Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Η Λένα Κιτσοπούλου και το νέο της έργο στο Θέατρο Τέχνης

Η Λένα Κιτσοπούλου και το νέο της έργο στο Θέατρο Τέχνης
Από Euronews

Μετά την Στέγη και το Φεστιβάλ Αθηνών, σειρά παίρνει το Θέατρο Τέχνης. Η Λένα Κιτσοπούλου επιστρέφει στα θεατρικά πράγματα με ένα καινούργιο έργο, στο οποίο μάλιστα πρωταγωνιστεί. Ήδη από την ανακοίνωση του τίτλου του, η περιέργεια για το τι θα δούμε ήταν μεγάλη. Γιατί; Γιατί είναι πολύ σπάνιο να συναντάμε έργο με τρεις γραμμές τίτλο, που λέει πολλά, αλλά και τίποτε ταυτόχρονα: «Μια μέρα, όπως κάθε μέρα, σε ένα διαμέρισμα από τα χιλιάδες διαμερίσματα της Αθήνας, αυτά με τα κουφώματα ασφαλείας και τους βολικούς καναπέδες τους, σε κατάσταση αμόκ. Ή η ανουσιότητα του να ζεις».

Όπως ομολογεί η ίδια είναι ένα έργο για τη ματαιότητα, για το τίποτε, για όλα τα ανούσια πράγματα με τα οποία ασχολούμαστε καθημερινά. Πρωταγωνιστές δύο ηθοποιοί, δύο φίλοι στην ζωή, οι οποίοι κάθονται σε ένα καναπέ και συζητούν για τη μαγειρική, για τον κόσμο γύρω τους, για την καθημερινότητα και τα πρόσωπα που τους πλαισιώνουν, για τις ειδήσεις στην τηλεόραση. Κλισέ κουβέντες, αδιάκοπη ροή άχρηστων πληροφοριών και διαλόγων, καμιά δράση. Σε πρώτο επίπεδο φαίνεται να σε αφορά πολύ και μην σε αφορά καθόλου, γιατί έχεις κάνεις κι εσύ χιλιάδες φορές παρόμοιες συζητήσεις, σε δεύτερο επίπεδο όμως αισθάνεσαι ότι κάτι μένει από όλες αυτές τις ανώδυνες κουβέντες που περνούν και χάνονται.

Μιλήσαμε με τη σκηνοθέτιδα και συγγραφέα του έργου για το τι είχε στο μυαλό της αυτή τη φορά, τι συμβαίνει επί σκηνής Θεάτρου Τέχνης αλλά και για τι καινούργιο μας επιφυλάσσει με αυτή την θεατρική παραγωγή, που ακολουθεί διαφορετικό δρόμο από τις προηγούμενες.

-Πως ξεκίνησε η διαδρομή αυτής της καινούργιας παράστασης;

Η πρόταση έγινε αρκετά νωρίς από το Θέατρο Τέχνης. Δεν είχα κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου στην αρχή, γιατί δεν δουλεύω με αυτόν τον τρόπο. Σπάνια έχω κάτι διαμορφωμένο, πριν υπάρξει η πρόταση για μια παράσταση. Τέτοιο παράδειγμα ήταν μόνο ο «Αθανάσιος Διάκος». Η ιδέα για την παράσταση στο Θέατρο Τέχνης ήρθε σιγά-σιγά. Δεν μπορώ δυστυχώς να λειτουργήσω με πρόγραμμα. Στην αρχή, δεν μου έβγαινε τίποτε. Όταν φτάνω σ’ αυτή την κατάσταση που μου είναι πλέον αρκετά οικεία, αρχίζω να με κατηγορώ ότι είμαι ανίκανη και άσχετη και ότι στέρεψα πια. Εκείνη τη στιγμή γεννιέται η ιδέα. Έτσι έγινε και τώρα. Το θέμα μου είναι να αφοσιωθώ, να συγκεντρωθώ σ’ αυτό που ετοιμάζω.

