Μετά τη συμπλήρωση 100 ετών από τα πρώτα Photomatons, το Euronews Culture μιλά με λάτρεις που τα αποκαθιστούν και τα διασώζουν σε έναν κόσμο που διψά για αναλογικές εικόνες.
Στην ψηφιακή εποχή, οι φωτογραφικοί θάλαμοι έχουν σχεδόν γίνει απομεινάρια του παρελθόντος.
Τους προσπερνάς πού και πού σε σκοτεινές γωνιές εγκαταλελειμμένων εμπορικών κέντρων, σε σταθμούς τρένων ή ακούς κάποιον μέσα τους να μουρμουρίζει, προσπαθώντας να βγάλει «μία της προκοπής φωτογραφία διαβατηρίου».
Εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά παραμένουν σχεδόν αθόρυβα, σαν έπιπλα σε σπίτι που έχει εγκαταλειφθεί εδώ και χρόνια.
Κι όμως, μέσα σε κάθε θάλαμο κρύβεται ένα πλήθος αναμνήσεων. Κάθε κίνηση της κουρτίνας, κάθε λάμψη του φλας φιλοξενούσε κάποτε τις ιδιωτικές εκφράσεις κάποιου αγνώστου· το τυπωμένο ενθύμιό του ήταν μια σπάνια μορφή μονιμότητας σε αυτή την τόσο εφήμερη καθημερινότητα.
Οι φωτογραφικοί θάλαμοι εμφανίστηκαν πριν από περισσότερα από 100 χρόνια, όταν ο εβραϊκής καταγωγής μετανάστης Anatol Josepho εγκατέστησε τον πρώτο αυτόματο «Photomaton» στη λεωφόρο Broadway στη Νέα Υόρκη, το 1925.
«Το μηχάνημα παρήγαγε οκτώ φωτογραφίες σε είκοσι δευτερόλεπτα και το British Journal of Photography σημείωνε ότι τα μηχανήματα “κατακλύζονταν κάθε βράδυ από ουρές διασκεδασμένων θεατών θεάτρου”», λέει στην Euronews Culture ο Dr Michael Pritchard, ιστορικός της φωτογραφίας και πρώην διευθύνων σύμβουλος της Royal Photographic Society.
Όπως τα μηχανήματα με τσίχλες, λειτουργούσαν με την εισαγωγή νομίσματος. Αυτό ενεργοποιούσε αυτόματα το κλείστρο και το φλας, κι ακολουθούσε η χημική επεξεργασία των ασπρόμαυρων εικόνων πάνω σε φωτοευαίσθητο χαρτί.
Οι παλιοί αναλογικοί φωτογραφικοί θάλαμοι χρησιμοποιούσαν ειδικό ασπρόμαυρο χαρτί, το οποίο έχει γίνει πιο δύσκολο να βρεθεί από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.Οι παλιοί αναλογικοί φωτογραφικοί θάλαμοι χρησιμοποιούσαν ειδικό ασπρόμαυρο χαρτί, το οποίο έχει γίνει πιο δύσκολο να βρεθεί από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.
Τότε, μια τέτοια αμεσότητα ήταν αδιανόητη. Αν ήθελες να βγάλεις φωτογραφία, έπρεπε να απευθυνθείς σε επαγγελματία, κάτι συνήθως ακριβό και που απαιτούσε και λίγη τύχη. Έτσι, η ζήτηση για φωτογραφικούς θαλάμους εξαπλώθηκε γρήγορα, όπως και μια νέα καλλιτεχνική αυτονομία.
«Ο Photomaton πρόσφερε φωτογραφία χωρίς φωτογράφο. Ήσουν ταυτόχρονα το θέμα και ο φωτογράφος», λέει στην Euronews Culture ο Γάλλος σκηνοθέτης και συγγραφέας Raynal Pellicer.
«Είχες πια την ελευθερία να σπάσεις κάθε φωτογραφική σύμβαση: να γυρίσεις την πλάτη στον φακό, να αφεθείς, να κάνεις κάθε λογής γκριμάτσες. Πάνω απ’ όλα, ήταν ένας χώρος οικειότητας. Ένας χώρος απόλυτης ελευθερίας για τα ζευγάρια... Κάθε είδους ζευγάρια: ομόφυλα, διαφυλετικά».
