Ο ισπανικός θεσμός συμμαχεί με τη Γαλλική Ταινιοθήκη, την Εθνική Ταινιοθήκη της Ιταλίας και το Φιλμμούζεουμ Μονάχου για να ανακτήσει χαμένο υλικό από έναν θρυλικό γυρισμένο επί 30 χρόνια σε διάφορες τοποθεσίες της ισπανικής ενδοχώρας που μάγεψαν τον σκηνοθέτη
«Οι σκηνοθέτες είμαστε μια παρέα κακομοίρηδων που ασχολούμαστε με κάτι το οποίο, τεχνολογικά, είναι σχεδόν παρωχημένο», έλεγε ο Όρσον Γουέλς σε μια συνέντευξη του 1985, που κατέγραψε το Arte TV (πηγή στα Ισπανικά), λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του. Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να είχε πει και ο Αλόνσο Κιχάνο για το ιπποτικό επάγγελμα, ήδη ξεπερασμένο στην αναγεννησιακή Ισπανία όπου εκτυλίσσονται οι περιπέτειές του, και αυτό εξηγεί γιατί ένας από τους πιο επιδραστικούς σκηνοθέτες στην ιστορία του κινηματογράφου ένιωσε την ανάγκη να διασκευάσει το κλασικό έργο του Θερβάντες.
Σχεδόν 40 χρόνια αργότερα, ένα εγχείρημα με επικεφαλής τη Ισπανική Ταινιοθήκη, σε συνεργασία με τη Γαλλική Ταινιοθήκη (Cinémathèque Française), την ιταλική Cineteca Nazionale και το Filmmuseum του Μονάχου, επιδιώκει να συγκεντρώσει το υλικό που είναι διασκορπισμένο σε αυτές τις τέσσερις χώρες, ώστε να ανασυνθέσει το όνειρο του σκηνοθέτη: μια ταινία που άρχισε να γυρίζεται το 1957 στο Μεξικό και συνεχίστηκε τις τρεις επόμενες δεκαετίες της ζωής του, χωρίς ποτέ να φτάσει στην τελική της μορφή.
«Δεν μιλάμε για αποκατάσταση», διευκρινίζει ο Εστέβε Ριαμπάου, ιστορικός με ειδίκευση στον Γουέλς και πρώην διευθυντής της Ταινιοθήκης της Καταλονίας. «Μιλάμε για την ανασύνθεση μιας ταινίας που άλλαζε συνεχώς ιδέες και υλικά, που πρόσθετε και πέταγε πράγματα... Είναι ακόμη νωρίς για να ξέρουμε αν τα έχουμε όλα ή τι μας λείπει», προσθέτει σε τηλεφωνική επικοινωνία από την Μπολόνια, την πόλη όπου παρουσίασε αυτό το εγχείρημα στο φεστιβάλ Il Cinema Ritrovato μαζί με τη διευθύντρια της Ισπανικής Ταινιοθήκης, Βαλέρια Καμπορέζι.
Στόχος του Ριαμπάου είναι να φτάσει σε ένα αποτέλεσμα όσο το δυνατόν πιο κοντά στις προθέσεις του αμερικανού δημιουργού, που γεννήθηκε το 1915 και μεγάλωσε ανάμεσα στο Ουισκόνσιν και το Ιλινόι, σε μια εύπορη οικογένεια της μεσοδυτικής Αμερικής. «Δεν θα είναι ντοκιμαντέρ. Προβλέπεται μια πολιτιστική προβολή, όχι εμπορική».
Ο ειδικός έχει πολύ καλά στο μυαλό του την απόπειρα που έκανε το 1992 ο Χεσούς Φράνκο, φίλος του Γουέλς, με το υλικό που υπήρχε τότε διαθέσιμο (περίπου 40.000 μέτρα φιλμ), στη διάρκεια της Παγκόσμιας Έκθεσης της Σεβίλλης, με την ταινία «Δον Κιχώτης του Όρσον Γουέλς».
