Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Στα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» του Σίμου Κακάλα

Στα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» του Σίμου Κακάλα
Από Γιώργος Μητρόπουλος

Τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη», το κλασικό ρομαντικό μυθιστόρημα της Έμιλι Μπροντέ παρουσιάζεται από τα μέσα Μαρτίου στο θέατρο Χώρος σε σκηνοθεσία του Σίμου Κακάλα και δραματουργική επεξεργασία της Έλενας Μαυρίδου.

Η παράσταση ποντάρει στην αφηγηματική δύναμη του έργου, στον χειροποίητο τρόπο παρουσίασής του. Επιτυγχάνει από τη μία πλευρά να συμπυκνώσει εύστοχα όλα τα θεατρικά εργαλεία που χρησιμοποιεί εδώ και χρόνια ο σκηνοθέτης της, ενώ από την άλλη καταφέρνει να «διακτινίσει» τον θεατή στο σκοτεινό, άγριο τοπίο του αγροκτήματος όπου ζουν η Κάθριν, ο Χίθκλιφ και όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες.

Γιώργος Καπλανίδης

Συναντήσαμε τον Σίμο Κακάλα για να μιλήσουμε για αυτό το νέο του εν εξελίξει πείραμά του. Ο ίδιος ξεκινά πάντα κάθε θεατρικό του εγχείρημα από μια προσωπική αφετηρία, από μια ταύτιση με τους ήρωες του κάθε έργου. Κάπως έτσι ξεκίνησε η κουβέντα μας.

- Πώς βλέπεις εσύ αυτόν τον καταστροφικό έρωτα;

Τους καταλαβαίνω απόλυτα. Καταλαβαίνω τους ανθρώπους που θα έβαζαν φωτιά στο σύμπαν, προκειμένου να είναι με αυτόν που θέλουν και αγαπούν. Αυτό ακριβώς είναι το συγκεκριμένο ζευγάρι Κάθριν-Χίθκλιφ. Ζουν στα άκρα. Αυτή η ακρότητα καταπίνει τα πάντα και τους πάντες γύρω της. Είναι σαν οι υπόλοιποι ήρωες του έργου να είναι αναλώσιμοι. Είναι μια φωτιά οι δυο τους και οτιδήποτε την πλησιάσει καίγεται, τελειώνει. Μόνο η νταντά τη γλιτώνει για να διηγηθεί την ιστορία. Το θέμα είναι βέβαια ότι τελικά και το ζευγάρι αναλώνεται από το πάθος του. Μένω με ανοικτό το στόμα μπρος σ’ αυτό το καταστροφικό πάθος: Η Κάθριν λέει ότι θα κάτσω να πεθάνω εδώ και πεθαίνει!

Karol Jarek

- Μοιάζει σαν αυτοί οι δύο να μην μπορούν να ξεφύγουν από τη μοίρα τους, να την αλλάξουν.

Υπάρχουν αρκετές στιγμές στο μυθιστόρημα που τους δίνεται η ευκαιρία να μην έχουν αυτό το τέλος, αλλά όλο κάτι συμβαίνει και δεν μπορούν να ξεφύγουν από αυτήν τη μοίρα. Είναι σαν να έχουν τραβήξει αυτόν τον κλήρο του θανάτου. Είναι σαν και η ίδια η φύση να μην θέλει. Ή είναι ίσως οι συγκυρίες. Γατί εγώ δεν πιστεύω στη μοίρα, στο πεπρωμένο. Πιστεύω όμως στην τυχαιότητα του σύμπαντος. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποιο θεϊκό σχέδιο. Και ναι εγώ πιστεύω ότι ο Θεός παίζει ζάρια. Και θα συμπλήρωνα αυτό που διάβασα κάπου ότι τα πάθη τα έδωσαν οι θεοί στους ανθρώπους για να φθείρονται. Έτσι είναι: πολλές φορές, το μόνο που θέλεις είναι να παραδοθείς σ’ αυτό το πάθος: είτε είναι έρωτας, τζόγος, αλκοόλ, ναρκωτικά. Παρόλο που ξέρεις ότι σε καταστρέφει, παραδίδεσαι οικειοθελώς σ’ αυτή την μαύρη τρύπα. Εμένα με γοητεύουν αυτοί οι άνθρωποι.

