του για να σώσει την οικογένειά του

Thanassis Stavrakis/Copyright 2018 The AP. All rights reserved.
ΜάτιThanassis Stavrakis/Copyright 2018 The AP. All rights reserved.

Ο γιος και η κόρη του Λεωνίδα Πλυμάκη κατέθεσαν πως ο πατέρας τους ακολούθησε τις οδηγίες της Αστυνομίας που στάθηκαν μοιραίες. «Τους έστειλαν εκεί και τους έκαψαν». Όπως κατέθεσαν ο Ιωσήφ και η Ευαγγελία Πλυμάκη, ο πατέρας τους έχασε τη ζωή του επειδή είχε ξεχάσει τα κλειδιά του εξοχικού του στη Νέα Μάκρη και επέστρεψε στην περιοχή για να τα πάρει. Τελικά βρέθηκε στο Κόκκινο Λιμανάκι «με το οποίο εμείς δεν είχαμε καμία σχέση. Αν είχαν γυρίσει τον κόσμο πίσω, δεν θα υπήρχαν τόσοι νεκροί. Ο πατέρας μου βρέθηκε εκεί διότι άκουσε την ελληνική αστυνομία» είπε η κυρία Πλυμάκη.

Το πρωί, με λυγμούς, μάρτυρας περιέγραψε στο δικαστήριο ότι αναγκάστηκε να αφήσει την μητέρα του να καεί για να σώσει την γυναίκα και το παιδί του. Σε πλήρη ανυπαρξία του κράτους και χαοτικές καταστάσεις αναφέρθηκαν άλλοι μάρτυρες που κατέθεταν από το πρωί για όσα έγιναν το απόγευμα της 23ης Ιουλίου 2018 στην Ανατολική Αττική.

«Κάντε ό,τι νομίζετε» ήταν η απάντηση που έλαβαν πολίτες όταν τηλεφώνησαν στην Πυροσβεστική Υπηρεσία, ενώ η φωτιά κατέβαινε απειλητικά στο Μάτι, σύμφωνα με όσα κατέθεσε ο κ. Ορέστης Τζίντζας. Ο μάρτυρας ήταν διακοπές στην Πάρο όταν τύλιξε η φωτιά τον οικισμό του Νέου Βουτζά όπου έκανε διακοπές η μητέρα του. Το επόμενο πρωί που έφθασε στην Αθήνα έμαθε πως η μητέρα του είχε απανθρακωθεί μαζί με έναν γείτονά της.

Ο κ. Θανάσης Μωραϊτης κατέθεσε πως στην προσπάθειά του να σώσει την 92χρονη μητέρα του, άρπαξε ο ίδιος φωτιά στην πλάτη και αναγκάστηκε να την αφήσει να καεί για να τρέξει να βρει την γυναίκα και το παιδί του που μόλις πριν λίγα λεπτά τους είχε πει να φύγουν.

Thanassis Stavrakis/Copyright 2019 The AP. All rights reserved.
ΜάτιThanassis Stavrakis/Copyright 2019 The AP. All rights reserved.

Εν μέσω λυγμών, που δεν μπορούσε να σταματήσει, ο μάρτυρας κατέθεσε για τη συγκλονιστική στιγμή που πήρε απόφαση να αφήσει την μητέρα του καθώς και όσα έγιναν την ημέρα που δεν θα ξεχάσει ποτέ: «Έχουμε ζήσει πολλές φωτιές στην περιοχή. Δεν είδα πουθενά κανένα πυροσβεστικό όχημα, όπως υπήρχαν παλιά. Κάποια στιγμή ακούσαμε από περιοίκους για κάποια φωτιά κοντά σε εμάς. Την είδαμε στην Καλιτεχνούπολη, ήταν αρκετά μικρή. Σκεφτήκαμε με βάση τις προηγούμενες εμπειρίες ότι η Πυροσβεστική θα κάνει κάτι. Με άλλα λόγια η κατάσταση φαινόταν στην αρχή ότι ήταν υπό έλεγχο. Δυστυχώς στις 5:50 μμ πήρε διαστάσεις. Μετά από λίγο πέρασε ένα πυροσβεστικό αεροσκάφος που έκανε μία-δύο ρίψεις και έφυγε. Δεν είδαμε κανένα πυροσβεστικό, καμία σειρήνα να μας ειδοποιήσει ότι η φωτιά πήρε διστάσεις. Όταν πέρασε η φωτιά τη Μαραθώνος σε 1,5 λεπτό είχε φτάσει το σπίτι μας. Εμείς είχαμε φορτώσει το αμάξι να φύγουμε. Δυστυχώς, μέσα στον πανικό χάθηκαν τα κλειδιά του αυτοκίνητου και είχε κοπεί το ρεύμα... Μπήκαμε στο αμάξι. Δεν έβρισκα όμως τα κλειδιά και είπα στη γυναίκα μου και το παιδί να φύγουν και ότι εγώ θα μείνω πίσω να σώσω τη μητέρα μου, ήταν 92 ετών. Προσπαθούσα να τη βγάλω από το αμάξι και ενώ είχα αρχίσει να καίγομαι στην πλάτη. Όταν κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να τη βγάλω, σκέφτηκα ότι είχα μια οικογένεια. Την άφησα τη μητέρα μου να καεί για να σώσω την οικογένειά μου. Αυτή είναι μία κατάσταση που δεν πρέπει κανείς να ζήσει… Πρόλαβα τους δικούς μου στην άκρη του δρόμου και τρέξαμε προς την παραλία. Στην Ποσειδώνος είδαμε το πρώτο πυροσβεστικό, αλλά εκεί που ήταν δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Φτάσαμε στην παραλία και μπήκαμε στο νερό. Άρχισε να βρέχει φωτιά. Αυτό κράτησε ένα μισάωρο. Υπήρχε φοβερά πυκνός καπνός και προσπαθούσαμε να ξεπλένουμε στόμα και ρουθούνια στη θάλασσα. Μείναμε έτσι τρεις ώρες. Όταν μας παρέλαβαν τα καΐκια ήταν 9 το βράδυ. Μας φόρτωσαν τα καΐκια και ήμασταν όλοι στην αρχή υποθερμίας. Μας έβγαλαν στη Ραφήνα. Δεν υπήρχε ούτε ένα ασθενοφόρο εκεί».