«Ήταν μια πολύ απογοητευτική εκδοχή, γιατί ανακάτεψε το υλικό με ένα ντοκιμαντέρ της RAI και έκρυψε δικές του εικόνες σαν να ήταν αυθεντικές», εξηγεί ο Ριαμπάου. Η μεταγλώττιση της ταινίας στα ισπανικά ήταν επίσης πολύ κακή: οι ηθοποιοί διάβασαν αποσπάσματα από το μυθιστόρημα του Θερβάντες σε ορισμένες σκηνές που δεν ταίριαζαν, χωρίς να σέβονται τον συγχρονισμό των χειλιών των πρωταγωνιστών.
Τεχνικά, θα είναι η δεύτερη φορά που η Ταινιοθήκη εμπλέκεται σε αυτό το κινηματογραφικό εγχείρημα: η διασκευή του Φράνκο είχε τότε την επίβλεψη του Χοσέ Μαρία Πράδο, της ιστορικής μορφής που ηγήθηκε του φορέα από το 1989 έως το 2016, πρώην μέλους της επιτροπής επιλογής του Φεστιβάλ Σαν Σεμπαστιάν και χήρου της ηθοποιού Μαρίσα Παρέδες.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του υπόλοιπου 2026, οι εμπλεκόμενοι φορείς θα μελετήσουν και θα επανεπεξεργαστούν το αρχικό σενάριο, που φτάνει τις 2.000 σελίδες, και θα ψηφιοποιήσουν το διαθέσιμο υλικό: περίπου 70.000 μέτρα φιλμ. Το 2027 θα γίνει συγκριτική ανάλυση των διαθέσιμων σκηνών, των μεταγενέστερων παραλλαγών τους και του γραπτού υλικού. Ο Ριαμπάου, πάντως, παίρνει σαφή θέση όσον αφορά την πιθανή χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στην ανασύνθεση: μόνο ανθρώπινα μυαλά και χέρια θα εμπλακούν στη διαδικασία.
Από το Ουισκόνσιν στο Ελ Τομπόσο: ήθελε πραγματικά ο Γουέλς να ολοκληρώσει το έργο του;
Ο σκηνοθέτης του «Πολίτη Κέιν» (ενός κλασικού έργου που γράφτηκε υπό πίεση από τον αλκοολικό σεναριογράφο, ανάπηρο μετά από τροχαίο, Χέρμαν Μάνκιεβιτς, και που επανάστασε στην ιστορία του κινηματογράφου με τη μη γραμμική δομή και το ηθικό ταξίδι του ήρωά του) διασκεύασε στη διάρκεια της καριέρας του και άλλα κλασικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπως τη «Δίκη» του Κάφκα και μέχρι τρία έργα του Σαίξπηρ.
Το 1957 είναι η χρονιά που ο Γουέλς αποφασίζει να φέρει τον Κιχώτη στη μεγάλη οθόνη: μια φαινομενικά καταραμένη επιχείρηση για τους σκηνοθέτες. Η πρόσφατη διασκευή του Τέρι Γκίλιαμ («Ο άνθρωπος που σκότωσε τον Δον Κιχώτη») χρειάστηκε 19 χρόνια για να ολοκληρωθεί, με οκτώ αποτυχημένες προσπάθειες παραγωγής και κριτικές μάλλον χλιαρές μετά την πρεμιέρα της.
Ωστόσο, αυτά του Γκίλιαμ μοιάζουν λεπτομέρεια σε σύγκριση με τις προσπάθειες του Γουέλς. Εκείνος επέκτεινε το όραμά του για τις σύγχρονες περιπέτειες του ψευδοευγενή για τρεις δεκαετίες και δεν κατάφερε ποτέ να ολοκληρώσει τα γυρίσματα.
Ο αμερικανός σκηνοθέτης ξεκίνησε την οδύσσειά του ανάμεσα στο Μεξικό και την Ιταλία και επινόησε μια πρόφαση –τα γυρίσματα μιας σειράς ντοκιμαντέρ για την Ισπανία της φρανκικής ανάπτυξης– ώστε η «RAI», η ιταλική δημόσια ραδιοτηλεόραση, να του επιτρέψει να μετακινηθεί και να αρχίσει το μυστικό του σχέδιο στη χώρα όπου γεννήθηκε το μυθιστόρημα. Το ντοκιμαντέρ-βιτρίνα είχε τίτλο «Viaggio nel paese di Don Chisciotte», «Ταξίδι στη γη του Δον Κιχώτη».