- Έχεις πρόβλημα συγκέντρωσης;

Όχι αντιθέτως. Είμαι πολύ συγκεντρωμένο άτομο. Σ’ όλες τις φωτογραφίες που έχω ως παιδί, αλλά και από το σχολείο, είμαι μόνη μου σε ένα γραφείο και κάτι φτιάχνω. Περνούσα ώρες με ένα βιβλίο, ζωγράφιζα. Απλώς μου παίρνει ώρα για να μπω σε κάθε καινούργιο πρότζεκτ. Έτσι έγινε και με αυτό το έργο. Αφού τελείωσε η επανάληψη του «Ματωμένου Γάμου» τον Σεπτέμβριο και πήγα στο Βερολίνο για να παίξω στην ταινία ενός φίλου, μπήκα σε αυτή τη νέα θεατρική περιπέτεια. Άδειασα τελείως από τα προηγούμενα, πριν ξεκινήσω. Εκεί άρχισε κάτι να ξεμυτίζει. Αυτή τη φορά, δεν ήθελα να επαναλάβω σε φόρμα κάτι που έχω ξανακάνει. Δεν ήθελα πάλι τα ίδια. Αφέθηκα λοιπόν σε κάτι πιο εσωστρεφές, πιο μικρό, πιο κλειστό, κάτι μίνιμαλ. Κάτι που δεν χρειάζεται να τα ξανακάνω όλα μουνί, να βγάλω όλα τα προβλήματα της οικογένειας. Ήθελα να ξεκινήσω από το μηδέν.

-Διαβάζοντας τον τεράστιο τίτλο, έχω όμως την αίσθηση ότι το έργο δεν ξεφεύγει από τα θέματα και την προβληματική που σε απασχολεί στις θεατρικές σου παραστάσεις, αλλά και στα βιβλία σου.

Όντως έχεις δίκιο. Αλλά δεν θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς. Πάλι ο εαυτός μου βγήκε. Το έργο ξεκίνησε από μια αλήθεια που αφορά εμένα και τον Γιάννη Κότσιφα. Το έργο αφορά δύο φίλους. Είμαστε πραγματικά πολύ φίλοι με τον Γιάννη, που μοιραζόμαστε την σκηνή. Η υπόθεση προήλθε μέσα από δικές μας κουβέντες, μέσα από τα πράγματα που μοιραζόμαστε ως φίλοι. Αυτό που ήθελα ήταν να πειραματιστώ όσον αφορά το ύφος του έργου, να παίξω με τη δομή. Δεν ψάχνω να αναλύσω το μεγάλο θέμα ή να πω τη μεγάλη φιλοσοφία. Εστιάζω στο πώς είναι κάτι επί σκηνής. Είναι αυτό που έλεγε ο Λευτέρης Βογιατζής, ότι μπορείς να παίξεις επί σκηνής και τον τηλεφωνικό κατάλογο. Άρα δεν παίζει τόσο πολλή σημασία το θέμα, γιατί τα ζητήματα που μας απασχολούν θα βγουν ούτως ή άλλως στην παράσταση. Είναι πολύ λίγα άλλωστε. Αυτό που μας ενδιαφέρει γενικά είναι το πώς θα ζήσουμε και το πώς θα πεθάνουμε. Αυτός ο ριμάδης ο θάνατος. Εκεί μέσα υπάρχουν όμως και όλα τα υπόλοιπα καθημερινά μας θέματα: η πολιτική, η καθημερινότητα, η τηλεόραση, η μαγειρική. Με απασχολεί λοιπόν πώς θα μιλήσω γι’ αυτά τα ζητήματα.

-Πώς είναι λοιπόν η φόρμα του έργου; Δεν έχεις ξαναδουλέψει αυτού του είδους το φορμά.

Μου αρέσει να κάνω διαφορετικά πράγματα. Όταν έρχονταν στιγμές στις πρόβες με τον Γιάννη, να πούμε αστεία, τύπου Κοκκινοσκουφίτσας, μου ερχόταν αναγούλα και το κόβαμε. Δεν μπορούσα να τα επαναλάβω. Είχα γκώσει με όλο αυτό. Το είχαμε κάψει. Δεν μπορούσα πλέον το στυλ ατάκα, στην ατάκα, αυτό το είδος χιούμορ. Επειδή μάλιστα βαριέμαι εύκολα, γι’ αυτό και δεν επαναλαμβάνομαι. Θέλω να ανακαλύπτω συνεχώς κάτι καινούργιο. Έψαχνα να βρω κάτι πιο απλό, πιο ντοκιμαντερίστικο. Πιο κλισέ κουβέντες. Έχουμε λοιπόν δύο ανθρώπους που μιλούν για το τίποτε στο σπίτι τους. Καθημερινές ανούσιες κουβέντες. Δεν υπάρχει καμιά δράση, καμιά ουσία. Η κουβέντα τους, που είναι πολύ οικεία σε όλους μας, στη συνέχειά της και στην εμμονή της, βγάζει μια τρομερή απόγνωση.