Οργισμένος ο μάρτυρας τόνισε πως οι ισχυρισμοί στελεχών της τότε κυβέρνησης ότι δεν ήξεραν για νεκρούς ήταν ψέμα. «Έχω χάσει πλέον την εμπιστοσύνη μου στον θεσμό του ελληνικού κράτους. Ζούμε σε ένα κράτος που δεν νοιάζεται για μας, που κοστολογεί την ανθρωπινή ζωή με 10.000 ευρώ. Τοποθετεί ανθρώπους σε θέσεις ευθύνης, οι οποίο δεν μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους. Κανείς μας δεν άξιζε να περάσει αυτό», σημείωσε.

ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ

«Κάντε ό,τι νομίζετε»

Στην δική του περιγραφή, ο κ. Ορέστης Τζίντζας είπε πως ενημερώθηκε από τη σύζυγό του γείτονά τους στον Νέο Βουτζά ότι δεν υπήρχε καμία ενημέρωση των πολιτών για εκκένωση και πως είχαν καλέσει στην Πυροσβεστική και η απάντηση που πήραν ήταν: «Κάντε ό,τι νομίζετε».

Σύμφωνα με τον μάρτυρα, όλοι οι κάτοικοι της περιοχής είπαν ότι, ενώ η φωτιά τους έζωνε, είδαν μόνο ένα ελικόπτερο να κάνει ρίψη. Η μητέρα του μαζί με γείτονά της μπήκαν στο αμάξι να φύγουν. Την επομένη και ενώ η μητέρα του με τον οδηγό του αυτοκινήτου ήταν αγνοούμενοι όλη τη νύχτα, ο μάρτυρας έφθασε στην περιοχή. «Περίπου 600 μέτρα από το σπίτι, είδα το αυτοκίνητο να είναι στην άκρη του δρόμου. Μας είπαν ότι βρέθηκαν δυο πτώματα, ένα στη θέση του οδηγού και ένα στη θέση του συνοδηγού. Ειδοποιήθηκα ότι η μητέρα μου και ο κ. Βασίλης, ο γείτονάς μας, είναι αγνοούμενοι. Γύρισα το επόμενο το πρωί, θεωρώντας ότι η μητέρα μου είναι αγνοούμενη. Έδωσα δείγμα dna και έγινε η ταυτοποίηση. Ήταν μια τραγωδία που θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί, υπήρχε χρόνος να αντιδράσουν», επεσήμανε.

«Πλήρης ασυνεννοησία»

Ακόμη ένας μάρτυρας που έχασε την μητέρα του, ο κ. Δημήτρης Σιαπέρας, κατέθεσε πως την ίδια ώρα που συγγενής του είχε μιλήσει για τον χαμό της γυναίκας, η επίσημη θέση της κυβέρνησης ήταν πως «δεν υπάρχουν νεκροί».

Ο μάρτυρας, ο οποίος μίλησε για «πλήρη ασυνεννοησία», υπογράμμισε πως όταν βρήκε τη μητέρα του «δεν ήταν απανθρακωμένη. Τη βρήκα αλλοιωμένη. Η φωτιά είχε περάσει τόσο γρήγορα... Πήγα στους πυροσβέστες για βοήθεια. Καμία ανταπόκριση. Ο ξάδελφός μου είχε μιλήσει live στο δελτίο του Ant1 και είπε: «Βρήκαμε τη θεία μου απανθρακωμένη και αυτό την ώρα που λέγανε ότι δεν υπήρχαν νεκροί. Θέλω να το αναφέρω αυτό για την ιστορία».

Η αδελφή του μάρτυρα, κ. Κωνσταντίνα Σιαπέρα, κατέθεσε: «Την βρήκε ο αδελφός μου στο σπίτι του θείου μου... Η μητέρα μου δεν είχε καεί, είχε περάσει το θερμικό κύμα και έτσι είχε πεθάνει. Αιτία θανάτου ήταν «θερμικά εγκαύματα». Ρώτησα τον πατέρα μου γιατί δεν έφυγαν. Μου είπε ότι δεν τους ειδοποίησαν, ότι δεν υπήρχε κανείς. Ότι ζητούσε βοήθεια και δεν υπήρχε κανείς. Κανένα σχέδιο. Άδικα έφυγαν τόσοι άνθρωποι. Στην Κινέτα, που ήταν η θεία μου, είχαν πάρει εντολή για εκκένωση, δεν καταλαβαίνω γιατί τόσο διαφορετική ενημέρωση».

ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ

Η δίκη θα συνεχιστεί την Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου.

Κοινοποιήστε το άρθροΣχόλια

Σχετικές ειδήσεις

Δίκη για το Μάτι: «Έπρεπε να δοθεί εντολή εκκένωσης»

Δίκη για το Μάτι: Σκηνικό σύγχυσης - «Μας κορόιδευαν ότι δεν υπάρχουν νεκροί»

Πυρκαγιά στο Μάτι: Εδώλιο για 27 αρμόδιους ζητά ο εισαγγελέας