Τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται συχνότερα ρωγμές στις σχέσεις Ισραήλ–ΗΠΑ, καθώς ο πόλεμος στη Γάζα, η ιρανική κρίση, η πολιτική των εποικισμών και οι αλλαγές στην αμερικανική πολιτική προκαλούν συγκρούσεις Ουάσινγκτον–Ιερουσαλήμ.
Οι καθημερινές αντιπαραθέσεις μπορούν εύκολα να κρύψουν τη μεγάλη εικόνα: Η σχέση ΗΠΑ-Ισραήλ δεν περιορίζεται στη συνήθη διπλωματική συνεργασία, αλλά έχει εξελιχθεί σε μία από τις πιο ιδιαίτερες και ανθεκτικές στρατηγικές συμμαχίες της μεταπολεμικής εποχής, την οποία πολυάριθμες κρίσεις, πόλεμοι και πολιτικές ανατροπές δεν κατάφεραν να διαρρήξουν, μόνο να τη διαταράξουν. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές βρέθηκε κάποια λύση, αν και ολοένα πιο δύσκολα.
Σχεδόν 80 χρόνια κοινής ιστορίας
Από απόσταση, οι σχέσεις μεταξύ Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών περιγράφονται συχνά ως μια απλή συμμαχία, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για μια πολύ πιο σύνθετη ιστορία. Αυτή η σχέση επιβίωσε της κρίσης του Σουέζ, του Πολέμου του Γιομ Κιπούρ, του εμπάργκο πετρελαίου, των πολέμων στον Λίβανο, των Ιντιφάντα, του πολέμου στο Ιράκ, της αντιπαράθεσης για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και όλων των αλλαγών κυβέρνησης τόσο στις ΗΠΑ όσο και στο Ισραήλ.
Οι σημερινές εντάσεις και διαφωνίες, με αφορμή το Ιράν και τον Λίβανο, είναι πραγματικές και όντως οξυμένες. Σε ιστορική κλίμακα όμως κάθε άλλο παρά πρωτοφανείς είναι.
Η ιστορία των τελευταίων εβδομήντα οκτώ ετών δείχνει ότι η σχέση μεταξύ Ουάσινγκτον και Ιερουσαλήμ εξελίσσεται κυκλικά: κάποιες περιόδους πλησιάζουν, άλλες συγκρούονται, κάποιες φορές έρχονται ακόμη και σε ανοιχτή ρήξη, αλλά το στρατηγικό, στρατιωτικό, τεχνολογικό και κοινωνικό πλέγμα που τη στηρίζει έχει στηριχθεί σε τόσο βαθιά θεμέλια ώστε καμία κρίση ή πολιτική γενιά δεν μπόρεσε να το ανατρέψει εύκολα.
Το ερώτημα σήμερα λοιπόν δεν είναι αν η συμμαχία θα διαρραγεί. Πολύ περισσότερο είναι με ποιον τρόπο οι νέες προκλήσεις του 21ου αιώνα, όπως η άνοδος της Κίνας, η πόλωση της αμερικανικής εσωτερικής πολιτικής, ο περιφερειακός ρόλος του Ιράν και ο μετασχηματισμός της Μέσης Ανατολής, θα αναδιαμορφώσουν αυτή τη σχέση, η οποία εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους γεωπολιτικούς άξονες της μεταπολεμικής εποχής.
Δεν ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά
Σε αντίθεση με ό,τι συχνά πιστεύεται, η σχέση Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών δεν ξεκίνησε ως μια αυτονόητη, φυσική συμμαχία. Όταν στις 14 Μαΐου 1948 ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν κήρυξε την ανεξαρτησία του Ισραήλ, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν πράγματι από τις πρώτες που αναγνώρισαν το νέο κράτος, στην Ουάσινγκτον όμως μόνο ομοφωνία δεν υπήρχε.
