Σε συνέντευξή του στο Euronews, ο ερευνητής σε θέματα μεταναστευτικής πολιτικής Φραντσέσκο Παζέτι σχολίασε την άφιξη δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων στη Θέουτα, οι περισσότεροι ήδη επαναπατρισμένοι, καθώς και την απόφαση της κυβέρνησης Μελόνι να αναστείλει τη Σένγκεν με την Ισπανία.
Στα τέλη Ιουλίου, η μαζική άφιξη δεκάδων χιλιάδων μεταναστών στη Θέουτα, ισπανικό αυτόνομο έδαφος στο Μαρόκο, έδωσε νέα ώθηση στη διεθνή συζήτηση για τις μεταναστευτικές πολιτικές. Μετά την απόφαση της κυβέρνησης Μελόνι να επαναφέρει τους ελέγχους στα μεθοριακά περάσματα με την Ισπανία, την Παρασκευή 7 Ιουλίου η Μαδρίτη απηύθυνε τελεσίγραφο προς τη Ρώμη ζητώντας να επανεξετάσει την απόφαση, την οποία χαρακτήρισε «άδικη, αντίθετη στα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διακριτική εις βάρος του ισπανικού πληθυσμού», επιβάλλοντας στη συνέχεια ελέγχους στα σύνορα για όσους φθάνουν από την Ιταλία.
Περισσότερο από κίνηση με ουσιαστικές επιπτώσεις, η απόφαση της Ιταλίας φαίνεται να αποτελεί «μια καθαρά συμβολική πολιτική» ενόψει της προεκλογικής εκστρατείας για τις εκλογές του επόμενου έτους, δήλωσε ο Φραντσέσκο Πασέτι, ερευνητής στις ισπανικές και ευρωπαϊκές μεταναστευτικές πολιτικές στο Barcelona Centre for International Affairs (Cidob), σε συνέντευξή του στο Euronews.
Έλεγχοι στα σύνορα με την Ισπανία μετά τη Θέουτα: η απόφαση της Ρώμης είναι περισσότερο συμβολική παρά πρακτική
Σύμφωνα με τον Πασέτι, στόχος της Μελόνι είναι κυρίως να δώσει απάντηση σε μια κοινή γνώμη ιδιαίτερα ανήσυχη για τη μετανάστευση, και η αναστολή της Συνθήκης Σένγκεν «είναι ένα μέτρο που σε πρακτικό επίπεδο δεν έχει νόημα διότι οι άνθρωποι που έφτασαν στη Θέουτα όχι μόνο δεν μπορούν να ταξιδέψουν στην Ιταλία, αλλά δεν μπορούν ούτε να κινηθούν εντός της Ισπανίας, καθώς η Θέουτα αποτελεί εξαίρεση από τον χώρο Σένγκεν και για να μετακινηθεί κανείς χρειάζεται μια ειδική άδεια που χορηγούν οι ισπανικές αρχές».
Παρότι η απόφαση της κυβέρνησης ενδέχεται να ελήφθη και για να καθησυχάσει εκείνο το τμήμα των Ιταλών που θεωρεί τη μετανάστευση ένα από τα κύρια προβλήματα της χώρας, «πιστεύω ότι δεν ωφελεί ούτε την ιταλική κοινή γνώμη ούτε τους Ιταλούς πολίτες, ούτε όσους ταξιδεύουν προς την Ιταλία, διότι στο τέλος η επαναφορά των ελέγχων στο πλαίσιο του Σένγκεν σημαίνει δημόσιο χρήμα που δαπανάται άσκοπα και μεγαλύτερη δυσκολία στη διαχείριση των ροών σε περίοδο διακοπών», ανέφερε ο Πασέτι.
«Προπαντός επρόκειτο για μια κίνηση που δημιούργησε κρίση ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, επομένως δεν πιστεύω ότι ωφελεί κανέναν, πέρα από την ιταλική κυβέρνηση, η οποία προσδοκά, ας πούμε, ένα προπαγανδιστικό όφελος σε όρους εκλογικής υποστήριξης βραχυπρόθεσμα», υπογράμμισε ο ερευνητής.
