Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Φθινοπωρινή Σονάτα: Μάνα και κόρη σε ένα ρινγκ συναισθημάτων

Φθινοπωρινή Σονάτα: Μάνα και κόρη σε ένα ρινγκ συναισθημάτων
Από Γιώργος Μητρόπουλος

Η θεατρική σεζόν μπορεί να μην έχει ξεκινήσει καιρό, αλλά ήδη έχουν ξεχωρίσει μερικές πολύ καλές παραστάσεις. Ανάμεσά τους βρίσκεται η «Φθινοπωρινή Σονάτα» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν που σκηνοθετεί η Μαρία Μαγκανάρη στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων. Το έργο αλλά και το συγκεκριμένο ανέβασμα εστιάζει στην προβληματική σχέση μάνας – κόρης.

Μέσα από μια λιτή σκηνοθεσία που εμμένει στην ανάδειξη των δύο χαρακτήρων, στο αρχετυπικό δίπολο, παρουσιάζονται οι διαφορετικοί κόσμοι, οι διαφορετικές προθέσεις, φιλοδοξίες, αισθήματα μάνας και κόρης. Ούτως ή άλλως και ο σουηδός δημιουργός αυτό είχε στο μυαλό του, το 1978, όταν φαντάστηκε την ομώνυμη ταινία: να είναι «σαν σε όνειρο σε τρεις πράξεις, χωρίς δυσκίνητα σύνολα, με δύο πρόσωπα και τρεις φωτισμούς». Γι’ αυτό και η σκηνοθέτις ομολογεί ότι σκοπός της ήταν «Η επιστροφή στα βασικά. Ηθοποιοί και κείμενο, σχεδόν τίποτα άλλο».

Η μάνα ενδιαφέρεται μόνο για την καριέρα της και για τίποτε άλλο, ενώ η κόρη προσπαθεί μάταια να αποκαταστήσει τη σχέση που είχαν, να βρει τη μητρική φιγούρα που της έλειπε σε όλα τα χρόνια της ζωής της, να αναπληρώσει τον χαμένο χρόνο. Τα ψυχολογικά της τραύματα την κρατούν όμως δέσμια: βλέποντας τον άνθρωπο στον οποίο οφείλονται όλα της τα προβλήματα, δεν μπορεί παρά να του επιτεθεί, να του θυμίσει τις ευθύνες που έχει. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Η αγάπη χαμένη. Το μίσος ξεχειλίζει. Οι ενοχές πλανώνται στον αέρα. Η μία θα προσπαθήσει να πληγώσει την άλλη ανεπανόρθωτα. Η μάνα θα ξαναφύγει από το σπίτι, μάλλον για πάντα.

Η Μαρία Κεχαγιόγλου ερμηνεύει τη μητέρα και η Ανθή Ευστρατιάδου την κόρη. Δένουν απόλυτα μεταξύ τους. Φωτίζουν με εξαιρετικά λεπτό τρόπο τις αποχρώσεις αυτής της τραυματισμένης σχέσης, τους λόγους που αυτή η οικογένεια υπάρχει μόνο στα χαρτιά. Συμπληρώνουν τέλεια η μία την άλλη: Οι δύο ηθοποιοί σε καθηλώνουν με την ερμηνεία τους: παρακολουθούν με προσοχή τις συναισθηματικές ταλαντώσεις η μία της άλλης, παλεύουν λεκτικά με τα συναισθήματα και τις αναμνήσεις των δύο χαρακτήρων, στήνοντας ένα γοητευτικό σύμπαν υψηλών θερμοκρασιών, που δεν μπορεί παρά να σε συγκινεί. Είναι σαν δύο παλαιστές που ο ένας περιμένει την δράση του άλλου για να αντιδράσει, για να καταφέρει να ρίξει κάτω τον αντίπαλο. Είναι έτοιμοι από καιρό γι’ αυτό το ξεκαθάρισμα. Οι λέξεις μοιάζουν με φαρμακερά βέλη που στοχεύουν στα γνωστά και στις δύο ευαίσθητα σημεία που έχουν.

Συναντήσαμε την Ανθή Ευστρατιάδου και της ζητήσαμε να μας οδηγήσει στον κόσμο της Φθινοπωρινής Σονάτας, να μας μιλήσει γι’ αυτό το πολύ δυνατό θεατρικό έργο του μεγάλου σουηδού σκηνοθέτη.