Ο πρόεδρος Χάρι Σ. Τρούμαν στήριζε προσωπικά την ίδρυση του Ισραήλ, μεγάλο μέρος όμως του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του Πενταγώνου τάχθηκε εναντίον. Οι αμερικανοί στρατηγιστές φοβούνταν ότι η στήριξη του νέου εβραϊκού κράτους θα αποξένωνε τις αραβικές χώρες, θα έθετε σε κίνδυνο τον εφοδιασμό σε πετρέλαιο και έτσι θα ευνοούσε τη Σοβιετική Ένωση. Αυτά πράγματι συνέβησαν, γι’ αυτό και στην πρώτη φάση του Ψυχρού Πολέμου το Ισραήλ απείχε πολύ από το να θεωρείται ο κατεξοχήν εταίρος της Ουάσινγκτον στη Μέση Ανατολή.
Τη δεκαετία του 1950 οι Ηνωμένες Πολιτείες στηρίζονταν περισσότερο σε χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, το Ιράν ή η Τουρκία. Το μεγαλύτερο μέρος της στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ προερχόταν τότε από τη Γαλλία, και δεν ήταν η Ουάσινγκτον αλλά κυρίως το Παρίσι που συνέβαλε στη δημιουργία του πρώτου ισραηλινού πυρηνικού όπλου.
Η πρώτη ρήξη: Η κρίση του Σουέζ
Το 1956, κατά τη διάρκεια της κρίσης του Σουέζ, το Ισραήλ επιτέθηκε στην Αίγυπτο σε συμμαχία με τη Γαλλία και τη Βρετανία. Από τη σημερινή σκοπιά μοιάζει ίσως παράδοξο, αλλά τότε η Ουάσινγκτον δεν τάχθηκε στο πλευρό του Ισραήλ.
Στο επίκεντρο της κρίσης βρισκόταν η Διώρυγα του Σουέζ, την οποία ο Γκαμάλ Αντέλ Νάσερ εθνικοποίησε το καλοκαίρι του 1956. Το Λονδίνο και το Παρίσι φοβήθηκαν ότι θα έχαναν την επιρροή τους σε αυτόν τον στρατηγικής σημασίας θαλάσσιο δρόμο, ενώ το Ισραήλ προετοιμαζόταν για στρατιωτική επιχείρηση λόγω των ένοπλων επιθέσεων που δέχονταν από τα αιγυπτιακά σύνορα. Οι τρεις χώρες κατέληξαν σε μια μυστική συμφωνία: το Ισραήλ θα επιτίθετο στην Αίγυπτο και στη συνέχεια η Βρετανία και η Γαλλία θα επενέβαιναν δήθεν για να σταματήσουν τις εχθροπραξίες και θα αναλάμβαναν τον έλεγχο της διώρυγας.
Στρατιωτικά, το σχέδιο λειτούργησε, πολιτικά όμως κατέρρευσε, καθώς τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Σοβιετική Ένωση αντιτάχθηκαν στην επιχείρηση. Η κυβέρνηση του Ντουάιτ Ντ. Αϊζενχάουερ άσκησε ισχυρές πιέσεις στους επιτιθέμενους και τελικά τους ανάγκασε να υποχωρήσουν.
Ήταν η πρώτη σημαντική υπενθύμιση ότι στις αμερικανοϊσραηλινές σχέσεις υπήρχε πάντα μια θεμελιώδης ασυμμετρία: για το Ισραήλ οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ζωτικός εταίρος, για τις Ηνωμένες Πολιτείες όμως το Ισραήλ ήταν κυρίως ένας από τους πολλούς παράγοντες στη Μέση Ανατολή, έστω από τους σημαντικότερους.
Ο Πόλεμος των Έξι Ημερών τα άλλαξε όλα
Το πραγματικό σημείο καμπής ήρθε με τον πόλεμο του 1967, όταν το Ισραήλ μέσα σε έξι ημέρες νίκησε την Αίγυπτο, την Ιορδανία και τη Συρία και κατέλαβε τη Χερσόνησο του Σινά, τη Δυτική Όχθη, την Ανατολική Ιερουσαλήμ και τα Υψίπεδα του Γκολάν.
Τότε έγινε σαφές στην Ουάσινγκτον ότι το Ισραήλ δεν ήταν απλώς ένα μικρό, ευάλωτο κράτος, αλλά είχε αναδειχθεί σε εξαιρετικά αποτελεσματική στρατιωτική δύναμη.
