Η ομάδα παρακολούθησε τα ιατρικά αρχεία των συμμετεχόντων για σχεδόν εννέα χρόνια, ώστε να μελετήσει τη σχέση ανάμεσα στα πρότυπα ύπνου τους και την εμφάνιση περισσότερων από χιλίων ασθενειών και παθήσεων.
Μια εκτεταμένη μελέτη που παρακολούθησε περίπου εκατό χιλιάδες ενήλικες για σχεδόν εννέα χρόνια έδειξε ότι ο ύπνος για λιγότερο από πέντε ώρες τη νύχτα συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης 37 ασθενειών.
Τα αποτελέσματα έδειξαν επίσης ότι ο αριθμός των ωρών ύπνου δεν είναι ο μόνος παράγοντας που σχετίζεται με την υγεία, καθώς η ποιότητα, η κανονικότητα και τα διαφορετικά στάδια του ύπνου μπορεί να είναι επίσης σημαντικά.
Η μελέτη συμπεριέλαβε 95.559 συμμετέχοντες από τη βρετανική βάση δεδομένων υγείας «UK Biobank». Οι συμμετέχοντες φορούσαν στον καρπό συσκευές που κατέγραφαν την κίνηση επί επτά ημέρες και νύχτες, ενώ οι ερευνητές χρησιμοποίησαν λογισμικό που βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη για να εκτιμήσουν τη διάρκεια και τα στάδια του ύπνου, τις αφυπνίσεις στη διάρκεια της νύχτας και το πόσο άλλαζε το μοτίβο ύπνου από νύχτα σε νύχτα.
Στη συνέχεια, η ομάδα παρακολούθησε τους ιατρικούς φακέλους των συμμετεχόντων για περίπου 8,9 χρόνια, προκειμένου να μελετήσει τη σχέση ανάμεσα στα μοτίβα ύπνου και τη διάγνωση περισσότερων από χιλίων ασθενειών και παθήσεων.
Ο βαθύς ύπνος και το στάδιο των ονείρων
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η παραμονή για περισσότερη ώρα σε ένα στάδιο ύπνου γνωστό ως «ταχεία κίνηση των ματιών» συνδέθηκε με μείωση του κινδύνου για 83 ασθένειες. Σε αυτό το στάδιο είναι πιο έντονα τα όνειρα, αυξάνεται η δραστηριότητα του εγκεφάλου και παίζει σημαντικό ρόλο στη μνήμη, τη μάθηση και τη ρύθμιση των συναισθημάτων.
Κάθε αύξηση διάρκειας κατά περίπου 48 λεπτά σε αυτό το στάδιο συνδέθηκε με σχετική μείωση των ποσοστών καρδιακής ανεπάρκειας κατά 26%, άνοιας κατά 46% και νόσου Πάρκινσον κατά 80% στη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης. Η καρδιακή ανεπάρκεια είναι μια κατάσταση όπου η καρδιά δεν μπορεί να αντλεί αίμα με την απαιτούμενη αποτελεσματικότητα, η άνοια επηρεάζει τη μνήμη και τις νοητικές ικανότητες, ενώ η νόσος Πάρκινσον επηρεάζει κυρίως την κίνηση.
Ωστόσο, αυτά τα ποσοστά περιγράφουν συσχετίσεις που παρατήρησαν οι ερευνητές και δεν σημαίνουν ότι η αύξηση της διάρκειας αυτού του σταδίου θα οδηγήσει απαραίτητα σε αντίστοιχη μείωση του κινδύνου για κάθε άτομο.
Η παραμονή για περισσότερη ώρα σε βαθύ ύπνο συνδέθηκε επίσης με μειωμένο κίνδυνο για επτά παθήσεις, ανάμεσά τους ο διαβήτης τύπου 2 και η μείζων κατάθλιψη.
Αντίθετα, η μεγάλη διαφοροποίηση του μοτίβου ύπνου από νύχτα σε νύχτα και οι συχνές αφυπνίσεις μετά την έναρξη του ύπνου συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο για αρκετές παθήσεις, ανάμεσά τους το άγχος και διαταραχές που σχετίζονται με τη χρήση αλκοόλ ή ναρκωτικών.
Οι χαμηλότεροι κίνδυνοι μεταξύ έξι και οκτώ ωρών
Η σχέση ανάμεσα στη διάρκεια του ύπνου και την υγεία δεν ήταν απλή ούτε σταθερή· η αύξηση των ωρών ύπνου δεν συνδεόταν πάντα με μειωμένο κίνδυνο. Για τις περισσότερες παθήσεις όπου εντοπίστηκε σαφής σχέση με τη διάρκεια του ύπνου, τα χαμηλότερα επίπεδα κινδύνου καταγράφηκαν σε όσους κοιμούνταν μεταξύ έξι και οκτώ ωρών τη νύχτα.
Οι ερευνητές παρατήρησαν αυτό το μοτίβο σε 69 από τις 86 παθήσεις για τις οποίες ο κίνδυνος εμφάνισης συνδέθηκε με τη διάρκεια του ύπνου. Σε όσους κοιμούνταν λιγότερο από πέντε ώρες, το μοτίβο ύπνου συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο για 37 ασθένειες.
Στο συνολικό τους αναλυτικό πλαίσιο, η ομάδα εντόπισε 156 στατιστικά σημαντικές σχέσεις ανάμεσα σε χαρακτηριστικά του ύπνου και ασθένειες που διαγνώστηκαν αργότερα, αφού εφαρμόστηκαν διαδικασίες που μειώνουν την πιθανότητα τυχαίων αποτελεσμάτων λόγω του μεγάλου αριθμού συγκρίσεων.
Τι αποδεικνύει η μελέτη;
Η μελέτη ξεχωρίζει επειδή χρησιμοποιεί δεδομένα από φορετές συσκευές, αντί να βασίζεται μόνο στις εκτιμήσεις των συμμετεχόντων για τον αριθμό των ωρών ύπνου τους. Παρ’ όλα αυτά, τα στάδια του ύπνου εκτιμήθηκαν από υπολογιστικό πρόγραμμα με βάση τα δεδομένα κίνησης και δεν μετρήθηκαν άμεσα μέσω καταγραφής της εγκεφαλικής δραστηριότητας σε εργαστήριο ύπνου.
Επιπλέον, πρόκειται για παρατηρητική μελέτη, δηλαδή κατέγραψε τα μοτίβα ύπνου και την κατάσταση της υγείας χωρίς παρέμβαση για την αλλαγή του ύπνου των συμμετεχόντων. Επομένως, τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν ότι η έλλειψη ύπνου προκάλεσε άμεσα τις ασθένειες ή ότι ο μακρύτερος ύπνος τις απέτρεψε· άλλα υγειονομικά, συμπεριφορικά και βιολογικά αίτια μπορεί να συμβάλλουν στην ερμηνεία αυτών των σχέσεων.
Οι ερευνητές θεωρούν ότι τα ευρήματα προσφέρουν επιπλέον ενδείξεις πως ο ύπνος διάρκειας μεταξύ έξι και οκτώ ωρών συνδέεται με καλύτερη υγεία σε μεσήλικες και ηλικιωμένους ενήλικες και υπογραμμίζουν τη σημασία να λαμβάνονται υπόψη η κανονικότητα και η ποιότητα του ύπνου, μαζί με τη διάρκειά του.