Το τέλος των αναλογικών φωτογραφικών θαλάμων
Καθώς η ψηφιακή τεχνολογία κυριάρχησε στη μετάβαση προς τη νέα χιλιετία, τα περισσότερα παλιά μηχανήματα αντικαταστάθηκαν. Τα νεότερα μοντέλα απέκτησαν οθόνες αφής, σύνδεση στο διαδίκτυο και δυνατότητα προεπισκόπησης των φωτογραφιών, κάτι που τα έκανε πιο «γυαλισμένα» και ελεγχόμενα, αλλά λιγότερο μαγικά.
«Οι αναλογικοί θάλαμοι έχουν γίνει σπάνια αντικείμενα· αποτελούν μέρος μιας φωτογραφικής κληρονομιάς που σχεδόν χάθηκε», λέει στην Euronews Culture ο Eddy Bourgeois, συνιδιοκτήτης της γαλλικής εταιρείας Fotoautomat.
«Οι ψηφιακοί θάλαμοι που τους αντικατέστησαν επέτρεψαν γρήγορη παραγωγή φωτογραφιών, μειώνοντας θεαματικά τα έξοδα συντήρησης και λειτουργίας, όμως σε βάρος του τελικού αποτελέσματος, καθώς η ποιότητα εκτύπωσης δεν θεωρήθηκε ποτέ καθοριστικός παράγοντας».
Ο Bourgeois άρχισε να αποκαθιστά παλιούς φωτογραφικούς θαλάμους γύρω στο 2007, σε μια περίοδο όπου τα αναλογικά μέσα εξαφανίζονταν με ταχείς ρυθμούς.
Ωστόσο, καθώς εγκαθιστούσε τα μηχανήματα σε μουσεία γύρω από το Παρίσι, παρατήρησε κάτι απρόσμενο: έγιναν ξανά κάτι καινούργιο. Πύλες σε έναν περασμένο κόσμο που ενθάρρυνε εκ νέου τη δημιουργικότητα και το παιχνίδι.
«Ο κόσμος σταμάτησε να τα χρησιμοποιεί για φωτογραφίες ταυτοποίησης και άρχισε να τα χρησιμοποιεί για διασκέδαση, για να απαλλαγεί από τις αναστολές του, να πειραματιστεί και να δημιουργήσει», λέει στην Euronews Culture.
«Το ίδιο το μέσο προσφέρεται ιδανικά για αυτό: η ποιότητα των εκτυπώσεων με τέσσερις πόζες και η κατακόρυφη, κινηματογραφική φόρμα παρακινούν σε αφήγηση ιστοριών».
Διαχρονική παρουσία
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, οι κλειστοί με κουρτίνα χώροι των φωτογραφικών θαλάμων άναψαν τη φαντασία πολλών καλλιτεχνών. Ανάμεσά τους ο Andy Warhol και ο Salvador Dalí, οι οποίοι αγκάλιασαν τη μεταιχμιακή τους γοητεία: χώρους ασυνείδητους, απαλλαγμένους από κοινωνικούς κανόνες και ορθολογισμό.
«Η εικόνα από τον φωτογραφικό θάλαμο δεν είναι ποτέ πλήρως ελεγχόμενη· διατηρεί έναν αυθόρμητο, σχεδόν τυχαίο χαρακτήρα, το ακριβώς αντίθετο από τις γυαλισμένες, ρετουσαρισμένες εικόνες που βλέπουμε παντού σήμερα», σημειώνει ο Bourgeois.
«Υπάρχει επίσης η παράδοξη οικειότητα του θαλάμου: ένας κλειστός χώρος μέσα σε ένα δημόσιο περιβάλλον».
Η Layla (Christina Ricci) και ο Billy (Vincent Gallo) βγάζουν φωτογραφίες σε θάλαμο φωτογράφισης σε μια πλέον εμβληματική σκηνή από την ταινία «Buffalo ’66»Η Layla (Christina Ricci) και ο Billy (Vincent Gallo) βγάζουν φωτογραφίες σε θάλαμο φωτογράφισης σε μια πλέον εμβληματική σκηνή από την ταινία «Buffalo ’66»
Σε ταινίες όπως το «Buffalo ’66» (1998) και η «Αμελί» (2001), αυτή η «παράδοξη οικειότητα» τους έχει μετατρέψει σε μηχανισμούς αποκάλυψης των εσωτερικών συναισθημάτων και συγκρούσεων των χαρακτήρων.