Στο τότε στάδιο του Ψυχρού Πολέμου αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία. Η Σοβιετική Ένωση στήριζε την Αίγυπτο, τη Συρία και γενικότερα τα αραβικά καθεστώτα, ενώ το Ισραήλ εμφανιζόταν ως μια χώρα με δυτικό προσανατολισμό που μπορούσε να νικήσει στρατούς εξοπλισμένους με σοβιετικά όπλα. Έτσι, στον Λευκό Οίκο άρχισαν ολοένα και περισσότερο να το αντιμετωπίζουν ως στρατηγικό πλεονέκτημα.
Κίσινγκερ και Γκόλντα Μέιρ: Παρασκήνιο του Πολέμου του Γιομ Κιπούρ
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια στην ιστορία των αμερικανοϊσραηλινών σχέσεων ήταν η συνεργασία μεταξύ Χένρι Κίσινγκερ και Γκόλντα Μέιρ κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Γιομ Κιπούρ το 1973. Οι προσωπικότητές τους διέφεραν σχεδόν σε όλα. Ο Κίσινγκερ ήταν ο εμμονικός στρατηγιστής της ισορροπίας δυνάμεων του Ψυχρού Πολέμου, που κινούσε τα πιόνια στην παγκόσμια σκακιέρα. Η Γκόλντα Μέιρ, αντίθετα, ως ηγέτιδα σημαδεμένη από τη μνήμη του Ολοκαυτώματος και την ευαλωτότητα του Ισραήλ, έβλεπε κάθε ζήτημα μέσα από το πρίσμα της επιβίωσης της χώρας.
Η θέση του Ισραήλ τις πρώτες ημέρες του πολέμου ήταν πολύ χειρότερη απ’ ό,τι θεωρούν πολλοί σήμερα. Η αιγυπτιακή και η συριακή επίθεση αιφνιδίασαν την ισραηλινή ηγεσία, στα μέτωπα σημειώθηκαν βαριές απώλειες και αρκετά μέλη του υπουργικού συμβουλίου της Γκόλντα Μέιρ φοβούνταν ότι επίκειται η σοβαρότερη στρατιωτική ήττα στην ιστορία της χώρας. Αργότερα είδαν το φως της δημοσιότητας μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες η ισραηλινή ηγεσία συζήτησε ακόμη και το ενδεχόμενο χρήσης πυρηνικών όπλων ως έσχατη εφεδρεία.
Η Γκόλντα Μέιρ ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια από την Ουάσινγκτον, ο Κίσινγκερ όμως αρχικά δίσταζε. Όχι επειδή δεν ήθελε να στηρίξει το Ισραήλ, αλλά επειδή φοβόταν ότι μια υπερβολικά γρήγορη και θεαματική αμερικανική επέμβαση θα προκαλούσε άμεση σοβιετική αντίδραση. Για μέρες συνεχίστηκε ένα διπλωματικό μπρα ντε φερ, ενώ τα αποθέματα πυρομαχικών και ανταλλακτικών του ισραηλινού στρατού άρχισαν να εξαντλούνται επικίνδυνα.
Η καμπή ήρθε τελικά με τη δημιουργία της αμερικανικής αερογέφυρας, της επιχείρησης Nickel Grass. Αμερικανικά μεταγωγικά αεροσκάφη μετέφεραν χιλιάδες τόνους οπλισμού στο Ισραήλ, συμβάλλοντας αποφασιστικά ώστε ο ισραηλινός στρατός να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Η Γκόλντα Μέιρ δήλωσε αργότερα πολλές φορές ότι επρόκειτο για μία από τις σημαντικότερες αμερικανικές αποφάσεις στην ιστορία του Ισραήλ.
