Η Γκλόρια Στάινεμ, εμβληματική φεμινίστρια, συγγραφέας και ακτιβίστρια, συνέβαλε στη διαμόρφωση του σύγχρονου γυναικείου κινήματος στις ΗΠΑ
Η Γκλόρια Στάινεμ, η διακεκριμένη συγγραφέας, φεμινίστρια ακτιβίστρια και μία από τις πιο γνωστές φωνές του γυναικείου κινήματος στις ΗΠΑ, πέθανε σε ηλικία 92 ετών.
Πέθανε την Τετάρτη στο σπίτι της στη Νέα Υόρκη, σύμφωνα με τις αναρτήσεις της ίδιας και του ιδρύματός της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
«Τα σχεδόν εκατό χρόνια της Γκλόρια στη γη ήταν χρόνια καλά αξιοποιημένα και συνέχισε να εργάζεται για την ισότητα μέχρι το τέλος», αναφέρει η ανακοίνωση. «Το μεγαλύτερο χάρισμα της Γκλόρια ήταν η ικανότητά της να ακούει τους άλλους, να τους κάνει να αισθάνονται ότι τους βλέπουν και τους ακούν. Τα λόγια, οι πράξεις και το παράδειγμά της έδωσαν σε ανθρώπους την άδεια να είναι ο πιο αληθινός εαυτός τους. Η Γκλόρια έζησε πιστή στο ανεξάρτητο πνεύμα της, πάντα με περιέργεια και μεγάλο χιούμορ».
Η ανακοίνωση συνεχίζει: «Τα τελευταία χρόνια τα πέρασε κάνοντας τα δύο πράγματα που αγαπούσε περισσότερο: ζώντας μέσα σε κοινότητα και γράφοντας. Έχει υποδεχθεί εκατοντάδες επισκέπτες στο σαλόνι της για τα Talking Circles, μια παράδοση για την οποία επέμενε ότι θα συνεχιστεί για πολύ μετά την αποχώρησή της από τη ζωή. Όπως έγραψε η ίδια στο επερχόμενο βιβλίο της, 𝘈𝘯 𝘜𝘯𝘦𝘹𝘱𝘦𝘤𝘵𝘦𝘥 𝘓𝘪𝘧𝘦 («Μια απροσδόκητη ζωή»), “έχω ζήσει πλέον περισσότερα από πενήντα χρόνια σε αυτό το brownstone, σε δωμάτια που έχουν υπάρξει μάρτυρες ζωών πριν από τη δική μου και θα γνωρίσουν κι άλλες μετά τον θάνατό μου”. Αυτό το βιβλίο, μαζί με τη δέσμευσή της να μετατραπεί το σπίτι της σε κέντρο για κινήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, είναι ανάμεσα στα πολλά δώρα που η Γκλόρια έχει προσφέρει στον κόσμο με την ελπίδα ότι θα έχουν αντίκτυπο για γενιές. Η Γκλόρια συχνά παρέθετε το απόφθεγμα: “Το χτύπημα των φτερών μιας πεταλούδας μπορεί να αλλάξει τον καιρό εκατοντάδες μίλια μακριά”.»
Η ανακοίνωση καταλήγει: «Αντί για λουλούδια, η Γκλόρια έχει ζητήσει όσοι θέλουν να την τιμήσουν με ένα δώρο να κάνουν δωρεά στο Gloria’s Foundation».
Δεν ανακοινώθηκε αιτία θανάτου, αλλά η Στάινεμ είχε δώσει μάχη με τον καρκίνο του μαστού τη δεκαετία του 1980 και τη δεκαετία του 1990 διαγνώστηκε με νευραλγία τριδύμου, μια επώδυνη νευρολογική πάθηση.
Γεννημένη στις 25 Μαρτίου 1934 στο Τολέντο, Οχάιο, η Στάινεμ υπήρξε μία από τις ηγετικές μορφές του «φεμινισμού δεύτερου κύματος» και μία από τις πρωτοπόρους του γυναικείου κινήματος στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1960.
Ξεκίνησε την καριέρα της ως ελεύθερη δημοσιογράφος στη Νέα Υόρκη και έκανε την πρώτη της μεγάλη δημοσιογραφική επιτυχία το 1963, όταν υποδύθηκε κρυφά το «κουνελάκι» του Playboy για το περιοδικό Show. Το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ της αποκάλυψε τις συνθήκες εργασίας που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες στα κλαμπ του Χιου Χέφνερ.
Το 1968 η Στάινεμ συνέβαλε στην ίδρυση του περιοδικού New York, όπου εργάστηκε ως συντάκτρια και πολιτική αρθρογράφος. Την επόμενη χρονιά δημοσίευσε το άρθρο «After Black Power, Women's Liberation», ένα κείμενο που της χάρισε πανεθνική αναγνώριση και την καθιέρωσε ως ηγετική μορφή του φεμινιστικού κινήματος.
Η Στάινεμ άρχισε να αφιερώνει τη ζωή της σε σκοπούς όπως η ελευθερία της αναπαραγωγικής επιλογής και η πρόληψη της ενδοοικογενειακής βίας, καθώς και στις ανισότητες φύλου στην εργασία και στην πολιτική.
