Loader
Διαφήμιση

Τεστ αντοχής για την κυβέρνηση Μερτς: Ανασχηματισμός, προϋπολογισμός, συντάξεις και η «απειλή» του AfD

Ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς (CDU) και ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ένωσης Τόρστεν Φράι (CDU) στο Βερολίνο, 29 Ιουλίου 2026
Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς (CDU) και ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ένωσης Τόρστεν Φράι (CDU) στο Βερολίνο, 29 Ιουλίου 2026 Πνευματικά Δικαιώματα  Copyright 2026 The Associated Press. All rights reserved
Πνευματικά Δικαιώματα Copyright 2026 The Associated Press. All rights reserved
Από Laura Fleischmann
Δημοσιεύθηκε ανανεώθηκε πριν
Μοιραστείτε το Σχόλια Ακολουθήστε τo Euronews στο Google
Μοιραστείτε το Close Button

Στελέχωση, δημοσιονομικά κενά και διαμάχη για συντάξεις και ωράριο: μετά τη θερινή ανάπαυλα η γερμανική κυβέρνηση λαμβάνει κρίσιμες αποφάσεις, ενώ οι περιφερειακές εκλογές στα ανατολικά κρατίδια λαμβάνουν χαρακτήρα δοκιμασίας για τον συνασπισμό CDU-SPD.

Στην κυβερνητική συνοικία του Βερολίνου επικρατεί ακόμη ηρεμία πριν από την καταιγίδα. Για περίπου έναν ακόμη μήνα, έως τις 6 Σεπτεμβρίου, η πολιτική ζωή στην πόλη βρίσκεται σε θερινή διακοπή. Για τους βουλευτές, αντί για τις συνεδριάσεις της Ομοσπονδιακής Βουλής, το πρόγραμμα περιλαμβάνει διακοπές – ή τουλάχιστον δουλειά στις εκλογικές τους περιφέρειες.

ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ

Όταν επιστρέψουν, την κυβέρνηση Μερτς περιμένει πάνω απ’ όλα ένα πράγμα: μια ολόκληρη σειρά αναπάντητων ερωτημάτων. Στο επίκεντρο βρίσκεται καταρχάς το ποιοι θα ανήκουν στο μαυροκόκκινο υπουργικό συμβούλιο. Ο ανασχηματισμός της ομοσπονδιακής κυβέρνησης απέχει ακόμη πολύ από την ολοκλήρωσή του.

Ολοκλήρωση του ανασχηματισμού

Αρχικά, στην πρώτη εβδομάδα συνεδριάσεων θα γίνει η ορκωμοσία των νέων υπουργών. Σύμφωνα με το άρθρο 64 του γερμανικού Συντάγματος, πρέπει να δώσουν τον όρκο τους ενώπιον της Ομοσπονδιακής Βουλής κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους. Η κυβέρνηση, ωστόσο, τους έχει ήδη αναθέσει τα νέα τους χαρτοφυλάκια και σκοπεύει να τους ορκίσει μόνο μετά τη θερινή παύση – μια πρακτική που πολλοί συνταγματολόγοι θεωρούν αμφισβητήσιμη.

Ανοιχτή παραμένει ακόμη η θέση της υφυπουργού αρμόδιας για τον εθελοντισμό και τον αθλητισμό. Την κατείχε μέχρι πρότινος η Κριστιάνε Σέντερλαϊν (CDU), η οποία είναι πλέον κοινοβουλευτική υφυπουργός στο υπουργείο Υγείας.

Μετά το «καρουζέλ» στο υπουργικό συμβούλιο, τόσο ο Μερτς όσο και η μαυροκόκκινη κυβέρνηση βρίσκονται δημοσκοπικά στο χαμηλότερο σημείο τους μέχρι σήμερα. Το 65% των ερωτηθέντων δεν αναμένει ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα υλοποιήσει σημαντικά νομοθετικά σχέδια μέσα στη χρονιά, σύμφωνα με αντιπροσωπευτική δημοσκόπηση του ινστιτούτου Insa για την Bild am Sonntag.

Και ως προς τη σταθερότητά της, η εμπιστοσύνη είναι περιορισμένη: Μόλις το 29% απάντησε στην ερώτηση αν πιστεύει ότι ο συνασπισμός θα αντέξει έως το τέλος της νομοθετικής περιόδου το 2029 με «ναι» ή «μάλλον ναι». Το 59% απάντησε «όχι» ή «μάλλον όχι».

Αναζητούνται χρήματα για να κλείσει το κενό στον προϋπολογισμό

Ακόμη μεγαλύτερη δυσαρέσκεια ενδέχεται να προκαλέσουν το σχέδιο προϋπολογισμού για το 2027 και οι συνέπειές του. Το σχέδιο του υπουργού Οικονομικών Λαρς Κλινγκμπάιλ (SPD) προβλέπει νέο δανεισμό-ρεκόρ ύψους 118,7 δισεκατομμυρίων ευρώ. Αν προστεθούν τα ειδικά ταμεία που χρηματοδοτούνται με δανεισμό για τις ένοπλες δυνάμεις, τις υποδομές και την κλιματική ουδετερότητα, το συνολικό ύψος του νέου χρέους φτάνει περίπου τα 200 δισεκατομμύρια ευρώ.

