Στα 100 χρόνια από τα πρώτα Photomatons, το Euronews Culture μιλά με τους λάτρεις που τα αποκαθιστούν και τα διασώζουν σε έναν κόσμο που διψά για αναλογική εικόνα.
Στην ψηφιακή εποχή, οι φωτογραφικοί θάλαμοι έχουν σχεδόν μετατραπεί σε απομεινάρια του παρελθόντος.
Τους προσπερνάμε καμιά φορά σε γωνιές έρημων εμπορικών κέντρων, σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, ή ακούμε κάποιον μέσα τους να γκρινιάζει προσπαθώντας να βγάλει «μία της προκοπής για το διαβατήριο».
Εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά παραμένουν τρομακτικά αφανείς, σαν έπιπλα από ένα σπίτι που έχει εγκαταλειφθεί εδώ και χρόνια.
Κι όμως, μέσα σε κάθε θάλαμο κρύβεται ένα πλήθος αναμνήσεων. Κάθε κίνηση της κουρτίνας, κάθε λάμψη του φλας έχει κάποτε φιλοξενήσει τις ιδιωτικές εκφράσεις ενός άγνωστου· το τυπωμένο ενθύμιό τους είναι μια σπάνια μορφή μονιμότητας μέσα σε αυτή τη φευγαλέα ύπαρξη.
Οι φωτογραφικοί θάλαμοι εμφανίστηκαν για πρώτη φορά πριν από σχεδόν 100 χρόνια, όταν ο εβραίος μετανάστης Ανατόλ Τζόζεφο εγκατέστησε τον πρώτο από τους αυτόματους «Photomaton» στην Μπρόντγουεϊ της Νέας Υόρκης, τον Σεπτέμβριο του 1926.
«Η μηχανή έβγαζε οκτώ φωτογραφίες μέσα σε είκοσι δευτερόλεπτα και το British Journal of Photography σημείωνε ότι οι μηχανές “πολιορκούνταν κάθε βράδυ από ουρές διασκεδασμένων θεατρόφιλων”», δήλωσε στην Euronews Culture ο δρ Μάικλ Πρίτσαρντ, ιστορικός της φωτογραφίας και πρώην γενικός διευθυντής της Royal Photographic Society.
Όπως στα μηχανήματα με τσίχλες, λειτουργούσαν με την εισαγωγή ενός κέρματος. Αυτό ενεργοποιούσε αυθόρμητα το κλείστρο και το φλας, ακολουθούμενα από τη χημική εμφάνιση ασπρόμαυρων εικόνων σε φωτοευαίσθητο χαρτί.
Τότε, τέτοια αμεσότητα ήταν πρωτόγνωρη. Αν ήθελες να βγάλεις φωτογραφία, έπρεπε να βρεις επαγγελματία φωτογράφο, κάτι συχνά ακριβό και που απαιτούσε αρκετή δόση τύχης. Έτσι, η ζήτηση για φωτογραφικούς θαλάμους εξαπλώθηκε γρήγορα, και μαζί της μια νέα καλλιτεχνική αυτονομία.
«Ο Photomaton προσέφερε φωτογραφία χωρίς φωτογράφο. Ήσουν ταυτόχρονα και το θέμα και ο φωτογράφος», δήλωσε στην Euronews Culture ο Ρενάλ Πελισιέ, γάλλος σκηνοθέτης και συγγραφέας.
«Ήσουν πλέον ελεύθερος να σπάσεις κάθε φωτογραφικό κανόνα: να γυρίσεις την πλάτη στον φακό, να αφεθείς και να κάνεις κάθε λογής γκριμάτσες. Πάνω απ’ όλα, ήταν ένας χώρος οικειότητας. Ένας χώρος απόλυτης ελευθερίας για ζευγάρια... Κάθε λογής ζευγάρια: ομόφυλα, διαφυλετικά.»
