Τραμπ ανοίγει εμπορική έρευνα κατά της ΕΕ: καταγγέλλει στοχοποίηση αμερικανικών κολοσσών τεχνολογίας μετά το πρόστιμο 890 εκατ. ευρώ στη Google
Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ξεκινήσουν επίσημη έρευνα για τις εμπορικές πρακτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δήλωσε την Παρασκευή ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, κατηγορώντας την ότι επιβάλλει άδικα πρόστιμα ύψους δισεκατομμυρίων δολαρίων στη Google, την Apple και άλλες αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής δεν είναι ένας 'PIGGYBANK' για την Ευρώπη, ούτε θα επιτρέψουμε να γίνουν!» ανέφερε ο Τραμπ σε ανάρτησή του, την οποία περιέγραψε ως επίσημη ειδοποίηση για την άμεση έναρξη εμπορικής έρευνας «για την πρακτική του 'ROBBING' αμερικανικών εταιρειών και, κατ' επέκταση, του Αμερικανού φορολογούμενου».
«Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πληρώσει πολύ βαρύ τίμημα για αυτή την παράνομη και άκρως ανήθικη συμπεριφορά, για την οποία τους προειδοποιώ συνεχώς», πρόσθεσε.
«Μείνετε συντονισμένοι!» είπε.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δήλωσε την Παρασκευή ότι θα εμπλακεί σε διάλογο με τις ΗΠΑ, ώστε να αποκλιμακωθούν οι εντάσεις, μετά την απόφασή της την Πέμπτη να επιβάλει πρόστιμο στη Google για την κυριαρχία της στην ψηφιακή αγορά της ΕΕ, που προκάλεσε οργισμένη αντίδραση από την Ουάσινγκτον.
Ο εκπρόσωπος Εμπορίου των ΗΠΑ, Τζέιμιζον Γκριρ, δήλωσε ότι το πρόστιμο της ΕΕ υπονομεύει τον διάλογο μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού για τη ρύθμιση της ψηφιακής οικονομίας, καθώς και τη συμφωνία εμπορίου που συνήψαν πέρσι οι ΗΠΑ και η ΕΕ έπειτα από σκληρές διαπραγματεύσεις.
Η κυβέρνηση Τραμπ καταγγέλλει διαρκώς τους ψηφιακούς κανόνες της ΕΕ, κατηγορώντας τις Βρυξέλλες ότι επιβάλλουν μη δασμολογικά εμπόδια στις αμερικανικές εταιρείες και στοχοποιούν δυσανάλογα τις μεγάλες αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας.
Ωστόσο, η επικεφαλής εκπρόσωπος της Επιτροπής, Πάουλα Πίνιο, δήλωσε την Παρασκευή ότι οι ΗΠΑ άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο για συνομιλίες.
«Υπάρχει κάλεσμα για διάλογο, το οποίο υιοθετούμε πλήρως», είπε, προσθέτοντας ότι οι Βρυξέλλες θα συμμετάσχουν στον διάλογο διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη ρυθμιστική «αυτονομία» της ΕΕ.
«Η ΕΕ υπονομεύει τον διάλογο»
Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, 25 Αμερικανοί βουλευτές έγραψαν στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ζητώντας να διεξαχθεί αμερικανική έρευνα για τις εμπορικές πρακτικές της ΕΕ, ενόψει του αναμενόμενου προστίμου σε βάρος της Google.
Το πρόστιμο ανακοινώθηκε τελικά την Πέμπτη, επιβάλλοντας στον τεχνολογικό κολοσσό κύρωση ύψους 890 εκατ. ευρώ βάσει του νόμου της ΕΕ για τις ψηφιακές αγορές (Digital Markets Act), τον οποίο η Ουάσινγκτον έχει επικρίνει αδιάκοπα τον τελευταίο χρόνο, όπως και τον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες (Digital Services Act), μια ευρωπαϊκή ρύθμιση που στοχεύει το παράνομο περιεχόμενο σε μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες.
«Προσπαθούμε να επιλύσουμε τις ανησυχίες μας σχετικά με τον νόμο της ΕΕ για τις ψηφιακές αγορές και άλλες ενέργειες μέσω υπεύθυνου, εποικοδομητικού διαλόγου», ανέφερε ο Γκριρ σε δήλωσή του μετά την ανακοίνωση του προστίμου. «Οι πρόσφατες ενέργειες της ΕΕ υπονομεύουν αυτές τις προσπάθειες και εγκυμονούν πραγματικό κίνδυνο για τη συνέχιση της διατλαντικής σταθερότητας σε ό,τι αφορά το εμπόριο», πρόσθεσε.
Ο Γερμανός σοσιαλδημοκράτης ευρωβουλευτής Μπερντ Λάνγκε, επικεφαλής της επιτροπής εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δήλωσε στο Euronews ότι φοβάται περαιτέρω κλιμάκωση στις διατλαντικές σχέσεις και αναμένει πρόσθετες κινήσεις από την πλευρά των ΗΠΑ.
Ο Ευρωπαίος νομοθέτης βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των διαπραγματεύσεων για την υλοποίηση της συμφωνίας ΕΕ-ΗΠΑ που επετεύχθη τον Ιούλιο του 2025 από τον Τραμπ και την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έπειτα από εβδομάδες εμπορικών αντιπαραθέσεων. Ωστόσο, παρά τη συμφωνία, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εξακολουθούν να θεωρούν τις διατλαντικές σχέσεις ασταθείς.
Την Πέμπτη, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε νέο καθεστώς δασμών σε βάρος εμπορικών εταίρων του, μεταξύ των οποίων και η ΕΕ, λόγω καταγγελιών για καταναγκαστική εργασία. Επιμένοντας ότι διαθέτει αυστηρούς κανόνες για την αντιμετώπιση προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία, οι Βρυξέλλες επέλεξαν να μην απαντήσουν με αντίμετρα, υποστηρίζοντας ότι οι νέοι δασμοί σέβονται το ανώτατο όριο 15% στα ευρωπαϊκά προϊόντα που προβλέπει η εμπορική συμφωνία.