Η μεταξύ τους σχέση ωστόσο απείχε πολύ από το ειδυλλιακό. Ο Κίσινγκερ παραπονιόταν συχνά ότι οι ισραηλινοί ηγέτες ασκούσαν υπερβολικές πιέσεις στην Ουάσινγκτον, ενώ η Γκόλντα Μέιρ ένιωθε πολλές φορές ότι οι Αμερικανοί δεν κατανοούσαν τους υπαρξιακούς φόβους του Ισραήλ. Σύμφωνα με ένα διάσημο πλέον ανέκδοτο, ο Κίσινγκερ είπε κάποτε αστειευόμενος: «Πρώτα είμαι Αμερικανός, δεύτερον υπουργός Εξωτερικών και μόνον τρίτον Εβραίος». Η Γκόλντα Μέιρ φέρεται να απάντησε: «Εμείς εδώ διαβάζουμε από τα δεξιά προς τα αριστερά». Η ιστορία δείχνει το κλίμα και τη νοοτροπία που χαρακτήριζε τη σχέση των δύο ηγετών.
Μετά τον πόλεμο, ο Κίσινγκερ ήταν εκείνος που, εφαρμόζοντας τη λεγόμενη «διπλωματία του εκκρεμούς», περιόδευε επί μήνες στη Μέση Ανατολή και πέτυχε συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός και διαχωρισμού στρατευμάτων, οι οποίες τέσσερα χρόνια αργότερα οδήγησαν στην ειρήνη μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ. Πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι η σύγχρονη στρατηγική εταιρική σχέση ΗΠΑ και Ισραήλ εδραιώθηκε ουσιαστικά εκείνους τους μήνες.
Ο πόλεμος ανέδειξε όμως και τη σκοτεινότερη πλευρά της σχέσης, όταν τα αραβικά κράτη κήρυξαν εμπάργκο πετρελαίου, προκαλώντας παγκόσμια οικονομική κρίση. Από τότε η Ουάσινγκτον προσπαθεί να στηρίζει το Ισραήλ και ταυτόχρονα να διατηρεί ισορροπημένες σχέσεις με τον αραβικό κόσμο.
Το ισραηλινό «αεροπλανοφόρο»
Μετά τη νίκη του 1973, κέρδιζε ολοένα έδαφος στους κύκλους των αμερικανών στρατηγικών αναλυτών η ιδέα ότι το Ισραήλ λειτουργεί ουσιαστικά ως ένα αμερικανικό αεροπλανοφόρο που δεν μπορεί να βυθιστεί στη Μέση Ανατολή. Ο παραλληλισμός δεν ήταν απολύτως ακριβής, αντανακλούσε όμως την αλλαγή στη σκέψη.
Η βάση αυτής της προσέγγισης ήταν ότι το Ισραήλ αποτελούσε μια σταθερή, φιλοδυτική δημοκρατία σε μια εξαιρετικά ασταθή περιοχή, που κυριαρχείται από αυταρχικά καθεστώτα και τρομοκρατικά δίκτυα. Ο στρατός του αποκτούσε συνεχώς πολεμική εμπειρία, η υπηρεσία πληροφοριών του συγκαταλεγόταν στις καλύτερες του κόσμου, και ο αμερικανικός στρατός και οι μυστικές υπηρεσίες μελετούσαν συστηματικά την ισραηλινή εμπειρία στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, στην αντιαεροπορική άμυνα, στις ειδικές επιχειρήσεις ή και στον αστικό πόλεμο.
Παρά ταύτα, ούτε τότε ήταν οι σχέσεις ανέφελες. Το 1981 το Ισραήλ βομβάρδισε τον ιρακινό πυρηνικό αντιδραστήρα στην επιχείρηση Opera, παρά τις αντιρρήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης. Το 1982, ο πόλεμος στον Λίβανο προκάλεσε σοβαρή ένταση. Το 1991, κατά τον Πρώτο Πόλεμο του Κόλπου, οι Ηνωμένες Πολιτείες ζήτησαν ρητά από το Ισραήλ να μην απαντήσει στις ιρακινές πυραυλικές επιθέσεις, επειδή κάτι τέτοιο θα απειλούσε τη συνοχή του αραβικού συνασπισμού. Η Ιερουσαλήμ τελικά συμμορφώθηκε, αλλά για πολλούς Ισραηλινούς ήταν εξαιρετικά δύσκολο να δεχθούν ότι η χώρα δεχόταν πυραύλους χωρίς να μπορεί να αντιδράσει στρατιωτικά.