-Ακούγεται λίγο κλειστοφοβικό.

Έτσι είναι. Όσοι το είδαν είπαν ότι το βρήκαν πνιγηρό, χωρίς όμως να σημαίνει ότι δεν βγαίνει και γέλιο. Οι πρωταγωνιστές είναι εγκλωβισμένοι σε μια πραγματικότητα που τους αρέσει και δεν τους αρέσει ταυτόχρονα. Υπάρχει μια ματαιότητα απέναντι στα πάντα. Δεν υπάρχει έξοδος. Μοιάζει με έναν κύκλο που όλα επιστρέφουν. Υπάρχουν βέβαια εξάρσεις και σημεία που μπαίνει φως, αλλά μετά όλα ξαναγυρίζουν στην κανονικότητά τους. Θα μπορούσε να μην υπήρχε τέλος και η συζήτηση των δυο τους να ξεκινούσε από την αρχή. Το έργο θα μπορούσε να είναι και ένα work in progress που να το παίζαμε ξανά σε ένα χρόνο, με άλλο όμως κείμενο. Θα μπορούσε να κρατάει πέντε ώρες και όχι κάτι παραπάνω από μία που κρατάει. Στη συγκεκριμένη παράσταση δεν ήθελα επίσης καθόλου μουσική, κανένα εφέ, καμιά ανατροπή. Ήθελα να είναι μόνο ένα πράγμα, μόνο ένα φως, δύο άνθρωποι. Όποιο εφέ υπάρχει, είναι μέσα από τον λόγο, μέσα από την παύση, μέσα από το κοίταγμά μας. Ο λόγος κλισέ ήθελα να σπάει ξαφνικά από κάτι βίαιο. Και μετά πάλι από την αρχή. Όλα τα εφέ γίνονται με τρόπο χειροποίητο και όχι εξωτερικό. Αυτό είναι κάτι που δεν το έχω ξαναδοκιμάσει.

-Σε δυσκόλεψε η τεχνική με την οποία λειτουργεί αυτή η φόρμα;

Μπορώ να σου πω ότι ανακάλυψα πως δουλεύει μέσα από τις πρόβες. Έχω πλέον καταλάβει πως λειτουργεί. Ο ρυθμός παίζει τεράστιο ρόλο. Δεν θέλει υπερβολική χαλαρότητα. Πρέπει να διατηρείται το ενδιαφέρον του ηθοποιού και ο ρυθμός του διαλόγου.

-Πως αισθάνεσαι που πρωταγωνιστείς ταυτόχρονα; Δεν το έχεις ξανακάνει.

Ναι είναι πρώτη φορά που το κάνω. Έχει σίγουρη αρκετή δυσκολία. Μερικές φορές αναρωτιέμαι τι το ήθελα. Γιατί δεν μπορώ να δω πως λειτουργούν τα πράγματα. Ούτε μια κίνηση. Όλη η εξέλιξη της ιστορίας είναι σαν μια χορογραφία και με δυσκολεύει που βρίσκομαι μέσα και δεν μπορώ να δω τι γίνεται. Έχει λοιπόν ένα διπλό κόπο. Γιατί στη συνέχεια κάθομαι και βλέπω το έργο χωρίς εμένα. Αισθάνομαι όμως ότι δεν θα μπορούσε να κάνει κάποιος αυτό που κάνω εγώ στην παράσταση. Είναι όλα στην κόψη. Υπάρχουν πολλά πράγματα δικά μου. Υπάρχει δηλαδή μεγάλη έκθεση. Είμαι πολύ εγώ αυτή η παράσταση. Μιλάω πολύ για μένα σ’ αυτό το έργο. Εκθέτω τον εαυτό μου ως καλλιτέχνη και τι είναι αυτό που κάνω.

