Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Λάζαρος Γεωργακόπουλος: «Ο Βλαντιμίρ είναι ένας δραπέτης Άμλετ»

Λάζαρος Γεωργακόπουλος: «Ο Βλαντιμίρ είναι ένας δραπέτης Άμλετ»
Από Γιώργος Μητρόπουλος

Μετά τους Αδερφούς Καραμάζοφ στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, η Νατάσα Τριανταφύλλη επιστρέφει στο Μουσείο Μπενάκη με το αριστούργημα του Σάμιουελ Μπέκετ «Περιμένοντας τον Godot», στον ίδιο χώρο όπου παρουσίασε για πρώτη φορά την «Αντιγόνη» στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών το 2013.

Από την Πέμπτη 14 Ιουλίου και για 14 παραστάσεις, ο Βλαντιμίρ και ο Εστραγκόν θα καταλάβουν το αίθριο του Μουσείου, περιμένοντας για άλλη μια φορά την έλευση του Γκοντό. Ο *Λάζαρος Γεωργακόπουλος έχει αναλάβει τον ρόλο του Βλαντιμίρ: στην παράσταση, σηματοδοτώντας την τρίτη του συνεργασία με την νεαρή σκηνοθέτιδα, που έχει δουλέψει δίπλα στον Μπομπ Γουίλσον και τον Γιάννη Χουβαρδά.

Ήταν μια πολύ γεμάτη και πολύ πετυχημένη χρονιά για τον σπουδαίο ηθοποιό, καθώς ξεκίνησε με την επανάληψη των Καραμάζοφ στο Τέχνης, συνεχίστηκε με τον «Οιδίνου» του Θανάση Τριαρίδη στο θέατρο Θησείον που έσκισε και ολοκληρώθηκε με το «Προς Δαμασκόν» του Στρίντμπεργκ, που ανέβασε η Ρούλα Πατεράκη στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Τρεις παραστάσεις, τρεις σημαντικές θεατρικές στιγμές, τρεις σπουδαίες ερμηνείες. Μιλήσαμε μαζί του για όλα αυτά που έγιναν φέτος, αλλά και για το τι θα δούμε στο Μουσείο Μπενάκη.

-Ήταν μια πολύ γεμάτη θεατρική χρονιά για σας. Δεν είχατε την ανάγκη για ένα διάλειμμα, για μια μικρή περίοδο καλλιτεχνικής «αγρανάπαυσης»;

Ήταν μία πολύ ωραία θεατρική χρονιά γεμάτη με ωραίους και πολύ διαφορετικούς ρόλους αλλά και ωραίες συνεργασίες. Ήμουν σε συνεχή επαφή με τη θεατρική πράξη, που σημαίνει ότι τα πράγματα γίνονταν πιο εύκολα, ο αριθμός των παραστάσεων σε κάθε έργο ήταν τέτοιος ώστε είχα τον χρόνο να εμβαθύνω αλλά και να μην βαρεθώ από την επανάληψη, συναντούσα διαφορετικούς ανθρώπους που με ανανέωναν σε προσωπικό και καλλιτεχνικό επίπεδο. Δηλαδή ήταν μία χρονιά κουραστική από την άποψη της έλλειψης ελεύθερου χρόνου αλλά καθόλου κουραστική καλλιτεχνικά. Πολύ περισσότερο θα κουραζόμουν αν έπαιζα τον ίδιο ρόλο όλο τον χειμώνα. Άρα γιατί να έχω ανάγκη από ένα διάλειμμα? Ξεκίνησα από το Θέατρο Τέχνης όπου οι ηθοποιοί έπαιζαν σε δύο-τρία έργα κάθε χειμώνα και άλλα δύο-τρία έργα το καλοκαίρι. Το ίδιο σχεδόν έκανα και στο θέατρο Amore για δέκα χρόνια. Άλλωστε δεν πιστεύω στην έννοια της καλλιτεχνικής «αγρανάπαυσης», ούτε στην έννοια του «διαλείμματος». Το «διάλειμμα», έτσι όπως συνήθως ορίζεται, είναι μια διανοητική αποδιοργάνωση που μου προκαλεί θλίψη. Έγινα ηθοποιός για να δοκιμάζω τον εαυτό μου σε διανοητικές μεταφορές στα όρια, στις άκρες των γκρεμών και όχι για να περιμένω την «ξεκούραση». Δεν με ενδιαφέρει να ξεκουραστώ, με τον ίδιο τρόπο που δεν με ενδιαφέρει να ισορροπήσω. Εξάλλου ας σκεφτούμε τον κοινωνικό ρόλο του ηθοποιού στις απαρχές του θεάτρου: είναι το πρόσωπο που επιφορτίζεται από την κοινότητα να ενσαρκώσει την ανισορροπία, να αποκαλύψει την άβυσσο.