Η χρυσή εποχή της αμερικανικής βοήθειας
Μέχρι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν καταστεί ο σημαντικότερος στρατιωτικός εταίρος του Ισραήλ και η ετήσια αμερικανική βοήθεια είχε φτάσει σε επίπεδα δισεκατομμυρίων δολαρίων. Χάρη σε αυτήν δημιουργήθηκαν ή αναπτύχθηκαν συστήματα όπως το Arrow 2, το Arrow 3, η «Σφεντόνα του Δαβίδ» και ο «Σιδερένιος Θόλος».
Η συνεργασία όμως δεν ήταν μονόπλευρη. Η αμερικανική αμυντική βιομηχανία και οι ένοπλες δυνάμεις επωφελήθηκαν επίσης από τις ισραηλινές αναπτύξεις, τις τεχνολογίες και την εμπειρία στο πεδίο, ενώ τα ολοένα πιο εξελιγμένα αντιαεροπορικά συστήματα έγιναν ιδιαίτερα περιζήτητα και στις ευρωπαϊκές αγορές (Γερμανία, Φινλανδία), σε συμβόλαια αξίας πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ.
Παράλληλα, η αμερικανοϊσραηλινή συμμαχία απέκτησε έναν εξαιρετικά ιδιότυπο χαρακτήρα όχι μόνο σε στρατηγικό, αλλά και σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, και ελάχιστες χώρες έχουν τόσο ισχυρούς δεσμούς με το αμερικανικό πολιτικό σύστημα όσο το Ισραήλ. Η εβραϊκή κοινότητα των ΗΠΑ διαδραμάτισε για δεκαετίες καθοριστικό ρόλο στην ενίσχυση της σχέσης, ενώ αργότερα τα επιδραστικά ευαγγελικά χριστιανικά κινήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες συγκαταλέχθηκαν επίσης στους σημαντικότερους υποστηρικτές του Ισραήλ. Έτσι, η σχέση ξεπέρασε τον στενό χώρο της εξωτερικής πολιτικής και έγινε μέρος της αμερικανικής εσωτερικής πολιτικής.
Η εμφάνιση των ρωγμών
Τις προηγούμενες δεκαετίες, η στήριξη προς το Ισραήλ ήταν σχεδόν καθολικά διακομματική στην Ουάσινγκτον και σπάνια αμφισβητούνταν σοβαρά στο Κογκρέσο.
Από τη δεκαετία του 2000 όμως ξεκίνησαν νέες δυναμικές, καθώς η αμερικανική κοινωνία γινόταν ολοένα πιο διχασμένη. Στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος ενισχύθηκαν σταδιακά οι πιο επικριτικές φωνές έναντι του Ισραήλ, ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι ζητούσαν ακόμη πιο ένθερμη στήριξη προς την Ιερουσαλήμ.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η ανοιχτή πολιτική σύγκρουση μεταξύ Μπενιαμίν Νετανιάχου και Μπαράκ Ομπάμα για τη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν (JCPOA), την οποία ο ισραηλινός πρωθυπουργός υπονόμευσε και τελικά πέτυχε την απόσυρση των ΗΠΑ επί προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ.
Τζο Μπάιντεν και ο πόλεμος στη Γάζα: Πολιτική στήριξης και ταυτόχρονης ανάσχεσης
Όταν κάποτε γραφτεί η ιστορία των αμερικανοϊσραηλινών σχέσεων της δεκαετίας του 2020, είναι πιθανό να αφιερωθεί ξεχωριστό κεφάλαιο στην πολιτική του Τζο Μπάιντεν για τη Γάζα.
Ο Μπάιντεν ήταν για δεκαετίες γνωστός στην Ουάσινγκτον ως ένας από τους πιο αφοσιωμένους υποστηρικτές του Ισραήλ. Ήδη ως γερουσιαστής τόνιζε συχνά ότι, αν δεν υπήρχε το Ισραήλ, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να δημιουργήσουν έναν τέτοιο σύμμαχο στη Μέση Ανατολή. Μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 στάθηκε στο πλευρό του Ισραήλ με σχεδόν πρωτοφανή ταχύτητα: έστειλε ομάδες αμερικανικών αεροπλανοφόρων στην περιοχή, ενέκρινε αποστολές οπλισμού και επισκέφθηκε ο ίδιος το Ισραήλ.