Η αυλαία κλείνει
Με την επικράτηση της ψηφιακής τεχνολογίας στη στροφή του αιώνα, οι περισσότερες από τις παλιές μηχανές αντικαταστάθηκαν. Τα νεότερα μοντέλα απέκτησαν οθόνες αφής, σύνδεση στο διαδίκτυο και δυνατότητα προεπισκόπησης των εικόνων, στοιχεία που τα έκαναν πιο κομψά και ελεγχόμενα, αλλά λιγότερο μαγικά.
«Οι αναλογικοί θάλαμοι έχουν γίνει σπάνια αντικείμενα· αποτελούν μέρος μιας φωτογραφικής κληρονομιάς που σχεδόν χάθηκε», δήλωσε στην Euronews Culture ο Έντι Μπουρζουά, συνιδιοκτήτης της γαλλικής εταιρείας Fotoautomat.
«Οι ψηφιακοί θάλαμοι που τους αντικατέστησαν επέτρεψαν την ταχεία παραγωγή φωτογραφιών, μειώνοντας δραστικά το κόστος συντήρησης και λειτουργίας, όμως εις βάρος του τελικού αποτελέσματος, καθώς η ποιότητα της εκτύπωσης δεν ήταν ποτέ καθοριστικός παράγοντας.»
Ο Μπουρζουά άρχισε να αποκαθιστά παλιούς φωτογραφικούς θαλάμους γύρω στο 2007, σε μια περίοδο που τα αναλογικά μέσα εξαφανίζονταν με γοργούς ρυθμούς.
Καθώς όμως τοποθετούσε τις μηχανές σε μουσεία γύρω από το Παρίσι, παρατήρησε κάτι απρόσμενο: έγιναν ξανά κάτι καινούργιο. Πύλες σε έναν παλιό κόσμο, που και πάλι ενθάρρυνε τη δημιουργικότητα και το παιχνίδι.
«Οι άνθρωποι σταμάτησαν να το χρησιμοποιούν για λόγους ταυτοποίησης και άρχισαν να το χρησιμοποιούν για διασκέδαση, για να αποβάλουν τις αναστολές τους, να πειραματιστούν και να δημιουργήσουν», είπε στην Euronews Culture.
«Το ίδιο το μέσο προσφέρεται ιδανικά γι’ αυτό: η ποιότητα των εκτυπώσεων με τις τέσσερις πόζες και το κάθετο, κινηματογραφικό φορμά καλούν σε αφήγηση.»
Αψηφούν τον χρόνο
Στις δεκαετίες που πέρασαν, ο κλειστός χώρος πίσω από την κουρτίνα των φωτογραφικών θαλάμων έχει τροφοδοτήσει τη φαντασία πολλών καλλιτεχνών. Ανάμεσά τους οι Άντι Γουόρχολ και Σαλβαδόρ Νταλί, που αγκάλιασαν αυτή τη μεταιχμιακή γοητεία: ασυνείδητοι χώροι, απαλλαγμένοι από κοινωνικούς κανόνες και λογική.
«Η εικόνα του φωτογραφικού θαλάμου δεν ελέγχεται ποτέ πλήρως· διατηρεί έναν αυθόρμητο, ελαφρώς τυχαίο χαρακτήρα, το ακριβώς αντίθετο από τις γυαλισμένες, επεξεργασμένες εικόνες που βλέπουμε παντού σήμερα», δήλωσε ο Μπουρζουά.
«Υπάρχει επίσης η παράδοξη οικειότητα του θαλάμου: ένας κλειστός χώρος μέσα σε δημόσιο περιβάλλον.»
Σε ταινίες όπως το «Buffalo ’66» (1998) και η «Amélie» (2001), αυτή η «παράδοξη οικειότητα» τους έχει μετατρέψει σε μηχανισμούς αποκάλυψης των εσωτερικών συναισθημάτων και συγκρούσεων των χαρακτήρων.