-Με την Νατάσα Τριανταφύλλη έχετε συνεργαστεί ξανά στους «Αδελφούς Καραμάζοφ» και την «Αντιγόνη». Φαίνεται ότι ταιριάζετε. Τι σας έκανε να πείτε ναι σ’ αυτή την τρίτη συνεργασία; Τι σας αρέσει στην προσέγγισή της;

Η παράσταση του «Γκοντό» ολοκληρώνει ένα σκηνοθετικό τρίπτυχο της Νατάσας Τριανταφύλλη πάνω στην κλασική και μετακλασική διερώτηση της τραγικής πράξης: Ξεκίνησε με την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, προχώρησε με τους Αδελφούς Καραμάζοφ» και ολοκληρώνεται τώρα με τον «Γκοντό». Το τι σε κάνει να πεις «ναι» σε μία πρόταση που σου γίνεται, είναι πολλά πράγματα μαζί. Προφανώς με ενδιέφεραν οι τρεις τιτανικοί συγγραφείς (Σοφοκλής, Ντοστογιέφσκι, Μπέκετ) και ακόμη με ενδιέφεραν τα αινίγματα των τριών ρόλων: του Κρέοντα, του Φίοντορ Καραμάζοφ και του Βλαδίμηρου. Αλλά το σπουδαιότερο είναι να μπορείς να φανταστείς τον εαυτό σου σε μία δουλειά και σε αυτό μεγάλο ρόλο παίζει ο σκηνοθέτης. Με την Νατάσα υπάρχει μια σχέση αμφίπλευρης πίστης και μια έντονη καλλιτεχνική συνάφεια ως προς τη στοχοθεσία: μας ενώνει η αγωνία να υπάρξουμε σε κείμενα που μας ξεπερνούν. Με την Νατάσα είναι σαν να γυρίζω πίσω στα χρόνια της σχολής, όπου τα μοναδικά κείμενα που μας απασχολούσαν και ονειρευόμασταν ήταν τα μεγάλα κείμενα. Και βέβαια το να παίζεις αυτά τα έργα στην σχολή συνιστούσε άγνοια, ενώ τώρα είναι τόλμη. Και αυτή η τόλμη είναι που μου αρέσει στην Νατάσα, και ως προς την προσέγγισή της στο έργο αλλά και στον τρόπο που αντιμετωπίζει την ζωή. Αντίθετα από τους ήρωες του έργου που περιμένουν να προσδιοριστούν από την έλευση του Γκοντό, εκείνη αυτοπροσδιορίζεται μέσα από τα δικά της «θέλω» και τις δικές της «πράξεις».