Συνολικά, το σχέδιο προβλέπει δαπάνες 555,4 δισεκατομμυρίων ευρώ. Προστίθεται και το δημοσιονομικό πλάνο έως το 2030, ο οποίος εμφανίζει κάθε χρόνο κενά πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ. Το υπουργικό συμβούλιο έχει ήδη εγκρίνει από τις αρχές Ιουλίου τον «προϋπολογισμό για την ευημερία και την ασφάλεια», όπως τον χαρακτηρίζει.

Για να χρηματοδοτηθεί ο προϋπολογισμός, προβλέπονται περικοπές, μεταξύ άλλων, στην προκαταβολή διατροφής, καθώς και στα επιδόματα γονέων και στέγασης. Εξοικονόμηση δαπανών σχεδιάζεται επίσης στις μεταρρυθμίσεις στην υγεία και στο συνταξιοδοτικό.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου ο Κλινγκμπάιλ θα παρουσιάσει το σχέδιο στην Ομοσπονδιακή Βουλή. Για την αντιπολίτευση, ο υψηλός νέος δανεισμός και οι σχεδιαζόμενες περικοπές προσφέρουν άφθονο πεδίο κριτικής.

Η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού ως σημείο τριβής

Πρόσφατα, ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ένωσης, Τόρστεν Φράι, δήλωσε ότι η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού θα προχωρήσει παρά τις αντιδράσεις – και μάλιστα με όλες τις προτάσεις της επιτροπής συντάξεων, συμπεριλαμβανομένου του τέλους της δυνατότητας συνταξιοδότησης στα 63.

Τώρα όμως ο Φράι φαίνεται να αναδιπλώνεται. Μιλώντας στο δημοσιογραφικό όμιλο Funke, δήλωσε: «Μια ρύθμιση για τις ιδιαίτερα δύσκολες περιπτώσεις είναι σε κάθε περίπτωση αναγκαία». Όπως πρόσθεσε, θα υπάρξει συζήτηση και για μεταβατικές διατάξεις.

Με τις δηλώσεις του φαίνεται να κάνει ένα βήμα προς τους επικριτές της μεταρρύθμισης. Σε αυτούς ανήκουν και στελέχη του ίδιου του κόμματός του, μεταξύ των οποίων οι πρωθυπουργοί των ανατολικογερμανικών κρατιδίων Μίχαελ Κρέτσμερ της Σαξονίας, Μάριο Φοϊχτ της Θουριγγίας και Σβεν Σούλτσε της Σαξονίας-Άνχαλτ. Εναντίον τμημάτων της μεταρρύθμισης έχουν ταχθεί επίσης οι πρωθυπουργοί της Βρέμης, Αντρέας Μποβενσούλτε (SPD), του Μεκλεμβούργου-Πομερανίας, Μανουέλα Σβέζιγκ (SPD), και του Ζάαρλαντ, Άνκε Ρέλινγκερ (SPD).

Σεπτέμβριος: μήνας εκλογών στην ανατολική Γερμανία

Η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού θα μπορούσε να παίξει καθοριστικό ρόλο και στις εκλογές στην ανατολική Γερμανία. Τον Σεπτέμβριο θα στηθούν κάλπες στη Σαξονία-Άνχαλτ, το Βερολίνο και το Μεκλεμβούργο-Πομερανία. Στη Σαξονία-Άνχαλτ, η τοπική οργάνωση της AfD θα μπορούσε για πρώτη φορά να εξασφαλίσει απόλυτη πλειοψηφία. Έχει χαρακτηριστεί από την υπηρεσία προστασίας του Συντάγματος του κρατιδίου –μια υπηρεσία που υπάγεται στο υπουργείο Εσωτερικών, το οποίο διοικείται από τη CDU– ως αποδεδειγμένα ακροδεξιά.

Σε ομοσπονδιακό επίπεδο, η AfD δεν επιτρέπεται να χαρακτηριστεί και να αντιμετωπιστεί ως «αποδεδειγμένα ακροδεξιά». Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, όπως αυτή της Infratest για λογαριασμό του MDR, η AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ συγκεντρώνει αυτή τη στιγμή 41%. Η CDU βρίσκεται πολύ πίσω, στη δεύτερη θέση, με 24%.

Και στο Μεκλεμβούργο-Πομερανία η AfD είναι το ισχυρότερο κόμμα: φτάνει το 36%, σύμφωνα με δημοσκόπηση της Infratest για λογαριασμό του NDR. Τα σημερινά κυβερνητικά κόμματα, το SPD και η Αριστερά, συγκεντρώνουν 29% και 12% αντίστοιχα.