- Εσύ είσαι έτσι;

Θα μπορούσα να είμαι απόλυτα έτσι... αλλά το παλεύω να μην είμαι (γέλια). Προσπαθώ να μην θολώνω. Μου είναι πολύ δύσκολη η νηφαλιότητα, η λογική, η επιχειρηματολογία, η συζήτηση. Δυστυχώς ποιος δεν κυβερνιέται από το θυμικό του; Κι εγώ ακραίος είμαι. Γι’ αυτό και με άγγιξε πολύ.

- Ποια ήταν η αφορμή όμως;

Η Έλενα Μαυρίδου. Ήταν δικό της όνειρο να ασχοληθεί με αυτό το έργο. Εγώ στη συνέχεια έγινα φαν.

Karol Jarek

- Αισθάνομαι ότι είναι μια θεατρική επιλογή που απέχει από ότι μας έχει συνηθίσει η θεατρική ομάδα.

Καταλαβαίνω τι εννοείς. Αν το δεις όμως σφαιρικά, θα καταλάβεις ότι υπάρχουν κάποια κοινά στοιχεία με προηγούμενα έργα. Για παράδειγμα με την πρώτη μας παράσταση την «Γκόλφω». Γι’ αυτό και αισθάνομαι ότι συναντώ εδώ μια δική μου αρχή, μια νέα αφετηρία για κάτι άλλο. Ίσως είναι ένας κύκλος που κλείνει. Ίσως που ανοίγει.

- Τι σε κέντρισε;

Αυτό που λάτρεψα είναι η δομή των λογοτεχνικών χαρακτήρων. Είναι σαν να έχουν απύθμενο βάθος. Όσο τους ψάχνεις και να τους αναλύεις, αποκαλύπτονται νέα πράγματα. Ήθελα λοιπόν να το ψάξω πολύ το θέμα του χαρακτήρα, γιατί είναι κεντρικό ζήτημα στο θέατρο και στη δουλειά μου: λόγω της μάσκας και της υποκριτικής μεθόδου που χρησιμοποιώ, τα πάντα έχουν να κάνουν με το χαρακτήρα που χτίζει ο ηθοποιός, μέσω των κινήσεων και της σωματικότητάς του. Η Γκόλφω, η Ερωφίλη και τα έργα του Ευριπίδη δεν έχουν στους χαρακτήρες τους αυτή τη περιπλοκότητα που συναντάμε από τον ρομαντισμό και μετά.

Karol Jarek

- Πράγματι το μυθιστόρημα μοιάζει σαν ένα εργαστήριο ανατομίας της ανθρώπινης φύσης στα όριά της.

Ναι έτσι είναι! Ξεκινούμε από την αρχή από τα άκρα. ΄Όλα είναι σε μια ακρότητα. Το τοπίο είναι ακραία δραματικό. Η φύση το ίδιο: ο αέρας λυσσομανά και τα σκοτάδια περιβάλλουν τα πάντα. Μετά είναι αυτές οι δύο διαλυμένες οικογένειες. Είναι ο καμβάς του ρομαντικού αυτού έργου. Η λάσπη που βάζεις στα θεμέλια μιας τραγικής ιστορίας. Δεν γίνεται να μην μας συγκινεί ακόμη και σήμερα, καθώς παρά τον μεταμοντερνισμό μας, κατά βάθος είμαστε όλοι ρομαντικοί. Μας αγγίζουν αυτά τα πάθη, αυτά τα σκοτάδια. Και γι’ αυτό κάνουν θραύση οι αμερικανικές ταινίες, που έχουν αντίστοιχη ρομαντική θεματολογία. Αυτό λοιπόν που με ενδιέφερε να εξετάσω είναι τι είναι αυτό που επηρέασε το μετά στο οποίο ζούμε. Από πού ξεκίνησαν τα πράγματα που μας απασχολούν σήμερα.