-Ένας ακόμη μεγάλος ρόλος προστίθεται στο βιογραφικό σας. Τους κυνηγάτε ή σας βρίσκουν αυτοί; Υπάρχουν ρόλοι-απωθημένα;

Υπήρξα πολύ τυχερός γιατί οι ρόλοι όλα αυτά τα χρόνια έρχονταν, χωρίς να ζητήσω τίποτα. Ονειρευόμουν ρόλους και αυτοί γίνονταν πραγματικότητα. Αλλά φυσικά όσους ρόλους και αν έχεις παίξει, πάντα υπάρχουν απωθημένα. Από τον Ντοστογιέφσκι θα ήθελα να έχω παίξει περισσότερα πράγματα ή από τον Σαίξπηρ. Δυστυχώς είναι μεγάλες παραγωγές που δεν ανεβαίνουν εύκολα. Όμως, επειδή πιστεύω ότι οι μεγάλοι ρόλοι δεν έχουν ηλικία, εξακολουθώ να τους ονειρεύομαι.

-Ποιος είναι ο Βλαντιμίρ; Τι θέλει από τη ζωή και από τους γύρω του;

Όλοι οι πρωταγωνιστές του «Περιμένοντας τον Γκοντό» ζούνε σε μια εφιαλτική τραγωδία. Είναι φτιαγμένοι από τα υλικά του σαιξπηρικού κόσμου, αλλά δεν έχουν την δυνατότητα να πιάσουν το μαχαίρι, να εκφραστούν με την πράξη, με τον φόνο, την αυτοκτονία, συνακόλουθα με το μίσος, με την αγάπη, την ζήλια, την οργή. Είναι φριχτή αυτή η αντίφαση. Σκεφτείτε, λοιπόν, τον Βλαντιμίρ ως έναν δραπέτη Άμλετ. Έχει την διάνοια να καταλάβει το δράμα, δεν έχει όμως χέρια για να κρατήσει το σπαθί.

-Κατά τη γνώμη σας, ποιο είναι το θέμα του έργου; Έχει να κάνει τελικά με την ανθρώπινη συνύπαρξη, με τη συμβίωση των τεσσάρων ηρώων;

Έχω την αίσθηση πως η φράση του Μπέκετ «It’s all about simbiosis» είναι μάλλον ένα αινιγματικό τρικ που στοχοθετημένα συσκοτίζει. Φυσικά και η συμβίωση είναι μία από τις θεματικές του έργου αλλά η ουσία του είναι η τραγωδία της αδυναμίας της πράξης. Η απραξία είναι το μεγάλο τραγικό διακύβευμα που εγκαθιστά ο Μπέκετ με αυτό το έργο. Μέχρι τον Μπέκετ στην σκηνή του τραγικού θεάτρου ανέβαιναν άνθρωποι που διεκδικούσαν το δικαίωμα να μετουσιώσουν την βούλησή τους σε πράξη και σπαράσσονταν μέσα σε αυτή την διαδρομή. Ο Μπέκετ είχε την μεγαλοφυΐα να καταλάβει πως ο μεταπολεμικός κόσμος είναι ένας κόσμος ετερονομίας: και έτσι ανέβασε στην σκηνή δύο ήρωες που δεν βούλονται ούτε πράττουν, μα περιμένουν τον ερχομό ενός άλλου να γεμίσει το κενό της απραξίας τους.

-Ζούμε σε ένα μπεκετικό κόσμο σήμερα; Αισθάνεστε ότι ταιριάζουν ταμάμ το χιούμορ, η ειρωνία, ο σουρεαλισμός και ο σαρκασμός του με την σύγχρονη ελληνική κοινωνία;

Μπορεί να έχουμε κοινά σημεία με τους ήρωες του και μπορούμε να αναγνωρίσουμε δικά μας πράγματα, αλλά ουσιαστικά η ελληνική κοινωνία δεν έχει σχέση με τον Μπέκετ και το σύμπαν του. Ο μπεκετικός κόσμος προκύπτει από μία τεράστια διαδρομή αναστοχασμού και επαναπροσδιορισμού που έκαναν οι μεγάλοι ιρλανδοί συγγραφείς του 20ου αιώνα και κυρίως ο Τζέιμς Τζόις, δάσκαλος και μέντορας του Μπέκετ. Στηριγμένος πάνω στον τζοϊσικό αναστοχασμό ο Μπέκετ βυθοσκόπησε το μετα-νόημα της ύπαρξης, γυρεύοντας μια μετακλασική αφετηρία. Αντιθέτως ο νεοελληνικός κόσμος, με λίγες εξαιρέσεις, βρίσκεται στον αντίποδα του αναστοχασμού.