-Συνηθίζεις να αποκαλύπτεις πολλά πράγματα για σένα στις παραστάσεις σου. Υπάρχει μια αγωνία. Γιατί το κάνεις;

Μου αρέσει πολύ αυτή η διαδικασία. Μου αρέσει το ρίσκο, η αλήθεια που βγαίνει. Μου αρέσει επίσης που σπάει η φόρμα και απευθύνομαι στον θεατή. Θέλω να πω δικά μου πράγματα. Όχι με έναν τρόπο εξυπνακίστικο, αλλά έτσι όπως τα αισθάνομαι. Δεν θέλω να νομίζει ο κόσμος ότι το παίζω πιο έξυπνη ή ανώτερη. Το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει: θέλω να πω ότι και εγώ σκατά είμαι, με απασχολούν τα ίδια πράγματα. Δεν έχω λύσεις για αυτά.

-Συνηθίζεις να «στήνεις» παραστάσεις με φίλους. Δεν εκτιμάς αυτούς τους ανθρώπους μόνο ως ηθοποιούς, αλλά και ως ανθρώπους. Τους εμπιστεύεσαι απόλυτα. Θεωρείς ότι είναι ένας «ασφαλής» τρόπος να κάνεις θέατρο;

Για μένα έχει σημασία να επικοινωνώ με τους ανθρώπους που συνεργάζομαι στο χιούμορ, το πνεύμα. Το έχω απόλυτη ανάγκη. Δεν δουλεύω αποκλειστικά με φίλους. Συνεχώς προστίθενται άνθρωποι στις δουλειές που κάνω. Πρέπει όμως να μπορούμε να επικοινωνούμε σε προσωπικό επίπεδο. Να μου κάνουν κάτι. Γι’ αυτό δεν έχω κάνει ποτέ οντισιόν. Αν κάποιος μου κάνει κλικ, τον ρωτάω: Θέλεις να έρθεις να παίξεις στην παράστασή μου;

-Αισθάνεσαι όμως και λιγάκι μπουχτισμένη από τις δουλειές που διαδέχονται η μία την άλλη χωρίς διάλειμμα;

Έχω βρει τρόπος να την βγάζω καθαρή. Προστατεύομαι πολύ. Κρατάω πισινές πάντα, ώστε να μπορώ να αναπνέω. Ακόμη κι όταν ετοιμάζω μια δουλειά και είμαι με το κεφάλι μέσα, κάτι με κρατάει και έξω. Επίσης κάνω μεγάλα κενά. Ταξιδεύω όποτε μπορώ. Λείπω μήνες. Δεν μπαίνω ολοκληρωτικά λοιπόν σ’ αυτή τη φάση του θεάτρου. Αγνοώ πολλά πράγματα που συμβαίνουν γύρω μου ως καθημερινότητα, γιατί έχω επιλέξει να μην ασχολούμαι. Έχω δηλαδή μια προστασία, από τη φθορά. Και έχω και άλλες διεξόδους, όπως για παράδειγμα το γράψιμο. Γι’ αυτό και δεν κουράζομαι. Ούτε αισθάνομαι απόλυτα εξαρτημένη από αυτό.

Τι είναι αυτό που σε κρατά δυνατή, ακμαία και δημιουργική σ’ αυτή τη διαδικασία; Τι σε σώζει;

Με σώζει ότι αισθάνομαι μια ανεξαρτησία. Δεν είμαι εξαρτημένη δηλαδή από κάτι. Αν βρεθώ αύριο στην Κίνα και κάποιος μου πει ότι εδώ θα μείνεις από εδώ και πέρα, δεν θα με πειράξει καθόλου. Θα ενταχθώ πολύ εύκολα στη νέα κατάσταση. Αισθάνομαι ως άνθρωπος, μια αυτάρκεια. Έτσι είμαι, έτσι γεννήθηκα.

