Η κυβέρνηση συνασπισμού σχηματίστηκε μετά από 117 ημέρες διαπραγματεύσεων, έχοντας μπροστά της ένα δύσκολο έργο, καθώς θα πρέπει να εξασφαλίσει την υποστήριξη της αντιπολίτευσης για να περάσει αλλαγές στη νομοθεσία
Παρουσία του βασιλιά Βίλεμ-Αλεξάντερ, ο οποίος ευχήθηκε καλή τύχη "σε αβέβαιους καιρούς", ορκίστηκε τη Δευτέρα η νέα κυβέρνηση συνασπισμού της Ολλανδίας, με επικεφαλής τον Ρομπ Γέτεν, τον νεότερο πρωθυπουργό στην ιστορία της χώρας.
Η τρικομματική κυβέρνηση, η οποία χρειάστηκε 117 ημέρες για να σχηματιστεί, αποτελείται από το κεντρώο φιλελεύθερο κόμμα D66 -Δημοκράτες 66- του Γέτεν, τους κεντροδεξιούς Χριστιανοδημοκράτες και το κεντροδεξιό Λαϊκό Κόμμα για την Ελευθερία και τη Δημοκρατία (VVD).
Ο συνασπισμός κατέχει μόνο 66 από τις 150 έδρες της κάτω βουλής. Ως εκ τούτου, ο Γέτεν οφείλει να διαπραγματεύεται με τους βουλευτές της αντιπολίτευσης για κάθε νομοθετική πράξη που προτείνει η κυβέρνησή του.
Το εγχείρημα φαντάζει δύσκολο, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μπλοκ της αντιπολίτευσης, το Κόμμα της Πράσινης Αριστεράς και των Εργατικών (GroenLinks-PvdA), που συγχωνεύτηκαν πρόσφατα, έχει ήδη εκφράσει έντονες αντιρρήσεις για τα σχέδια του Γέτεν να μειώσει τις δαπάνες για την υγειονομική περίθαλψη και την πρόνοια.
Ο πρωθυπουργός και το υπουργικό συμβούλιο ορκίστηκαν από τον βασιλιά στην αίθουσα Orange Hall του Βασιλικού Παλατιού Huis ten Bosch στη Χάγη.
Μετά την παραδοσιακή φωτογραφία στα σκαλιά του παλατιού, η νέα κυβέρνηση πραγματοποιεί την πρώτη της συνεδρίαση το απόγευμα.
Τον Οκτώβριο, το D66 κέρδισε οριακά την πρώτη θέση από το ακροδεξιό Κόμμα για την Ελευθερία (PVV) στις βουλευτικές εκλογές, που προκηρύχθηκαν πρόωρα μετά την αποχώρηση του PVV από τον προηγούμενο συνασπισμό, την πιο δεξιά κυβέρνηση που είχε σχηματιστεί ποτέ στην πρόσφατη ιστορία.
Το φιλελεύθερο κεντρώο κόμμα ήταν για τελευταία φορά στην κυβέρνηση κατά την τελευταία θητεία του πρώην πρωθυπουργού Μαρκ Ρούτε, η οποία κατέρρευσε το 2023 μετά από μια κρίση σχετικά με τις αιτήσεις ασύλου προσ΄φυγων και μεταναστών.
Ο Γέτεν, ο οποίος είναι ο πρώτος ανοιχτά ομοφυλόφιλος πρωθυπουργός της χώρας, διετέλεσε ο ίδιος υπουργός κλιματικής και ενεργειακής πολιτικής στον τελευταίο συνασπισμό υπό τον Ρούτε μέχρι το 2024.
Διεξήγαγε προεκλογική εκστρατεία με έμφαση την επιστροφή στην "προοδευτική" πολιτική, εστιάζοντας στην πράσινη ενέργεια για να διατηρηθεί το ενεργειακό κόστος σε χαμηλά επίπεδα, στην οικοδόμηση πόλεων για την αντιμετώπιση της κρίσης στέγασης και στην ελάφρυνση της επιβάρυνσης του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης δίνοντας προτεραιότητα στην πρόληψη των ασθενειών.
Όσον αφορά το θέμα της στέγασης, ο κεντρώος πολιτικός δήλωσε ότι πρόθεσή του είναι να χτίσει 10 νέες πόλεις και ότι η μείωση της γραφειοκρατίας θα επιτρέψει την ολοκλήρωση 100.000 νέων κατοικιών ετησίως.
Σχετικά με το διχαστικό ζήτημα της μετανάστευσης, ο Γέτεν δεσμεύτηκε να δαπανήσει περισσότερα για προγράμματα ένταξης και να αντιμετωπίσει την παράνομη μετανάστευση, επιτρέποντας την υποβολή αιτήσεων ασύλου από χώρες εκτός της ΕΕ.
Μετά την νίκη του, ο Ρομπ Γέτεν δήλωσε ότι είναι εφικτό «να νικήσει κανείς τα λαϊκίστικά κόμματα, αν κάνει προεκλογική εκστρατεία με ένα θετικό μήνυμα για την χώρα».
Ο Γέτεν, ο οποίος επιδιώκει να αποκαταστήσει τον σημαίνοντα ρόλο της Ολλανδίας στην ΕΕ, αφού θεωρήθηκε ότι είχε υποβαθμιστεί υπό την προηγούμενη κυβέρνηση, δήλωσε κατά την προεκλογική εκστρατεία ότι θέλει να "επαναφέρει την Ολλανδία στην καρδιά της Ευρώπης, διότι χωρίς ευρωπαϊκή συνεργασία δεν είμαστε πουθενά".
Ο νέος πρωθυπουργός υπογράμμισε επίσης τη σημασία των δεσμών με τις ΗΠΑ, έναν σημαντικό εμπορικό εταίρο για την ολλανδική οικονομία.
Το πρόγραμμα του νέου κυβερνητικού συνασπισμού υπόσχεται καθολική υποστήριξη προς την Ουκρανία και επαναδιατυπώνει την προσήλωση στο ΝΑΤΟ ως προς τις αμυντικές δαπάνες.