-Σας ταιριάζει η μπεκετική κοσμοαντίληψη ή έχετε μια άλλη στάση ζωής απέναντι στα πράγματα και τα γεγονότα που ζούμε;

Η μπεκετική κοσμοαντίληψη και αυτή δεν προκύπτει μόνο από το «Περιμένοντας» αλλά από το σύνολο του έργου του, αρθρώνεται πάνω σε έναν ιδιότυπο μπαρόκ μηδενισμό: τα διακυβεύματα έχουν τελειώσει, οι άνθρωποι παίζουμε τα παιχνίδια του τέλους. Με γοητεύει αυτός ο μεγαλειώδης και περίπου αποκαλυπτικός μηδενισμός, μα δεν μπορώ να τον δεχτώ ως στάση ζωής. Ο σημερινός κόσμος του New Age με τη θηριώδη τεχνική εξέλιξη έχει διαμορφώσει νέα διακυβεύματα, με κυρίαρχο το διακύβευμα της επαναδιαπραγμάτευσης της ατομικής ταυτότητας.

-Ποια φράση του έργου σας αντιπροσωπεύει, σας ταιριάζει και γιατί;

Η διερώτηση του Βλαντιμίρ από τον κλασικό πια μονόλογο του: «Κοιμόμουνα ενώ οι άλλοι έπασχαν;» Είναι σπαρακτικό και σπαρακτικά ανέκφραστο αυτό που κρύβεται μέσα στη λέξη «κοιμόμουνα» που ασφαλώς δεν σημαίνει την κυριολεξία της λέξης. Όσο περισσότερο βυθίζεις μέσα σου τη φράση αυτή, τόσο περισσότερο σχηματίζεται η ζοφερή αλήθεια του προσώπου μας.

-Πιστεύετε σε κάτι ή τελικά η πίστη δεν έχει κανένα νόημα στην εποχή μας;

Η πολιτική και η θρησκευτική πίστη δεν είναι αρετή: είναι αγωγός της απανθρωπιάς. Συνήθως στρώνει βουνά με πτώματα. Οι πόλεμοι, οι σφαγές, τα ολοκαυτώματα της Ιστορίας έγιναν από ανθρώπους που πίστευαν μανιασμένα στην μοναδική αλήθεια της «Πίστης» τους. Έτσι αυτό που απομένει είναι η πίστη στους ανθρώπους που συναντάμε και η πίστη στην τέχνη. Σε ό,τι με αφορά αυτές οι δύο εκδοχές της πίστης μου υπεραρκούν.

-Υπάρχει λύτρωση τελικά από τα πράγματα; Ή όλα είναι μια ηθελημένη ή αθέλητη εξαπάτηση του εαυτού μας;

Η λύτρωση ως έννοια μου είναι ξένη και ως προοπτική δεν με ενδιαφέρει. Εάν δεχτούμε πως η ζωή είναι μάταιη και ανεπανάληπτη, η μόνη νοηματοδοσία που μπορώ να νιώσω είναι η εμπλοκή με την ανθρώπινη κατάσταση, με το πάθος και την βούληση για ύπαρξη, για ηδονή και δημιουργία. Η αγωνία της λύτρωσης μου μοιάζει ως προσφυγή στη θεολογία, δηλαδή στην ευκολία.