-Πώς βλέπεις την κατάσταση γύρω μας; Μπορεί να αλλάξει κάτι;

Κοίτα. Εγώ είμαι πολύ μηδενίστρια. Δεν πιστεύω πολύ στο είδος που λέγεται άνθρωπος. Ούτε εγώ, ούτε το περιβάλλον που ζω είναι τέλειο. Προσπαθώ να κάνω ό,τι μπορώ όμως για να βελτιώσω τα πράγματα. Αυτό μόνο μπορώ να κάνω με τους γύρω μου, με τον εαυτό μου. Θεωρώ ότι είμαστε σε μια φριχτή κατάσταση, αλλά πάντα έτσι ήταν η ανθρωπότητα και έτσι θα ‘ναι. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να ασχοληθώ με αυτό που γνωρίζω καλύτερα. Αυτό ξέρω. Δεν θα αλλάξω την πολιτική, ούτε την κοινωνική κατάσταση της χώρας. Το έχει πει πολύ ωραία ο Γούντι Άλεν, αναφερόμενος στην ματαιότητα: «Δεν κάνω πολιτικές ταινίες. Γιατί ο καθένας αυτό που μπορεί να κάνει μόνο είναι να βρει μια ωραία τρίτη πράξη για το έργο του, να πει ένα ωραίο αστείο, μία ατάκα στην ταινία του. Τίποτε άλλο». Αυτό πιστεύω κι εγώ.

-Έχεις ακούσει πολλά για τα έργα σου. Πολλοί έχουν μιλήσει και προσωπικά εναντίον σου για το τι είναι η Κιτσοπούλου. Πώς το αντιμετωπίζεις; Έχεις δημιουργήσει ένα σύστημα άμυνας απέναντι σ’ αυτές τις προσωπικές, κίτρινες επιθέσεις;

Εμένα με ενδιαφέρει αυτός που επικοινωνεί με το έργο μου. Έχω καταφέρει κι έχω βρει τις άμυνές μου μέσα σε όλο αυτό. Πολλές φορές ο τρόπος πολλών είναι χυδαίος, εμετικός και τρομερά σεξιστικός. Δεν με εκπλήσσει καθόλου. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν είμαι ευάλωτη. Πολλές φορές πληγώνομαι από όλα αυτά που γράφονται. Με πληγώνει αυτό που είναι ο άνθρωπος. Αυτό το οποίο σιχαίνομαι σ’ αυτόν, αποδεικνύεται δυστυχώς κάθε φορά. Με κάνει να αισθάνομαι μόνη. Με κάνει να φοβάμαι. Μετά ευτυχώς παίρνω τις ενέσεις από το καλό και το όμορφο που υπάρχει γύρω μου και επανέρχομαι.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Κείμενο – Σκηνοθεσία: Λένα Κιτσοπούλοου

Σκηνικά – Κοστούμια: Ναταλία Λάτση

Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος

Μουσική επιμέλεια: ο Θίασος

Α’ Βοηθός Σκηνοθέτη: Άννα Νικολάου

Β’ Βοηθός Σκηνοθέτη: Χρήστος Χριστόπουλος

Γ’ Βοηθός Σκηνοθέτη: Ιωάννα Μαυρέα

Δ’ Βοηθός Σκηνοθέτη: Τζένια Κονταράτου

Φωτογραφίες: Μυρτώ Αποστολίδου

Παίζουν: Γιάννης Κότσιφας, Λένα Κιτσοπούλου κ.ά.

Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν

Φρυνίχου 14, Πλάκα, τηλέφωνα ταμείου: 2103222464 & 2103236732

www.theatro-technis.gr:

προπώληση: www.viva.gr

Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Σάββατο & Παρασκευή 9.15, Κυριακή 19.00, Δευτέρα 20.00 / Διάρκεια: 80΄ Δευτέρα γενική είσοδος 10 ευρώ

13 Φεβρουαρίου – 5 Απριλίου

Εισιτήρια για όλες τις παραστάσεις:

Δευτέρα έως Παρασκευή: 15 € γενική είσοδος

10 € φοιτητές, άνεργοι με κάρτα ΟΑΕΔ, ΑΜΕΑ, νέοι κάτω των 23 ετών, συνταξιούχοι άνω των 65 ετών & groups 8 ατόμων και άνω

Σάββατο & Κυριακή: 16 € γενική είσοδος / 12 € μειωμένη