Ο Γουέλς, ως φλογερός υπερασπιστής της δημοκρατικής πλευράς στα χρόνια του Ισπανικού Εμφυλίου, δεν είχε εύκολο έργο στο να πείσει το καθεστώς να δει θετικά την προσπάθειά του, και μετέφερε πολλές φορές τα γυρίσματα, τόσο για να τα κρύψει από τις αρχές όσο και από τους παραγωγούς των υπόλοιπων πρότζεκτ στα οποία συμμετείχε.
Δεν ήταν ότι αυτές οι μετακινήσεις τον ενοχλούσαν ως δημιουργό. Ο Γουέλς, εμφανώς γοητευμένος από την Καστίλη, έκανε γυρίσματα σε μέρη όπως το Santa María de la Huerta ή το Calatañazor (Soria), το Pedraza (Segovia), το Brihuega (Guadalajara), το Chinchón (Madrid) ή την πρωτεύουσα της Βαγιαδολίδ. Όταν τον ρώτησαν το 1960 σε ποια ισπανική πόλη θα του άρεσε να ζήσει, ο Αμερικανός δεν δίστασε: «Άβιλα. Το κλίμα είναι φρικτό: πολύ ζέστη το καλοκαίρι, πολύ κρύο τον χειμώνα. Είναι ένα παράξενο και τραγικό μέρος. Δεν ξέρω γιατί νιώθω κάτι τόσο ιδιαίτερο».
Ο Εστέβε Ριαμπάου εξηγεί ότι το εγχείρημα επανεκκινείται, εν μέρει, λόγω της αγάπης που έτρεφε ο Γουέλς για την Ισπανία. Η σκηνοθέτρια Όγια Κόνταρ, η καλλιτεχνική του σύντροφος σε αυτή την ύστερη, ώριμη περίοδο από τη δεκαετία του ’60 και μετά, επικοινώνησε με τον ιστορικό όταν ήταν ακόμη επικεφαλής της Ταινιοθήκης της Καταλονίας γι’ αυτό τον λόγο. «Πιστεύει ότι το πιο λογικό είναι το [φιλμικό υλικό] να καταλήξει στη Μαδρίτη, λόγω της κληρονομιάς του Γουέλς στην Ισπανία».
Η καλλιτέχνιδα, που γεννήθηκε στο Ζάγκρεμπ της πρώην Γιουγκοσλαβίας, εντόπισε περίπου 50.000 μέτρα αρνητικού φιλμ το 2017, η ψηφιοποίηση των οποίων θα αναληφθεί από τη Cineteca Nazionale. Τα υπόλοιπα υλικά που θα συγκεντρωθούν θα μοιραστούν ανάμεσα στις άλλες ταινιοθήκες: περίπου 80 λεπτά θετικού φιλμ 35 χιλιοστών από τη Cinémathèque ή διάφορα working copies, αρνητικά, αποσπάσματα, ταινίες, βίντεο και έντυπα έγγραφα που βρίσκονται στο Filmmuseum.
Από το 1966 –τη χρονιά που ολοκληρώθηκαν τα κύρια γυρίσματα– και μέχρι τον θάνατό του, ο Γουέλς αλλάζει πολλές φορές άποψη για τη δουλειά του, προφανώς απογοητευμένος από το αποτέλεσμα. «Κατά τη γνώμη μου, ο Όρσον δεν ήθελε να τελειώσει τον “Κιχώτη”», δήλωσε κάποτε ο Χεσούς Φράνκο. «Ήθελε να κρατήσει αυτό το πρότζεκτ ως κάτι δικό του, που θα ζούσε μαζί του· σαν μια ψευδαίσθηση, ένα όνειρο που δεν θα μπορούσε ποτέ να ολοκληρωθεί». Μια ουτοπική καταδίωξη, ανάμεσα στην πραγματικότητα και το ονειρικό, κάτι παραπάνω από ταιριαστό για να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη η ιστορία –με την άδεια του Πέδρο Αλμοδόβαρ– του πιο οικουμενικού Μαντσέγου.