Ένας κατακόκκινος Photomaton συστήνει στην Αμελί τον μετέπειτα αγαπημένο της – έναν άνδρα που συλλέγει πεταμένες λωρίδες φωτογραφιών – και γίνεται καταλύτης για ρομάντζο, μυστήριο και περιπέτεια.
Πέρα από όλα αυτά, λειτουργεί ως ισχυρή μεταφορά για τα θέματά της: σύμβολο των αθόρυβων τρόπων με τους οποίους συνδεόμαστε με τους άλλους και επιτρέπουμε να μας δουν.
Σε μια εποχή αδιάκοπης αυτοπροβολής, ο φωτογραφικός θάλαμος παραμένει το αντίθετο. Είναι ένας τόπος ελεύθερος από κριτική, συγκρίσεις και υπερανάλυση. Ένας χώρος ανώνυμος, απρόβλεπτος και βαθιά ανθρώπινος.
Ο Pellicer, ο οποίος συλλέγει εδώ και δεκαετίες φωτογραφίες από παλιούς θαλάμους, πιστεύει ότι αυτές οι ποιότητες είναι που θα τους κρατήσουν ζωντανούς.
«Οι νεότερες γενιές δείχνουν εντυπωσιακό ενθουσιασμό για αυτή την «old school» μορφή αυτοπορτρέτου. Συλλογικότητες σε μεγάλες ευρωπαϊκές και αμερικανικές πόλεις αποκαθιστούν και λειτουργούν αυτούς τους vintage θαλάμους», υποστηρίζει.
«Στην ψηφιακή εποχή, λίγοι θα πόνταραν στην επιβίωση αυτών των αναλογικών θαλάμων· πριν από δεκαπέντε χρόνια λειτουργούσαν παγκοσμίως μόλις περίπου πενήντα. Σήμερα είναι μεταξύ 300 και 400».
Η συντήρηση των παλιών θαλάμων έχει γίνει όμως ακόμη πιο δύσκολη. Το ειδικό ασπρόμαυρο χαρτί που χρησιμοποιούσαν τα κλασικά αναλογικά μηχανήματα παράγονταν από την εταιρεία Slavich στη Ρωσία, η οποία δεν είναι πλέον προσβάσιμη λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.
«Και υπάρχει και η μηχανική πλευρά», προσθέτει ο Bourgeois. «Οι θάλαμοι εξακολουθούν να λειτουργούν με αυθεντικά εξαρτήματα εποχής, τα οποία πρέπει να επισκευάζονται και να διατηρούνται, καθώς είναι αδύνατο να αντικατασταθούν. Επομένως πρέπει διαρκώς να βρίσκουμε και να αναπτύσσουμε εναλλακτικές λύσεις για να τους κρατάμε σε λειτουργία».
Παρά τις δυσκολίες, η προσπάθεια αξίζει για τους φανατικούς φίλους τους.
Οι ψηφιακοί φωτογραφικοί θάλαμοι εξακολουθούν να έχουν τον ρόλο τους, ειδικά σε προσωρινά events και γάμους, όμως τα παλαιότερα μοντέλα προσφέρουν κάτι που δύσκολα βρίσκει κανείς αλλού.
Μια σπίθα νοσταλγίας. Μια αίσθηση φυγής.
«Μόλις κλείσει η κουρτίνα, η ελευθερία είναι απόλυτη, εξασφαλισμένη από την απουσία αρνητικών ή εσωτερικής μνήμης: κάθε εκτύπωση είναι μοναδικό αντίγραφο», λέει ο Bourgeois.
«Και ύστερα υπάρχει η ασπρόμαυρη αισθητική, η χαρακτηριστική οξύτητα του αναλογικού φιλμ και η εμπειρία να φεύγεις κρατώντας μια απτή εικόνα στα χέρια σου».