-Τι είναι αυτό που είναι ενδιαφέρον στο συγκεκριμένο έργο, κατά τη γνώμη σου;

Στο έργο αυτό ο Μπέργκμαν καταφέρνει να αποδώσει την πολυπλοκότητα των οικογενειακών σχέσεων. Με δραματουργική μαεστρία αποτυπώνει τις ψυχολογικές αποχρώσεις των ηρωίδων του. Αγάπη και μίσος συνυπάρχουν, νοσταλγία και αποστροφή διαρκώς εναλλάσσονται, το “σε χρειάζομαι” με το “δεν σ’ αντέχω άλλο” βαδίζουν χέρι με χέρι. Τα πρόσωπα είναι ταυτόχρονα θύτες και θύματα. Νιώθεις ότι δεν δικαιώνεται κανείς. Είναι μια αέναη προσπάθεια αλλαγής σε λιμνάζοντα νερά.

-Σε ποια στοιχεία στηρίξατε το δικό σας ανέβασμα; Πως το προσεγγίζετε;
Η δική μας διασκευή εστιάζει στη σχέση μητέρας-κόρης. Δύο είναι τα εργαλεία της προσέγγισής μας. Η επικοινωνία: να είμαστε παρούσες, δοσμένες η μία στην άλλη, ανοιχτές στο “εδώ και τώρα” της θεατρικής δράσης. Να είμαστε μαζί. Πάνω απ’ όλα μαζί. Και η μουσική. Εκεί που τα λόγια αποτυγχάνουν, παίρνουν τη θέση τους οι νότες. Σου τραγουδώ για να μ’ ακούσεις. Σου τραγουδώ για να θυμηθείς. Σου τραγουδώ για να έρθεις κοντά μου. Η μουσική μεταφέρει τον ανέκφραστο συναισθηματικό κόσμο των ηρωίδων. Αποτελεί με έναν τρόπο το σημείο επαφής τους.

-Ποια είναι η σχέση μάνας και κόρης; Για ποιο λόγο νομίζεις ότι είναι τόσο προβληματική;
Η λέξη κλειδί νομίζω πως είναι η απόσταση. Ανάμεσά τους ο χρόνος: έχουν να βρεθούν 7 χρόνια. Το πάντα αλλού της μητέρας (η επαγγελματική σταδιοδρομία της Σαρλότ την κρατά μακριά από το σπίτι) σε αντιδιαστολή με το πάντα εδώ της κόρης. Η απόσταση δεν είναι μόνο χωροταξική, μα και συναισθηματική. Ποτέ δε φανερώθηκε η μία στην άλλη. Και όταν τελικά θα το κάνουν, θα παρασυρθούν σ’ έναν ανεξέλεγκτο χείμαρρο αναμνήσεων: τραύματα, ενοχές, παρανοήσεις, κατηγόριες θα βγουν στην επιφάνεια και θα υψώσουν ακόμα έναν τοίχο ανάμεσα τους. Σε μια τέτοια σχέση φαντάζει βασανιστικά δύσκολο τόσο το να ομολογήσεις, όσο και το να παραδεχθείς.

-Εσύ ερμηνεύεις την κόρη. Πώς είναι αυτή η γυναίκα; Γιατί έχει αυτές τις εμμονές, τα τραύματα, τις εκρήξεις;
Ας γνωρίσουμε την Εύα. Ζει μαζί με τον άντρα της Βίκτωρ, που είναι ιερέας και την άρρωστη αδερφή της Ελένα. Ο γιος της Έρικ πνίγηκε όταν ήταν μόλις τεσσάρων χρονών. Η Εύα φροντίζει τους άλλους ανελλιπώς. Θα λέγαμε πως αυτή είναι η καθημερινή κεντρική της ενασχόληση, μα και αυτό που την κρατά ζωντανή. Βαθιά της επιθυμία είναι να γνωρίσει τον εαυτό της, να αγαπηθεί πραγματικά για να καταφέρει να αγαπήσει και την ίδια, μα και τους άλλους. Αυτός είναι και ο λόγος που επιμένει να καλεί τη μητέρα της να την επισκεφθεί: θέλει να την αποδεχθεί γι’ αυτό που πραγματικά είναι. Όταν συνειδητοποιεί πως, μετά από τόσα χρόνια και τόση προσπάθεια από μέρους της να αφήσει πίσω τα τραύματα του παρελθόντος και να διαχειριστεί με ψυχραιμία τη σχέση της με τη μητέρα της, τίποτα δεν έχει αλλάξει, ξεσπά κι αρχίζει να την τιμωρεί. Ζητά την αγκαλιά που δε χόρτασε ποτέ. Και τίποτα δεν μπορεί να καλύψει την έλλειψη αυτή.