-Οι ήρωες του έργου περιμένουν τον Γκοντό. Εσείς περιμένετε κάτι;

Η αναμονή είναι ένας εφιάλτης, ακριβώς γιατί η φύση του ανθρώπου είναι το ακριβώς αντίθετο της αναμονής. Θυμηθείτε την ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, το «2001, Οδύσσεια του Διαστήματος»: η αυγή του ανθρώπου είναι η ώρα που οι πίθηκοι αρχίζουν να χρησιμοποιούν πολεμικά εργαλεία σκοτώνοντας. Ο άνθρωπος είναι ένα ον που σκοτώνει και εκπολιτίζει. Εάν αυτό το φύσει επιθετικό πλάσμα το εγκαταλείψεις σε μια συνθήκη αναμονής ουσιαστικά το βιάζεις. Δεν περιμένω τίποτε, λοιπόν. Δεν αντέχω την απανθρωπιά της αναμονής. Προτιμώ να ονειρεύομαι.

-Υπήρχε κάτι που αναμένατε στο παρελθόν; Σας χαρακτηρίζει η υπομονή;

Αν θυμηθώ μια περίοδο έντονης αναμονής στη ζωή μου, αυτή αφορούσε την αναμονή της γέννησης της κόρης μου. Και η άφιξή της ήταν η αποκάλυψη μιας μαγικής γιορτής. Κατά τα άλλα δεν περιμένω τίποτε, ίσως επειδή είμαι αφόρητα ανυπόμονος. Προσπαθώ να βαδίζω ή και να μπουσουλάω προς αυτό που φαντάζομαι παρά να το περιμένω…

-Μετράτε πλέον αρκετά χρόνια στο κουρμπέτι. Ήσασταν πολύ μέσα, πήρατε μια περίοδο τις αποστάσεις σας, ξαναμπήκατε κάποια στιγμή στο «παιχνίδι». Βλέπετε τα πράγματα διαφορετικά πλέον, χάρις στην εμπειρία που έχετε, αλλά και τα χρόνια που έχουν περάσει;

Προσπαθώ να είμαι ηθοποιός και αυτό σημαίνει για μένα να ψάχνω εξακολουθητικά τη μεγάλη συνάντηση των ανθρώπων μέσα στην αναπαραστατική τέχνη. Έχω παίξει σε αρκετές και διαφορετικές σκηνές, σε σχήματα πρωτοποριακά ή κλασικότροπα, σε υπερπροστατευμένες παραγωγές αλλά και σε hand made παραστάσεις. Και αν μπορώ να πω πως κάτι ξέρω από την αγωνία και την προσπάθεια τόσων χρόνων, είναι πως το κρυφό θαύμα της τέχνης μπορεί να αποκαλυφθεί οπουδήποτε και συνάμα πως αυτό το θαύμα είναι τόσο στιγμιαίο και άπιαστο που δεν θα γίνει ποτέ δεδομένο. Η τέχνη δεν είναι ποτέ οριστικό κέρδος. Είναι μόνιμη απώλεια. Για την ακρίβεια, είναι αυτό που χάνεις επειδή το ζήτησες δίχως να λάβεις την παραμικρή προφύλαξη…

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Μετάφραση: Έρι Κύργια

Σκηνοθεσία: Νατάσα Τριανταφύλλη

Μουσική: ΜΟΝΙΚΑ

Σκηνογραφία: Εύα Μανιδάκη

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Φωτισμοί: Scott Bolman

Δραματολόγος: Δήμητρα Γκούγκλια

Βοηθός Σκηνοθέτη: Βασιλική Σουρή

Βοηθός Σκηνογράφου: Φιλάνθη Μπουγάτσου

Οργάνωση Παραγωγής: Μανόλης Σάρδης – PRO 4

Παίζουν: Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Δημήτρης Μπίτος, Αντώνης Αντωνόπουλος, Αινείας Τσαμάτης

“The Boy” voice over: Λένα Παπαληγούρα

INFO

Αίθριο Μουσείου Μπενάκη

Πειραιώς 138 και Ανδρονίκου, τηλ. 210-3255444

Μόνο για 14 παραστάσεις

Τρίτη με Κυριακή | Ώρα 21.30