Το πρόβλημα ήταν ότι ο Μπάιντεν επιχείρησε ταυτόχρονα να πετύχει δύο εν μέρει αντικρουόμενους στόχους. Αφενός ήθελε να διασφαλίσει τη στρατιωτική στήριξη προς το Ισραήλ και να αποτρέψει το Ιράν, τη Χεζμπολάχ ή άλλους περιφερειακούς παίκτες. Αφετέρου δεχόταν ολοένα ισχυρότερες πιέσεις από την αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος, από οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και από τμήμα της διεθνούς κοινής γνώμης λόγω των αμάχων θυμάτων στη Γάζα.
Έτσι διαμορφώθηκε η εικόνα μιας Ουάσινγκτον που πατά ταυτόχρονα γκάζι και φρένο. Η αμερικανική κυβέρνηση συνέχισε επί μήνες τις αποστολές όπλων, ενώ ταυτόχρονα διατύπωνε όλο και πιο αιχμηρές δημόσιες επικρίσεις για τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Σε ορισμένες φάσεις ο πρόεδρος απαγόρευσε την πραγματοποίηση συγκεκριμένων επιχειρήσεων ή τη χρήση ορισμένων οπλικών συστημάτων. Υποστήριξε το δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα, την ίδια στιγμή όμως ζητούσε κατάπαυση του πυρός, ανθρωπιστικούς διαδρόμους και περιορισμό των επιχειρήσεων, αναθέτοντας σε μεγάλο βαθμό αυτές τις πρωτοβουλίες στις περιφερειακές δυνάμεις. Αντιτασσόταν στη διατήρηση της Χαμάς, αλλά όλο και συχνότερα ασκούσε κριτική στις αποφάσεις της ισραηλινής κυβέρνησης να εξοντώσει ηγετικά στελέχη της οργάνωσης, καθώς αυτές οι επιχειρήσεις συνοδεύονταν από σημαντικές απώλειες αμάχων.
Το δίλημμα ήταν εμφανές και μέσα στον Λευκό Οίκο. Μεγάλο μέρος του μηχανισμού εθνικής ασφάλειας φοβόταν ότι μια πλήρης ρήξη με τον Νετανιάχου θα προκαλούσε στρατηγική ζημιά, ενώ οι πολιτικοί του σύμβουλοι προειδοποιούσαν ότι στους νεότερους ψηφοφόρους των Δημοκρατικών η εικόνα του Ισραήλ επιδεινωνόταν ραγδαία.
Το αποτέλεσμα ήταν μια πολιτική που ούτε η ισραηλινή ηγεσία ούτε οι υποστηρικτές της παλαιστινιακής υπόθεσης θεώρησαν ικανοποιητική. Στην Ιερουσαλήμ πολλοί αισθάνονταν ότι η Ουάσινγκτον δεν στήριζε επαρκώς τους πολεμικούς στόχους, ενώ οι αριστεροί επικριτές του Μπάιντεν υποστήριζαν ότι ο πρόεδρος στήριξε το Ισραήλ υπερβολικά πολύ και υπερβολικά ανεπιφύλακτα για υπερβολικά μεγάλο διάστημα.
Σε ιστορική σύγκριση, ο Μπάιντεν είναι ίσως από τους πρώτους αμερικανούς προέδρους που δεν χρειάστηκε μόνο να κρατήσει σε ισορροπία τη Μέση Ανατολή, αλλά και το ίδιο του το κόμμα. Αυτό αποτελεί νέα παράμετρο στην ιστορία των αμερικανοϊσραηλινών σχέσεων. Η συζήτηση σήμερα διεξάγεται όλο και λιγότερο ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Ιερουσαλήμ και όλο και περισσότερο στο εσωτερικό των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών, γύρω από το τι σημαίνει η στήριξη του Ισραήλ στον 21ο αιώνα και ποια πρέπει να είναι τα όρια της αμερικανικής δέσμευσης.