Στροφή της Ιταλίας και αυξανόμενες πιέσεις για νέες κυρώσεις κατά του Ιράν
Εντείνεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης η δυναμική για τον χαρακτηρισμό των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν ως τρομοκρατικής οργάνωσης, μετά τη μεταστροφή της στάσης της Ιταλίας, η οποία ανακοίνωσε τη Δευτέρα ότι θα προωθήσει επισήμως την κίνηση αυτή.
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η Ρώμη εμφανιζόταν έως πρόσφατα επιφυλακτική στο να στηρίξει τον χαρακτηρισμό, ωστόσο άλλαξε στάση μετά τη δημοσιοποίηση νέων στοιχείων που ανέδειξαν το μέγεθος της πρόσφατης βίαιης καταστολής διαδηλώσεων στο Ιράν.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας Αντόνιο Ταγιάνι έγραψε τη Δευτέρα στην πλατφόρμα Χ ότι θα προτείνει την πρωτοβουλία «σε συντονισμό με άλλους εταίρους», τονίζοντας πως «οι αιφνίδιες απώλειες στον άμαχο πληθυσμό κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων απαιτούν σαφή απάντηση».
Την Τρίτη, το αμερικανικής έδρας Πρακτορείο Ειδήσεων Ακτιβιστών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, το οποίο επιβεβαιώνει κάθε θάνατο μέσω δικτύου ακτιβιστών εντός του Ιράν, ανέφερε ότι τουλάχιστον 5.777 διαδηλωτές έχουν σκοτωθεί.
Ωστόσο, το περιοδικό Τάιμ μετέδωσε την Κυριακή, επικαλούμενο δύο ανώτατους αξιωματούχους του ιρανικού υπουργείου Υγείας, ότι τουλάχιστον 30.000 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους σε οδομαχίες σε πόλεις του Ιράν. Η εφημερίδα Γκάρντιαν ανέφερε αντίστοιχο αριθμό 30.000 νεκρών στις 7 Ιανουαρίου, επικαλούμενη τις πηγές της, προσθέτοντας ότι μεγάλος αριθμός ανθρώπων έχει εξαφανιστεί.
Μπροστά στον αυξανόμενο αριθμό θυμάτων μεταξύ των αμάχων, η μεγάλη πλειονότητα των 27 υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ αναμένεται να στηρίξει την πρόταση, μαζί με νέο πακέτο κυρώσεων κατά του Ιράν, στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων που θα συνεδριάσει την Πέμπτη στις Βρυξέλλες.
«Σε μεγάλο βαθμό συμβολική κίνηση»
Οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης κατηγορούνται ότι οργάνωσαν τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων, ότι προμήθευσαν όπλα στη Ρωσία, ότι εκτόξευσαν βαλλιστικούς πυραύλους κατά του Ισραήλ και ότι διατηρούν στενούς δεσμούς με ένοπλους συμμάχους, όπως η Χεζμπολάχ, η Χαμάς και οι αντάρτες Χούθι της Υεμένης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς και η Αυστραλία έχουν ήδη χαρακτηρίσει τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης τρομοκρατική οργάνωση. Πολλοί ευρωβουλευτές και κυβερνήσεις κρατών-μελών, μεταξύ των οποίων και η Ολλανδία, έχουν επανειλημμένα καλέσει την ΕΕ να ακολουθήσει το ίδιο παράδειγμα.
Παρά την αυξανόμενη στήριξη, για την ένταξη μιας οργάνωσης στον κατάλογο τρομοκρατίας της ΕΕ απαιτείται ομοφωνία, με διπλωματικές πηγές να αναφέρουν ότι η Γαλλία παραμένει το βασικό εμπόδιο.
Γάλλοι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι η πλήρης διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με το ιρανικό καθεστώς ενέχει σοβαρούς κινδύνους και ότι ο χαρακτηρισμός των Φρουρών θα ήταν σε μεγάλο βαθμό συμβολικός, καθώς πολλά από τα στελέχη τους τελούν ήδη υπό ευρωπαϊκές κυρώσεις σε τρεις κατηγορίες: παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πυρηνική διάδοση και στρατιωτική στήριξη της Ρωσίας στον πόλεμο κατά της Ουκρανίας.