Το 1971 εντάχθηκε μαζί με τις ακτιβίστριες Μπέλα Άμπζουγκ, Μπέτι Φρίνταν και Σίρλεϊ Τσίσολμ στη δημιουργία της National Women’s Political Caucus (NWPC), με στόχο την ενίσχυση της συμμετοχής των γυναικών στην πολιτική.
Εκφώνησε την περίφημη ομιλία «Address to the Women of America», που έχει μείνει κυρίως στην ιστορία για το ακόλουθο απόσπασμα: «Δεν πρόκειται για μια απλή μεταρρύθμιση. Είναι στην πραγματικότητα μια επανάσταση. Το φύλο και η φυλή, επειδή είναι εύκολες και ορατές διαφορές, υπήρξαν οι βασικοί τρόποι ταξινόμησης των ανθρώπων σε ανώτερες και κατώτερες ομάδες και στη φτηνή εργασία από την οποία εξακολουθεί να εξαρτάται αυτό το σύστημα. Μιλάμε για μια κοινωνία στην οποία δεν θα υπάρχουν ρόλοι παρά μόνο εκείνοι που επιλέγονται ή κερδίζονται. Μιλάμε στην ουσία για τον ανθρωπισμό».
Ένα χρόνο αργότερα συνίδρυσε το περιοδικό Ms., που εξελίχθηκε σε μία από τις καθοριστικές εκδόσεις του φεμινιστικού κινήματος, φέρνοντας θέματα όπως η ενδοοικογενειακή βία, η σεξουαλική παρενόχληση και η άμβλωση στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Η ίδια είχε κάνει άμβλωση το 1957, όταν η διαδικασία ήταν ακόμη παράνομη – κάτι που αποκάλυψε δημόσια μόλις το 1969.
Στη συνέχεια η Στάινεμ ίδρυσε κι άλλες οργανώσεις, ανάμεσά τους τη Ms. Foundation for Women και το Women’s Media Center.
Η Στάινεμ υπήρξε επίσης ιδιαίτερα παραγωγική συγγραφέας, με βιβλία όπως το «Outrageous Acts and Everyday Rebellions» (1983), το «Revolution From Within: A Book of Self-Esteem» (1992), το «Moving Beyond Words» (1993), το «The Truth Will Set You Free, But First It Will Piss You Off!» (2015) και το πολυφημισμένο αυτοβιογραφικό της βιβλίο «My Life on the Road» (2016).
Το 1998 βρέθηκε στο επίκεντρο κριτικής για ένα άρθρο γνώμης στους New York Times, στο οποίο τάχθηκε υπέρ του τότε προέδρου Μπιλ Κλίντον απέναντι σε καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση. «Δεν είναι ένοχος για σεξουαλική παρενόχληση», έγραψε, μόνο «μια χοντροκομμένη, ανόητη και απερίσκεπτη ερωτική προσέγγιση προς μια υποστηρίκτρια σε μια δύσκολη φάση της ζωής της».
Το 2013 ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα της απένειμε το Presidential Medal of Freedom, την ανώτατη πολιτική τιμή στις ΗΠΑ.
Η Στάινεμ παρέμεινε μέχρι τα 90 της χρόνια μια ανοιχτά μαχόμενη υπερασπίστρια της ισότητας και συνέχισε να μιλά και να γράφει για τα δικαιώματα των γυναικών, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών, τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ και το κίνημα Time’s Up.
Τον Σεπτέμβριο του 2020, την περίοδο που ο Ντόναλντ Τραμπ ήταν πρόεδρος, η Στάινεμ είπε στους The New York Times (πηγή στα Αγγλικά): «Η πιο επώδυνη κριτική ή επίθεση έρχεται από ανθρώπους που μοιράζονται τις αξίες σου, όχι από όσους δεν τις μοιράζονται. Αν ο Τραμπ μιλούσε καλά για μένα, θα αυτοκτονούσα».
Μετά από χρόνια κατά τα οποία απέρριπτε τον γάμο ως θεσμό που καταστρέφει τις σχέσεις, η Στάινεμ παντρεύτηκε τον περιβαλλοντικό ακτιβιστή Ντέιβιντ Μπέιλ το 2000. Παρέμεινε κοντά στον θετό της γιο, τον ηθοποιό Κρίστιαν Μπέιλ, και μετά τον θάνατο του πατέρα του το 2003.
Όταν ρωτήθηκε γιατί άλλαξε γνώμη για τον γάμο, είπε στο National Geographic (πηγή στα Αγγλικά): «Αν είχα παντρευτεί όταν “έπρεπε” να παντρευτώ, θα είχα χάσει το όνομά μου, τη νόμιμη κατοικία μου, την πιστοληπτική μου ικανότητα, πολλά από τα πολιτικά μου δικαιώματα». Και συνέχισε: «Αυτό πλέον δεν ισχύει. Είναι δυνατόν να κάνεις έναν ισότιμο γάμο».
Το 2020 είπε στους The New York Times: «Ακόμη κι αν ζήσω μέχρι τα 100, κάτι που σκοπεύω, δεν μένει και τόσος χρόνος. Το μόνο που ελπίζω είναι να μη πεθάνω λέγοντας: “Μα, περιμένετε!”».