-Όταν έχουν συμβεί όλα αυτά μεταξύ τους, πιστεύεις ότι μπορεί να υπάρξει συγχώρεση;
Νομίζω πως η Εύα βρίσκεται μετέωρη ανάμεσα στο “θέλω να σε συγχωρήσω, αλλά δεν μπορώ να ξεπεράσω τον πόνο που μου προκάλεσες” και στο “δε σε συγχωρώ, αλλά δεν μπορώ να είμαι μακριά σου”. Υπάρχει εξάρτηση. Όπως λέει και το κείμενο “σαν ο ομφάλιος λώρος να μην κόπηκε ποτέ”. Δεν ξέρω αν θα κατάφερνε κανείς έχοντας ζήσει μια τέτοια σχέση, αρχικά να αποδεχθεί όσα έχουν συμβεί και στη συνέχεια να ησυχάσει και να φθάσει στη συγχώρεση. Ξέρω ότι η Εύα δε σταματά να προσπαθεί.

-Το έργο κλείνει με την επιστολή της κόρης, όπου φαίνεται ότι θέλει να κρατήσει ζωντανή αυτή την προβληματική σχέση. Δεν υπάρχει καμιά ελπίδα αλλαγής σελίδας τελικά στη ζωή μας;
Όταν ούτε το μακριά, αλλά ούτε και το κοντά λειτουργεί, πρέπει να βρεθεί ένας τρίτος δρόμος. Ποιος είναι αυτός δε γνωρίζω. Ακόμα ελπίζω όμως πως υπάρχει. Σίγουρα ξεκινά από εμάς τους ίδιους. Εκεί είναι η αφετηρία του.

-Αισθάνεσαι ότι έχεις κάποια κοινά στοιχεία με τον χαρακτήρα που ερμηνεύεις; Έχεις αισθανθεί παρόμοια σε κάποιες στιγμές με τη δική σου μητέρα ή όλη αυτή η σχέση στο έργο απέχει πολύ από τη δική σου πραγματικότητα;

Η σχέση μητέρας κόρης στο έργο έχει τα δικά της συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία διαφέρουν από τα δικά μου βιώματα με τη μητέρα μου. Ωστόσο σε κάθε αίτημα αποδοχής του ενός από τον άλλο, σε κάθε προσπάθεια επίτευξης μιας ουσιαστικής και εκ βαθέων επικοινωνίας πέρα από τυποποιημένους ρόλους και συμπεριφορές, σε κάθε ανάγκη αποτίναξης του “τραυματικού” παρελθόντος, σε κάθε αγωνιώδες βήμα όσο μικρό κι αν είναι αυτό από την παιδική ηλικία προς σ’ αυτό που ονομάζουμε ενηλικίωση, ο καθένας από μας δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του;

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Παίζουν: Μαρία Κεχαγιόγλου, Ανθή Ευστρατιάδου
Μετάφραση, Διασκευή, Σκηνοθεσία: Μαρία Μαγκανάρη
Σκηνικός χώρος, Κοστούμια: προτσές
Φωτισμοί, Σχεδιασμός Ήχου: Μαρία Γοζαδίνου
Φωνή off, Βοηθός Σκηνοθέτη: Ανδριάνα Χαλκίδη
Τρέιλερ: Ιάσων Αρβανιτάκης
Φωτογραφίες: Μαρία Τούλτσα

Μια παραγωγή της ομάδας προτσές

Info

Θέατρο της Οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής
Κυκλάδων 11 και Κεφαλληνίας, Κυψέλη, τηλ. 210 8217 877

Παραστάσεις: Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή, στις 21.00
Από Δευτέρα 23/11, Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00

Τιμές εισιτηρίων:
15 ευρώ, 12 (φοιτητικό, ΑΜΕΑ) και 5 ευρώ (ατέλεια)

ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ – Εκδοτήριο: Πανεπιστημίου 39 (Στοά Πεσμαζόγλου) – Τηλεφωνικά: 210 7234567 – Ηλεκτρονικά: www.ticketservices.gr