«Δεν το αποκλείουμε», δήλωσε πρόσφατα στους δημοσιογράφους ο εκπρόσωπος του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών Πασκάλ Κονφαβρέ, προσθέτοντας: «Πρέπει να το συζητήσουμε μεταξύ Ευρωπαίων και οι ειδικοί να κάνουν τη δουλειά τους».
Τόνισε επίσης ότι, παρότι ενδέχεται να θεωρούνται ανεπαρκείς, οι υφιστάμενες κυρώσεις ήδη στοχεύουν κομβικά στελέχη των Φρουρών.
Η ΕΕ έχει, για παράδειγμα, επιβάλει κυρώσεις στον Μοχαμάντ Πακπούρ, διοικητή των χερσαίων δυνάμεων των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, για τον ρόλο του στην καταστολή των διαδηλώσεων του Νοεμβρίου 2019, όταν περισσότεροι από 100 διαδηλωτές σκοτώθηκαν από τις δυνάμεις ασφαλείας έπειτα από εβδομάδες κινητοποιήσεων για την αύξηση των τιμών των καυσίμων.
Διπλωματικές πηγές επισημαίνουν επίσης την ανάγκη ιδιαίτερης προσοχής από τη Γαλλία, μετά την πρόσφατη απελευθέρωση των Σεσίλ Κολέρ και Ζακ Παρί, δύο Γάλλων πολιτών που κρατούνταν για περισσότερα από τρία χρόνια στο Ιράν. Αν και αφέθηκαν ελεύθεροι, παραμένουν στη γαλλική πρεσβεία στην Τεχεράνη και δεν έχουν ακόμη επιστρέψει στη Γαλλία.
Αντιθέτως, η Ιταλίδα δημοσιογράφος Σεσίλια Σάλα, η οποία είχε συλληφθεί στο Ιράν, αφέθηκε ελεύθερη πριν από έναν χρόνο και έχει ήδη επιστρέψει στην πατρίδα της.
Διατήρηση ανοικτών διπλωματικών διαύλων
Ανώτερος αξιωματούχος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης δήλωσε αυτή την εβδομάδα σε ευρωβουλευτές ότι η ρήξη με την παρούσα ηγεσία του Ιράν, συμπεριλαμβανομένων των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, θα μπορούσε να αποδειχθεί πιο επιζήμια παρά ωφέλιμη.
«Η διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και διπλωματίας με το Ιράν πρέπει να παραμείνει μέρος της εργαλειοθήκης μας», ανέφερε, προσθέτοντας ότι αυτό είναι αναγκαίο «αν θέλουμε να προστατεύσουμε τα συμφέροντά μας αλλά και να καταστήσουμε δυνατή την εμπλοκή, ιδίως σε ό,τι αφορά Ευρωπαίους πολίτες που κρατούνται αυθαίρετα στο Ιράν, καθώς και τους πολλούς πολιτικούς ακτιβιστές που βασίζονται στη στήριξή μας».
«Αυτό δεν σημαίνει ομαλές σχέσεις με το Ιράν», πρόσθεσε, «ούτε μας έχει ποτέ εμποδίσει να ασκούμε ισχυρή πίεση, ακόμη και μέσω σκληρών κυρώσεων, για να επηρεάσουμε τη συμπεριφορά και τις πολιτικές του».
Πέρα από τις πολιτικές διαφωνίες, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και νομικοί περιορισμοί: βάσει των κανόνων της ΕΕ, μια οντότητα μπορεί να ενταχθεί στον κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων μόνο μετά από προηγούμενη απόφαση αρμόδιας αρχής κράτους-μέλους ή τρίτης χώρας.
Οι ελπίδες για υπέρβαση του εμποδίου αυτού ενισχύθηκαν τον Μάρτιο του 2024, όταν το Ανώτερο Περιφερειακό Δικαστήριο του Ντίσελντορφ έκρινε ότι η επίθεση του 2022 σε συναγωγή στο Μπόχουμ είχε οργανωθεί από ιρανική κρατική υπηρεσία. Η απόφαση αυτή αναζωπύρωσε τις προσδοκίες ότι η ΕΕ ενδέχεται τελικά να διαθέτει επαρκή νομική βάση για να προχωρήσει, έστω και με ιδιαίτερη προσοχή.