Ένας κατακόκκινος Photomaton είναι που φέρνει την Αμελί σε επαφή με τον ερωτικό της στόχο, έναν άνδρα που συλλέγει πεταμένες λωρίδες φωτογραφιών, και γίνεται καταλύτης για έρωτα, μυστήριο και περιπέτεια.
Πέρα από αυτό, αποτελεί ένα ισχυρό μεταφορικό σχήμα για τα θέματα της ταινίας: ένα σύμβολο των ήσυχων τρόπων με τους οποίους συνδεόμαστε με τους άλλους και τους επιτρέπουμε να μας δουν.
Σε μια εποχή αδιάκοπης αυτοπροβολής, ο φωτογραφικός θάλαμος παραμένει το αντίθετο. Είναι ένας χώρος απαλλαγμένος από κριτική, σύγκριση ή υπερανάλυση. Ένας τόπος ανωνυμίας, απροβλεψιμότητας και αυθεντικά ανθρώπινης παρουσίας.
Ο Πελισιέ, που συλλέγει παλιές φωτογραφίες από θαλάμους εδώ και δεκαετίες, πιστεύει ότι αυτά τα χαρακτηριστικά είναι που θα τους κρατήσουν ζωντανούς.
«Η νεότερη γενιά δείχνει εκπληκτικό ενθουσιασμό για αυτό το old school στιλ αυτοπροσωπογραφίας. Συλλογικότητες σε μεγάλες ευρωπαϊκές και αμερικανικές πόλεις αποκαθιστούν και λειτουργούν αυτούς τους βιντάζ θαλάμους», είπε.
«Στην ψηφιακή εποχή, λίγοι θα πόνταραν στην επιβίωση αυτών των αναλογικών θαλάμων· πριν από δεκαπέντε χρόνια, μόλις καμιά πενηνταριά λειτουργούσαν ακόμη παγκοσμίως. Σήμερα είναι μεταξύ 300 και 400.»
Η συντήρηση των παλιών θαλάμων όμως έχει γίνει ακόμη πιο δύσκολη. Το ειδικό ασπρόμαυρο χαρτί που χρησιμοποιούν οι κλασικές αναλογικές μηχανές παραγόταν από την εταιρεία Slavich στη Ρωσία, στην οποία πλέον δεν υπάρχει πρόσβαση λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.
«Υπάρχει έπειτα και η μηχανική πλευρά», εξήγησε ο Μπουρζουά. «Οι θάλαμοι λειτουργούν ακόμη με τα αυθεντικά εξαρτήματα της εποχής, τα οποία πρέπει να επισκευάζονται και να διατηρούνται, καθώς δεν μπορούν να αντικατασταθούν. Αναγκαζόμαστε λοιπόν συνεχώς να βρίσκουμε και να αναπτύσσουμε εναλλακτικές λύσεις για να τους κρατάμε σε λειτουργία.»
Παρά τις δυσκολίες, η προσπάθεια αξίζει για τους λάτρεις του είδους.
Οι ψηφιακοί φωτογραφικοί θάλαμοι έχουν ακόμη τον ρόλο τους, ιδίως σε προσωρινά events και γάμους, αλλά τα παλαιότερα μοντέλα προσφέρουν κάτι που δύσκολα βρίσκει κανείς αλλού.
Μια σπίθα νοσταλγίας, μια αίσθηση απόδρασης.
«Μόλις κλείσει η κουρτίνα, η ελευθερία είναι απόλυτη, διασφαλισμένη από την απουσία αρνητικών ή εσωτερικής μνήμης: κάθε εκτύπωση είναι ένα μοναδικό αντίγραφο», είπε ο Μπουρζουά.
«Και έπειτα έρχεται η ασπρόμαυρη αισθητική, η χαρακτηριστική ευκρίνεια του αναλογικού φιλμ και η εμπειρία του να φεύγεις κρατώντας μια απτή εικόνα στο χέρι.»