Ο Έλληνας πρωθυπουργός μίλησε στους δημοσιογράφους μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ
Σε δηλώσεις του μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ σγτην Άγκυρα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε ότι η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος στην άμυνα και στην ασφάλεια, προκειμένου να διατηρηθεί η ενότητα και ο ευρωατλαντικός χαρακτήρας του ΝΑΤΟ.
Όπως είπε, «προκειμένου να διαφυλαχθεί η ενότητα του ΝΑΤΟ αλλά και ο ευρωατλαντικός χαρακτήρας του, ήταν απολύτως απαραίτητο οι ευρωπαϊκές χώρες να αναλάβουν ένα μεγαλύτερο βάρος ως προς την κατανομή των ευθυνών εντός της Συμμαχίας». Υπογράμμισε ότι η αύξηση των αμυντικών δαπανών των ευρωπαϊκών χωρών αποτελεί πλέον προτεραιότητα, καθώς «η ενίσχυση, λοιπόν, αυτού που αποκαλούμε ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ, αποτελεί μία αναντίρρητη προτεραιότητα, θα έλεγα συνθήκη επιβίωσης της ίδιας της Συμμαχίας».
Αναφερόμενος στον πρόεδρο Τραμπ , σημείωσε ότι είχε θέσει εδώ και χρόνια το ζήτημα «με τον δικό του, θα έλεγα ιδιαίτερο, τρόπο» της μεγαλύτερης συμμετοχής των Ευρωπαίων στην άμυνα και δήλωσε χαρακτηριστικά: «Είχε απολύτως δίκιο». Παράλληλα, επισήμανε ότι η Ελλάδα βρίσκεται ήδη σε υψηλό επίπεδο αμυντικών δαπανών, λέγοντας ότι «η Ελλάδα είναι μία από τις πέντε χώρες του ΝΑΤΟ που ήδη -και αναφέρομαι στα επίσημα στοιχεία του ΝΑΤΟ- για το 2026 έχει πετύχει κι έχει ξεπεράσει τον στόχο του 3,5% ως προς τις κύριες αμυντικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ».
Για το ενδεχόμενο αποχώρησης των Ηνωμένων Πολιτειών από το ΝΑΤΟ, ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε καθησυχαστικός, λέγοντας: «Δεν θεωρώ ότι υπάρχει καμία πιθανότητα οι Ηνωμένες Πολιτείες να αποχωρήσουν από το ΝΑΤΟ». Εκτίμησε ότι η Συμμαχία εισέρχεται σε μια νέα περίοδο, καθώς οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι αυξάνουν τη συμμετοχή τους στην κοινή ασφάλεια.
Σε σχέση με την Τουρκία και το ενδεχόμενο επιστροφής της στο πρόγραμμα των F-35, ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι η Ελλάδα δεν παρεμβαίνει στις αποφάσεις των ΗΠΑ. Όπως ανέφερε, «δεν είναι δική μου δουλειά να σχολιάζω τις επιλογές άλλων χωρών ούτε προφανώς η Ελλάδα είναι αυτή η οποία θα υποδείξει στις Ηνωμένες Πολιτείες σε ποιους θα πουλήσει ή δεν θα πουλήσει αμυντικά συστήματα». Ωστόσο, υπενθύμισε ότι υπάρχουν νομικά εμπόδια λόγω της αγοράς των S-400 από την Τουρκία, καθώς «ο λόγος για τον οποίο η Τουρκία είχε απομακρυνθεί από το πρόγραμμα των F-35 συνδεόταν με την αγορά του συστήματος S-400».
Για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι παραμένει αισιόδοξος πως μπορεί να επανέλθει η διπλωματία μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών. Όπως είπε, «επιτρέψτε μου να βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο» και εκτίμησε ότι «δεν θα επανέλθουμε σε ένα καθεστώς πολεμικών επιχειρήσεων, όπως αυτό το οποίο είδαμε τους τελευταίους μήνες».
Για τα Στενά του Ορμούζ, τόνισε τη σημασία της ελεύθερης ναυσιπλοΐας και ανέφερε ότι «η Ελλάδα είναι μία παγκόσμια ναυτική υπερδύναμη», η οποία θα συνεχίσει να υπερασπίζεται την ελευθερία των θαλάσσιων μεταφορών. «Η Ελλάδα είναι παρούσα στη Μέση Ανατολή, είναι παρούσα στην επιχείρηση «Aspides», ευρωπαϊκή επιχείρηση η οποία έχει ως σκοπό την προστασία της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα, και εφόσον μας ζητηθεί και εφόσον θα εσυμφωνείτο σε επίπεδο Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, θα ήμασταν παρόντες και σε μία αντίστοιχη επιχείρηση στα Στενά του Ορμούζ» είπε χαρακτηριστικά. Για την άνοδο των τιμών του πετρελαίου, είπε ότι τον προβληματίζει, αλλά πρόσθεσε: «θέλω να πιστεύω ότι είναι μία προσωρινή άνοδος».
Αναφερόμενος στο ελληνικό εξοπλιστικό πρόγραμμα, ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε ότι η Ελλάδα έχει ήδη εγκεκριμένο πρόγραμμα ύψους 28 δισ. ευρώ και χαρακτήρισε τις αμυντικές επενδύσεις «το τίμημα για την ελευθερία μας». Εξήγησε ότι η χώρα χρειάζεται ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα και σημείωσε ότι οι επενδύσεις αυτές ενισχύουν παράλληλα την ελληνική αμυντική βιομηχανία.
Για το τουρκικό casus belli, ο πρωθυπουργός το χαρακτήρισε «ιστορική ανορθογραφία» και υποστήριξε ότι δεν συμβαδίζει με την προσπάθεια βελτίωσης των σχέσεων Ελλάδας και Τουρκίας. Όπως ανέφερε, «έχει έρθει η ώρα πια να την αφήσουμε πίσω μας» και συμπλήρωσε: «Νομίζω ότι είναι μία ιστορική ανορθογραφία, η οποία δεν συντάσσεται ούτε με τη Διακήρυξη των Αθηνών, ούτε με το καλό κλίμα το οποίο θέλουμε να χτίσουμε ως δύο γειτονικές χώρες που, παρά τις διαφορές μας, θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε ειρηνικά και να χτίζουμε σχέσεις καλής γειτονίας»
Τέλος, για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τόνισε ότι επιθυμεί μια «εποικοδομητική, λειτουργική και παραγωγική σχέση μεταξύ των δύο χωρών», σημειώνοντας ότι υπάρχουν τομείς συνεργασίας, όπως το μεταναστευτικό, το εμπόριο και ο τουρισμός. Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η βασική διαφορά Ελλάδας και Τουρκίας για τις θαλάσσιες ζώνες πρέπει να αντιμετωπιστεί με βάση το διεθνές δίκαιο: «το πλαίσιο για την επίλυση αυτού του μακροχρόνιου προβλήματος είναι η τήρηση του Διεθνούς Δικαίου και ειδικά η εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας».