Η Ευρωπαϊκή Ένωση κατηγορεί την κινεζική πλατφόρμα διαδικτυακού εμπορίου ότι δεν παρέδωσε κρίσιμες πληροφορίες κατά τη διάρκεια επιθεώρησης στο πλαίσιο έρευνας για στρέβλωση ανταγωνισμού στην Ευρώπη
Η Κομισιόν ανακοίνωσε ότι «καταλήγει προκαταρκτικά στο συμπέρασμα πως η Temu παραβίασε την υποχρέωσή της για συνεργασία» κατά τη διάρκεια αιφνιδιαστικού ελέγχου στις αρχές Δεκεμβρίου 2025, στις εγκαταστάσεις της θυγατρικής της, WhaleCo στο Δουβλίνο, στο πλαίσιο έρευνας για στρέβλωση ανταγωνισμού στην Ευρώπη.
Η Temu απέρριψε το πόρισμα της ΕΕ. Η κινεζική πλατφόρμα διαδικτυακών πωλήσεων υποστηρίζει ότι «συνεργάστηκε πλήρως και συμμορφώθηκε με όλα τα αιτήματα που υπέβαλε η Επιτροπή κατά τη διάρκεια του ελέγχου», προσθέτοντας ότι θα εξετάσει τον ισχυρισμό της Κομισιόν.
Η ΕΕ ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια των επιτόπιων ελέγχων η Temu δεν παρείχε πληροφορίες σχετικά με την οργάνωση και τη διαχείριση των δραστηριοτήτων της στην ΕΕ, ούτε για τα ψηφιακά εργαλεία και τα συστήματα πληροφορικής που χρησιμοποιεί η εταιρεία για τις δραστηριότητές της.
Η Temu επίσης κατηγορείται οτι απέκρυψε συγκεκριμένα λογιστικά βιβλία και αρχεία σχετικά με τις δραστηριότητες της εταιρείας στην ΕΕ.
«Η μη παροχή των πληροφοριών εμπόδισε την Επιτροπή να εξετάσει πηγές πληροφοριών που θα μπορούσαν να είναι συναφείς με την έρευνά της», ανέφερε η ΕΕ.
Οι κατηγορίες της ΕΕ αφορούν αποκλειστικά τους ελέγχους του Δεκεμβρίου 2025 και η Temu έχει πλέον το δικαίωμα να απαντήσει στις ανησυχίες των Βρυξελλών.
Η κινεζική πλατφόρμα επίσης αρνήθηκε «κατηγορηματικά» ότι λαμβάνει αθέμιτες ξένες επιδοτήσεις.
«Η Temu είναι προσηλωμένη στον υγιή ανταγωνισμό. Η εταιρεία δημιουργεί σταθερές ταμειακές ροές από τις δικές της λειτουργικές δραστηριότητες, οι οποίες επαρκούν για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της Temu στην ΕΕ», ανέφερε η εταιρεία.
Η Temu διαθέτει 130 εκατομμύρια χρήστες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού της Ένωσης, γεγονός που την καθιστά έναν από τους μεγαλύτερους διαδικτυακούς λιανοπωλητές στην Ευρώπη.
Σε περίπτωση που καταδικαστεί, κινδυνεύει με πρόστιμο ίσο με το 1% του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών της παγκοσμίως.