- Πώς το χειρίστηκες λοιπόν σκηνοθετικά το δραματουργικό σου υλικό;

Προσπάθησα να ερμηνεύσω και να παίξω με τα διαφορετικά επίπεδα που έχει το μυθιστόρημα. Είναι ένα πολυεπίπεδο υλικό με δύο αφηγητές, με μικρότερες ένθετες αφηγήσεις και πολλαπλή χρήση του χρόνου. Αυτό ήθελα να το μεταφέρω στην σκηνή. Εργαλεία που χρησιμοποίησα μεμονωμένα σε προηγούμενες δουλειές μου άρχισαν ξαφνικά να μου χτυπούν την πόρτα και να μου δείχνουν ότι εδώ μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα. Έτσι χρησιμοποίησα το σκηνικό, τα φώτα, τις μάσκες, την κούκλα, αλλά και τους ηθοποιούς πάνω και κάτω από την σκηνή. Μάλιστα για πρώτη φορά δίνω την ευκαιρία στους θεατές να μπουν στην παράσταση μισή ώρα πριν την έναρξή της για να δουν την προετοιμασία των ηθοποιών και να καταλάβουν τι γίνεται. Να μπουν στο ρυθμό του έργου.

Karol Jarek

- Η παράσταση έχει έναν πολύ έντονο αέρα χειροποίητου θεάτρου, κάτι που βοηθά τον θεατή να μπει στην ατμόσφαιρα του έργου, να ταξιδέψει στα Ανεμοδαρμένα Ύψη.

Αυτός ήταν ο στόχος μου. Θέλω ο θεατής να κατεβεί στον Άδη, στο γοτθικό περιβάλλον που ζουν οι χαρακτήρες του έργου. Αισθάνομαι ότι με αυτή την παράσταση φτάνω σε μια ωριμότητα των μέσων, που έχω χρησιμοποιήσει στις προηγούμενες δουλειές μου. Είναι σαν να τοποθετήθηκαν κάποια πράγματα λίγο καλύτερα μέσα μου.

- Χρησιμοποιείς συχνά την μάσκα στη δουλειά σου. Τι εξυπηρετεί αυτή τη φορά;

Η μάσκα λύνει καταρχάς κάποια πρακτικά ζητήματα, όπως για παράδειγμα τον αριθμό των ηθοποιών που χρειάζεται μια παράσταση. Από την άλλη, έχει τεράστια δραματουργική δύναμη. Οι δυνατότητες που δίνει στον ηθοποιό να κάνει κάτι εντελώς διαφορετικό στα επόμενα πέντε λεπτά είναι τεράστιες. Είναι κάτι πολύ σύνθετο.

Karol Jarek

- Επιλέγεις να χρησιμοποιήσεις κοστούμια εκείνης της εποχής, ένα πλήρες σκηνικό. Όλα αυτά συνήθως απουσιάζουν τα τελευταία χρόνια από την πλειοψηφία των παραστάσεων.

Δεν είχε αλλιώς νόημα για μένα. Γιατί να κάνω τα «Ανεμοδαρμένα ύψη» μέσα σε ένα κατάστημα Goody’s; Δεν καταλαβαίνω αυτή τη μανία να κάνουμε τον Μάκβεθ στο γήπεδο του τένις. Είναι postmodern, γιατί έτσι είναι η εποχή μας. Εγώ έχω μια ανάγκη να επιστρέψω στο θέατρο. Να δω την αυλαία, να δω κουίντες, να δω κοστούμια. Να δω είσοδο και έξοδο από την σκηνή. Όλα αυτά τα εργαλεία του θεάτρου. Να ακούσω το σανίδι να τρίζει. Και από την άλλη πλευρά θέλω να αγγίξω τον θεατή. Η ανάγκη μου είναι ένα χέρι που θα κάνει τον άλλο να αισθανθεί «Είμαστε μαζί φίλε». Κοίτα ποια είναι η ανθρώπινη κατάσταση.

Karol Jarek

- Το φθινόπωρο θα μας παρουσιάσεις το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος;

Ναι έτσι λέω. Να πω την αλήθεια, θέλω να να διαφοροποιηθώ από την τωρινή παράσταση. Να μάθω από τα λάθη που έκανα τώρα και να πάμε σε κάτι άλλο. Είναι το φινάλε του βιβλίου. Και οι αναλυτές χωρίζουν το μυθιστόρημα σε δύο μέρη: το πριν και το μετά το θάνατο της Κάθριν. Το πρώτο μέρος είναι ουσιαστικά η εκδίκηση της Κάθριν: είναι σαν να λέει: «Θα πεθάνω για να μάθετε». Αυτό διαλύει τον Χίθκλιφ, ο οποίος ήρθε για να πάρει τη δική του εκδίκηση. Και δεν προλαβαίνει να την πάρει, γιατί η άλλη πεθαίνει. Γι’ αυτό λέω ότι αυτοί οι χαρακτήρες είναι τέρατα, μεγαθήρια. Είναι σαν όλοι οι υπόλοιποι να μην υπάρχουν, όταν συναντιούνται αυτοί οι δύο επί σκηνής. Αυτό προσπάθησα να αναδείξω με τη δική μου σκηνοθεσία.

- Έχεις πλέον αποκτήσει το δικό σου χώρο. Η συγκεκριμένη δουλειά είναι μια μεγάλη παραγωγή για τα δικά σου δεδομένα. Αισθάνεσαι πλέον μια αυτοπεποίθηση σε σχέση με τη θέση σου στο ελληνικό θέατρο;

Κοίτα, εκ φύσεως, αισθάνομαι το έδαφος να είναι πάντα ολισθηρό από κάτω μου. Δεν υπάρχει η λέξη βεβαιότητα στο λεξιλόγιό μου. Είναι μια διαρκής μάχη. Και προσπαθώ να σκέφτομαι πάντα τον θάνατο. Εννοώ ότι με απασχολεί πάντα η φθορά, ότι τίποτε δεν μένει ίδιο. Ότι όλα είναι ρευστά γύρω μας. Τίποτε δεν είναι σταθερό και μόνιμο. Και σ’ αυτό το πλαίσιο είμαι διαρκώς ανασφαλής. Οι συνθήκες οι ίδιες απαιτούν από εσένα να αλλάζεις συνεχώς. Και ο χώρος που έχουμε αποκτήσει χρειάζεται πολλή προσωπική δουλειά και αγώνα για να κρατηθεί. Είναι κι αυτό ένα βάσανο, το οποίο πρέπει να το διαχειριστούμε. Είναι σαν πριν να είχες μπροστά σου έναν ανταρτοπόλεμο, ενώ τώρα είναι σαν να έχεις έναν κανονικό πόλεμο, γιατί έχεις πλέον μια βάση.

Karol Jarek

- Παρόλα αυτά ο θεατρικός πληθωρισμός της Αθήνας συνεχίζει κάθε χρόνο να αυξάνεται.

Θίασοι και έργα πολλαπλασιάζονται γιατί κάθε χρόνο βγαίνουν ολοένα και περισσότεροι άνεργοι ηθοποιοί. Ακόμη και τα πανεπιστήμια βγάζουν πλέον ηθοποιούς. Δεν μας έφταναν οι πάμπολλες δραματικές σχολές. Γιατί το κάνουν; Γιατί είναι πολύ πιο εύκολο. Στην Ελλάδα θεωρούμε ότι ηθοποιός είναι κάποιος που μαθαίνει τα λόγια του, μαθαίνει και κάποιες κινήσεις και αυτό είναι.

- Από την άλλη πλευρά όμως σ’ αυτήν την παγίδα έχουν πέσει σκηνοθέτες και ηθοποιοί με πολλά χιλιόμετρα στο χώρο.

Νομίζω ότι αυτό γίνεται για βιοποριστικούς λόγους. Δεν υπάρχει πλέον ο Λ. Βογιατζής να σου πει «πάρε τόσα και θα δουλέψουμε για τόσους μήνες. Θα είσαι εδώ. Μόνο δικός μου». Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο κι εγώ με τους ηθοποιούς μου. Αλλά δεν μπορείς να προσφέρεις αυτή την οικονομική ασφάλεια, ούτε στον εαυτό σου. Με αποτέλεσμα να κάνει ο καθένας οτιδήποτε μπορεί και του προσφέρεται.