Φόβοι για πιθανό δεύτερο κύμα αφίξεων μεταναστών στη Θέουτα στις 15 Αυγούστου, ο Πασέτι: σενάριο «απίθανο»
Την Πέμπτη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η ισπανική Guardia Civil προειδοποίησαν για πιθανό νέο κύμα ανθρώπων που επιχειρούν να φθάσουν στην Ευρώπη μέσω Θέουτα στις 15 Αυγούστου, μετά τα πολυάριθμα καλέσματα που κυκλοφόρησαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συγκεντρώνοντας εκατοντάδες χιλιάδες ακολούθους.
Οι προβλέψεις ωστόσο είναι δύσκολες και δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι θα επαναληφθεί ό,τι συνέβη στις 30 Ιουλίου, καθώς οι πληροφορίες της Guardia Civil βασίζονται κυρίως σε ανοικτές πηγές. Παρ' όλα αυτά, ο Πασέτι εκτιμά ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι απίθανο.
«Λαμβάνοντας υπόψη και όσα λέγονται στο διαδίκτυο, δεν γίνεται λόγος μόνο για τις 15 Αυγούστου αλλά για πολλές ημερομηνίες. Υπάρχουν πολλοί που απαντούν σε όσους οργανώνονται λέγοντας “τώρα είναι μια πολύ κρίσιμη στιγμή, ίσως είναι καλύτερα να περιμένετε”. Βρισκόμαστε πάντως στο πεδίο των υποθέσεων, όμως εγώ το θεωρώ λίγο πιθανό. Αν συνέβαινε, θα είχε, πιστεύω, ακόμη μεγαλύτερο αντίκτυπο, ανεξάρτητα από τον αριθμό των ανθρώπων (που θα έφταναν στη Θέουτα, σ.σ.), στις εσωτερικές και διεθνείς σχέσεις των εμπλεκόμενων κυβερνήσεων».
Ο Πασέτι επισημαίνει επιπλέον έναν ακόμη κίνδυνο για τον ίδιο τον μετανάστη που θα επιχειρούσε ξανά το ταξίδι σε τόσο σύντομο διάστημα, σε ένα περιβάλλον όπου τα μέτρα ασφαλείας έχουν ενισχυθεί. «Έχουν τοποθετηθεί εμπόδια στη θάλασσα ακριβώς για να αποτραπεί μια νέα είσοδος και η επιτήρηση, τόσο από την ισπανική πλευρά των συνόρων όσο και από την άλλη, είναι αυξημένη, γι' αυτό δεν μου φαίνεται ένα πολύ πιθανό σενάριο».
Επιπλέον, σύμφωνα με τον ερευνητή, η Ισπανία και η Ευρωπαϊκή Ένωση θα ήταν εκείνες που θα πλήρωναν το τίμημα. Αυτό διότι θα ανέδειχνε για μία ακόμη φορά ένα δομικό πρόβλημα, που είχε ήδη φανεί με την πρώτη κρίση», σχολίασε ο Πασέτι, αναφερόμενος στην κρίση του 2021, όταν περίπου 8.000 άνθρωποι μπήκαν σε ισπανικό έδαφος μέσα σε μόλις τρεις ημέρες.
Και για το Μαρόκο ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα αποτελούσε προβληματική εξέλιξη, διότι, ενόψει και των βουλευτικών εκλογών του Σεπτεμβρίου, «η αντιπολίτευση ζητεί τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής που θα ρίξει φως στα γεγονότα της προηγούμενης εβδομάδας, επομένως δεν πιστεύω ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις ώστε αυτό να συμβεί ξανά», επανέλαβε ο Πασέτι.
