Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα «μεγάλα συνδικάτα» στηρίζουν τη νομοθεσία, παρά μήνες διαμαρτυριών επαγγελματιών από όλο το ιδεολογικό φάσμα. Το νομοσχέδιο πρέπει τώρα να εγκριθεί από το Κογκρέσο.
Η υπουργός Υγείας, Μόνικα Γκαρθία, επέλεξε να μην εμφανιστεί στη συνέντευξη Τύπου μετά το Υπουργικό Συμβούλιο, όπου παρουσιάστηκε, μετά από μήνες κινητοποιήσεων που ένωσαν γιατρούς και υγειονομικούς κάθε ιδεολογικής απόχρωσης, το νέο της Βασικό Καταστατικό για το προσωπικό αυτού του καίριου τομέα σε κάθε κράτος.
Τη ρύθμιση υπερασπίστηκε η κυβερνητική εκπρόσωπος, η σοσιαλίστρια Έλμα Σάιθ, η οποία υποστήριξε ότι το μέτρο, παρότι ανοιχτά αντιδημοφιλές, στηρίζεται από τα «μεγαλύτερα συνδικάτα», δηλαδή τα SATSE-FSES, CC.OO., UGT και CSIF, σε αντιδιαστολή με τις οργανώσεις που συνασπίστηκαν για να διαμαρτυρηθούν κατά του κειμένου που εγκρίθηκε σήμερα, ενώ εκκρεμεί ακόμη η εξέτασή του στο Κοινοβούλιο.
Οι επαγγελματίες του κλάδου ζητούν σειρά μέτρων που, όπως λένε, δεν περιλαμβάνονται στη μεταρρύθμιση της Γκαρθία, η οποία είναι αναισθησιολόγος και ανήκει στο μειοψηφικό σκέλος της κυβέρνησης μέσω του Sumar, ως εκπρόσωπος του Más Madrid. Μεταξύ άλλων, ζητούν το επιπλέον μέρος του ωραρίου τους –οι εφημερίες– να προσμετράται στην Κοινωνική Ασφάλιση και να προβλέπεται για αυτούς ένα επίδομα νυχτερινής εργασίας ή ημέρες ανάπαυσης μετά από διαδοχικές βάρδιες, όπως ισχύει σε συλλογικές συμβάσεις όπως της Εθνικής Αστυνομίας ή των υπαλλήλων φυλακών.
Οι επαγγελματίες ζητούν επίσης τη δημιουργία ειδικής επαγγελματικής κατηγορίας A1 για τους γιατρούς, ένα μέγιστο εβδομαδιαίο ωράριο 35 ωρών (πρωινό ωράριο τις εργάσιμες ημέρες) και να θεωρείται κάθε υπέρβαση του ωραρίου προαιρετική και αμειβόμενη. Παράλληλα, ζητούν την καθιέρωση ενός συστήματος εθελούσιας πρόωρης συνταξιοδότησης, πλήρους ή μερικής, και την απαγόρευση της υποχρεωτικής μετακίνησης.
Ο νόμος, που επικαιροποιεί μετά από δύο δεκαετίες το ισχύον πλαίσιο για το κοινωνικο-υγειονομικό προσωπικό, μειώνει το ανώτατο εβδομαδιαίο ωράριο σε 45 ώρες, κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του κλάδου. Η υπουργός Εργασίας, Γιολάντα Ντίαθ, είχε προσπαθήσει να θεσπίσει ένα γενικό ανώτατο όριο για το σύνολο του πληθυσμού στις 37,5 ώρες εβδομαδιαίως αντί των 40 που ισχύουν σήμερα, αλλά το κείμενο απορρίφθηκε από τα δεξιά κόμματα τον περασμένο Σεπτέμβριο.
Στην περίπτωση των εφημεριών, το ανώτατο όριο καθορίζεται πλέον σε 17 ώρες πραγματικής εργασίας, κάτι που φαινομενικά σημαίνει μείωση από τις 24 ώρες που ίσχυαν μέχρι τώρα, αλλά υπάρχει παγίδα: το άρθρο 97 του προσχεδίου ορίζει ότι, εάν δεν μπορεί να διασφαλιστεί η κατάλληλη συνεχής φροντίδα και «όταν συντρέχουν οργανωτικοί ή υγειονομικοί λόγοι που το δικαιολογούν, μπορεί να υπερβαίνεται η μέγιστη διάρκεια» της βάρδιας. Το κείμενο προβλέπει επίσης τη δημιουργία κατηγορίας ερευνητικού μόνιμου προσωπικού και μέτρα για τη συμφιλίωση επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.
Οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι που ασκούν κριτική (CESM, SMA, Metges de Catalunya, AMYTS, SME και O'MEGA), κάθε άλλο παρά ικανοποιημένοι με το προσχέδιο, έχουν προκηρύξει νέα πανεθνική συγκέντρωση για τις 15 Ιουνίου, στις 12:00, μπροστά από την έδρα του υπουργείου Υγείας. Κατηγορούν το Υπουργείο ότι ακολουθεί στρατηγική «καθυστέρησης, ακινησίας και πλήρους απουσίας προτάσεων».
Η Σάιθ υποστήριξε ότι μεγάλο μέρος των αιτημάτων που εξακολουθούν να διατυπώνονται δεν εξαρτάται πλέον από το Υπουργείο: «Οι αυτόνομες κοινότητες είναι αυτές που έχουν αρμοδιότητα για τους μισθούς, τα οργανικά κενά, την οργάνωση των υπηρεσιών και μεγάλο μέρος των συνθηκών εργασίας των επαγγελματιών», υπογράμμισε η ίδια, που είναι επίσης υπουργός Ένταξης, Κοινωνικής Ασφάλισης και Μετανάστευσης.