Karol Jarek

- Δεν αισθάνεσαι όμως ότι είναι μια πληθωριστική φούσκα που δεν βοηθά κανέναν; Ούτε τους επαγγελματίες του χώρου αλλά ούτε και το κοινό;

Δεν βοηθά όντως κανέναν. Ρίχνει μάλιστα πάρα πολύ την ποιότητα των δουλειών που γίνονται. Και ο κόσμος τρέχει πίσω από προσκλήσεις για να δει παραστάσεις, που ούτε καν ξέρει τι είναι. Επίσης έχουμε πέσει μια χαρά στην παγίδα των social media και της προβολής που γίνεται από εκεί παραστάσεων πουν είναι μέτριες, από ιστοσελίδες που δεν τις γνωρίζει κανείς. Έχουμε φτάσει στην κατάσταση «Καλύτερα να φαίνεσαι παρά να είσαι». Εγώ δεν μπορώ να δεχτώ αυτή την πραγματικότητα του να δίνεις 7.000 συνεντεύξεις για να φαίνεσαι παντού. Δεν ήθελα να γίνω πολιτικός. Δεν θέλω να γίνω πολιτικός, ώστε να με ξέρουν και οι πέτρες. Δεν θέλω να γεμίζω την πόλη με αφίσες με την μούρη μου και την παράσταση που κάνω. Γιατί μπορεί να ξέρουν τη φάτσα μου, αλλά τη δουλειά μου δεν θα την ξέρουν σίγουρα. Βλέπω ότι η ιστορία πάει προς αυτή την κατεύθυνση. Εγώ πάω όμως προς την άλλη κατεύθυνση.

-Αυτό δεν είναι όμως το πνεύμα της εποχής;

Με πνίγει αυτή η κατάσταση. Τη θεωρώ ένα τεράστιο ψέμα. Είναι σαν να κοροϊδεύεις τον κόσμο. Δεν έχει νόημα να βγαίνεις φωτογραφία μπροστά σε μια vintage ταπετσαρία. Απλά εμένα αυτές οι χιπστεριές μου προκαλούν αηδία. Είναι ένας κόσμος που δεν έχει καμιά σχέση με την ουσία του πράγματος. Είναι μόνο μια λαμπερή εικόνα και τίποτε άλλο. Σήμερα μπορείς να εξαπατάς τους πάντες, γιατί δεν υπάρχει κανένα κριτήριο. Ένα διαμάντι μπορεί να χαθεί μέσα στον τεράστιο αχταρμά που προτείνουν οι καλές δημόσιες σχέσεις σκουπιδιών ή οι ατελείωτες αναρτήσεις ασχέτων στα social media.

Karol Jarek

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Μετάφραση: Άρης Μπερλής

Σκηνοθεσία: Σίμος Κακάλας

Δραματουργική Επεξεργασία: Έλενα Μαυρίδου

Σκηνογραφία, Ενδυματολογία: Ράνια Εμμανουηλίδου

Φωτισμοί: Παναγιώτης Λαμπής

Μάσκες: Μάρθα Φωκά

Κούκλα: Στάθης Μαρκόπουλος

Οργάνωση Παραγωγής: Γιώργος Λόξας

Βοηθός Σκηνοθέτη: Ερατώ Αγγουράκη

Θεατρικός Επισκέπτης: Δημήτρης Καλακίδης

Φωτογραφίες: Karol Jarek

Σχεδιασμός Σκηνικού Χώρου: Αντώνης Δαγκλίδης

Karol Jarek

Παίζουν:

Δήμητρα Κούζα: Κάθριν Έρνσω, Κάθριν Λίντον

Μιχάλης Βαλάσογλου: Χήθκλιφ, γιατρός Κέννεθ

Κωσταντίνος Μωραΐτης: κος Λόκγουντ, Έντγκαρ Λίντον, κος Έρνσω

Γιάννης Λεάκος: Ιωσήφ, Χίντλυ Έρνσω, Χέαρτον Έρνσω

Μαντώ Κεραμυδά: Νέλλυ Ντιν, Ζίλα

Φελίς Τόπη: Ισαβέλλα Λίντον, Φράνσις, κα Έρνσω

INFO

Θέατρο Χώρος

Πραβίου 6, Βοτανικός, τηλ. 210342 6736

Μέρες και ώρες παραστάσεων: Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στις 20.00

Τιμή εισιτηρίων: 10€ γενική είσοδος