Επιπλέον, δεδομένου ότι το πιο πρόσφατο επεισόδιο σημειώθηκε πέντε χρόνια μετά την προηγούμενη κρίση στη Θέουτα, ο Πασέτι παρατήρησε ότι ένα δεύτερο μαζικό κύμα αφίξεων «μέσα σε 15 ημέρες θα είχε εντελώς διαφορετική σημασία όσον αφορά τις ελλείψεις και τα προβλήματα διακυβέρνησης» και θα είχε πολύ σοβαρές επιπτώσεις στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ.
Η έλλειψη νόμιμων και ασφαλών οδών μετανάστευσης επιδεινώνει την κρίση
«Πιστεύω ότι το πρόβλημα εντοπίζεται στην κατάσταση των χωρών καταγωγής, στις οικονομικές δυσκολίες, στις κοινωνικές δυσκολίες, στην έλλειψη προοπτικών για τους νέους. Το Μαρόκο σε αυτό το πλαίσιο βρίσκεται σε πολύ κρίσιμη κατάσταση, άρα αυτό είναι το πρώτο δομικό στοιχείο». Στη συνέχεια υπάρχει ένας θεσμικός παράγοντας, μια βασική προϋπόθεση κατά τον Πασέτι, «που αφορά την έλλειψη νόμιμων και ασφαλών οδών μετανάστευσης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η παράτυπη μετανάστευση συμβαίνει επειδή οι άνθρωποι δεν έχουν δυνατότητα να μετακινηθούν με νόμιμο τρόπο».
Το άλλο στοιχείο, σύμφωνα με τον ερευνητή, «που πιστεύω ότι έχει πλέον δομικό χαρακτήρα, είναι η προσέγγιση της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής διακυβέρνησης και των κρατών μελών της, η οποία επικεντρώνεται στην εξωτερίκευση του ελέγχου της μετανάστευσης. Δηλαδή, αντί να αναλάβουν οι ίδιες την ευθύνη της διαχείρισης, πληρώνουν τρίτες χώρες για να το κάνουν εκείνες για λογαριασμό μας».
Αυτό επέτρεψε, σε μεγάλο βαθμό, «τη μείωση των παράτυπων αφίξεων τα τελευταία χρόνια, κυρίως στην Ιταλία και στην Ισπανία, αλλά γενικότερα στην Ευρώπη, με αντάλλαγμα πολύ λιγότερο ασφαλείς μεταναστευτικές διαδρομές και αύξηση των θανάτων στη διάρκεια του ταξιδιού. Από την άλλη πλευρά, έδωσε σε αυτές τις χώρες ένα εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης. Στην περίπτωση του Μαρόκου είναι προφανές ότι αυτό έχει αξιοποιηθεί και αποτελεί ίσως το τρίτο δομικό στοιχείο», υπογράμμισε ο Πασέτι, υπενθυμίζοντας ότι η κρίση των δύο εβδομάδων επιδεινώθηκε από την αδράνεια των μαροκινών αρχών.
Στην ανάλυση των λόγων πίσω από τη στάση του Μαρόκου πρέπει να ληφθεί υπόψη το ενδιαφέρον της χώρας να διεκδικήσει τη σημασία της ως διπλωματικού και διεθνούς εταίρου στις σχέσεις με την ΕΕ, «η οποία μέχρι σήμερα έχει αντιμετωπίσει το Μαρόκο, και αναφέρομαι κυρίως στην Ισπανία αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ως χωροφύλακα στα σύνορα».
Ο Πασέτι εξήγησε ότι αυτού του είδους οι κινήσεις αποσκοπούν «και στο να διεκδικήσει το Μαρόκο πιο σημαντικό ρόλο σε ό,τι αφορά τις οικονομικές, εμπορικές και τις υποδομές, ακόμη και στρατηγικές, στις διαπραγματεύσεις για τις επόμενες χρηματοδοτήσεις και τις επόμενες συμφωνίες που θα συναφθούν μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Μαρόκου. Πρόκειται, λοιπόν, για αξιοποίηση του μεταναστευτικού ζητήματος στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής, για την επέκταση του ρόλου του ως γεωπολιτικού εταίρου στις σχέσεις με την ΕΕ και την Ισπανία».