Σε όλη τη Γερμανία, η AfD προηγείται αυτή τη στιγμή της Ένωσης στις δημοσκοπήσεις και βρίσκεται σαφώς μπροστά από το SPD. Σε πρόσφατες μετρήσεις συγκεντρώνει περίπου 28%, ενώ η CDU/CSU, ανάλογα με το ινστιτούτο, κινείται γύρω στο 21 έως 24%. Το SPD φτάνει μόλις το 12 έως 13%. Έτσι, η AfD εμφανίζεται σήμερα ως η ισχυρότερη πολιτική δύναμη σε πολλές δημοσκοπήσεις πρόθεσης ψήφου σε ομοσπονδιακό επίπεδο.

Θα θεσπιστεί ανώτατο όριο εβδομαδιαίας εργασίας;

Η κυβέρνηση έχει επίσης ανοιχτά ζητήματα ως προς τη μεταρρύθμιση του χρόνου εργασίας. Η Ένωση ζητεί να εγκαταλειφθεί η σημερινή ρύθμιση του οκταώρου και να θεσπιστεί ανώτατο όριο εβδομαδιαίας εργασίας. Έτσι θα μπορούσε να νομιμοποιηθεί ημερήσια ανώτατη διάρκεια εργασίας έως και 13 ωρών. Τον Ιούνιο, η υπουργός Εργασίας Μπέρμπελ Μπας (SPD) παρουσίασε προσχέδιο νόμου που διατηρεί το οκτάωρο, επιτρέπει όμως αποκλίσεις, όπως ένα ανώτατο εβδομαδιαίο όριο, εφόσον συμφωνήσουν εργοδότες και συνδικάτα.

Η γερμανική ρύθμιση προβλέπει σήμερα κατ’ αρχήν οκτάωρο, αλλά επιτρέπει παράταση έως τις 10 ώρες ημερησίως, υπό την προϋπόθεση ότι ο μέσος όρος επανέρχεται στις οκτώ ώρες μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Η ευρωπαϊκή οδηγία για τον χρόνο εργασίας προβλέπει γενικά ανώτατο μέσο όρο 48 ωρών εργασίας την εβδομάδα, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών.

Ο πρόεδρος της ένωσης εργοδοτών, Ράινερ Ντούλγκερ, τάσσεται υπέρ ενός ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας: «Τα περιθώρια που αφήνει η ευρωπαϊκή οδηγία για τον χρόνο εργασίας αξιοποιούνται σχεδόν παντού, μόνο σε εμάς όχι», δήλωσε στο πρακτορείο dpa στο Βερολίνο. «Αν ένα ανώτατο όριο εβδομαδιαίας εργασίας ήταν τόσο επικίνδυνο, τότε οι εργαζόμενοι στο Βέλγιο και την Ιταλία θα έπρεπε να είναι κατά δεκάδες άρρωστοι στο κρεβάτι. Στην πραγματικότητα, τα ποσοστά ασθενειών εκεί είναι χαμηλότερα από τα δικά μας». Σύμφωνα με τον ίδιο, ακόμη και η πλειονότητα των μελών των συνδικάτων θα επιθυμούσε ένα ανώτατο εβδομαδιαίο όριο.

Η Άνια Πιλ, πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Γερμανικών Συνδικάτων (DGB), δηλώνει αντίθετα σε συνέντευξή της στο Redaktionsnetzwerk Deutschland: «Ο νόμος για τον χρόνο εργασίας δεν είναι εμπόδιο στην ευελιξία, αλλά προστατεύει 43 εκατομμύρια εργαζόμενους από την υπερκόπωση και τα ατυχήματα». Όποιος δεν το θέλει αυτό, όπως προσθέτει, αφήνει την απόφαση για τις υπερβολικά μεγάλες ώρες εργασίας αποκλειστικά στον εργοδότη. «Σε αυτό αντιτιθέμεθα ως συνδικάτα», συνεχίζει η Πιλ. «Αυτό που χρειάζονται οι εργαζόμενοι σίγουρα δεν είναι ένα ωράριο λήξης της εργασίας που μετατίθεται κάθε μέρα κατά βούληση – το 95% επιθυμεί να έχει σχολάσει το αργότερο στις 18.00».

Μετάβαση στις συντομεύσεις προσβασιμότητας
Μοιραστείτε το Σχόλια Ακολουθήστε τo Euronews στο Google

Σχετικές ειδήσεις

Μετά τον σεισμό στη CDU: Kινδυνεύει με απομάκρυνση ο καγκελάριος Μερτς;

Γερμανία: Ο Μερτς εξετάζει ανασχηματισμό καθώς η πίεση στην κυβέρνησή του εντείνεται

Ισπανία: Η κυβέρνηση έμεινε εκτός εκσυγχρονισμού των πυροσβεστικών αεροσκαφών