Η διεύρυνση της ΕΕ πλησιάζει στην ώρα της αλήθειας: Μαυροβούνιο και Αλβανία κοντά στην ένταξη, Ουκρανία και Μολδαβία προχωρούν, οι Βρυξέλλες ζυγίζουν μεταρρυθμίσεις για μια μεγαλύτερη, πιο σύνθετη Ένωση.
Για πρώτη φορά μετά το Brexit, η ΕΕ έχει μια απτή ευκαιρία να ξαναμεγαλώσει. Όμως, καθώς χώρες όπως το Μαυροβούνιο πλησιάζουν με ταχείς ρυθμούς την ένταξη και άλλες βλέπουν την Ευρώπη ως αγκυροβόλιο ασφάλειας, η φιλοδοξία διεύρυνσης των Βρυξελλών οδεύει προς τη δική της στιγμή αλήθειας.
Η διεύρυνση της ΕΕ αξιοποιεί μια δυναμική που εμφανίζεται μία φορά σε κάθε γενιά, με αρκετούς «πρωτοπόρους» κοντά στη γραμμή τερματισμού, την Ουκρανία και τη Μολδαβία να κάνουν τα πρώτα τους οριστικά βήματα εκτός της τροχιάς της Μόσχας και την Ισλανδία να εξετάζει αν θα επαναλάβει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις.
Η εικόνα δεν είχε υπάρξει τόσο ενθαρρυντική εδώ και χρόνια, με αξιωματούχους της ΕΕ να καυχιούνται ότι τους τελευταίους έξι μήνες έχουν κλείσει περισσότερα διαπραγματευτικά κεφάλαια απ’ ό,τι την προηγούμενη δεκαετία.
Οι Βρυξέλλες χρησιμοποιούν ολοένα περισσότερο την προοπτική ένταξης στην ΕΕ ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής: για να εδραιώσουν την επιρροή τους στην άμεση γειτονιά, να επεκτείνουν τις εγγυήσεις ασφαλείας που περιορίζουν την επιρροή εχθρικών δυνάμεων και να αγκυρώσουν τη σταθερότητα σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον.
Όμως, όσο η προοπτική μιας διευρυμένης Ένωσης γίνεται πιο απτή, οι θεσμοί της ΕΕ και τα κράτη μέλη έρχονται αντιμέτωπα με μια σειρά πολιτικών και στρατηγικών ερωτημάτων που θα κορυφωθούν αν έρθει η επόμενη φάση διεύρυνσης.
Γεωγραφική ισορροπία
Ένας βασικός παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη στη διεύρυνση της Ένωσης είναι η γεωγραφική ισορροπία, ιδίως μετά τη διεύρυνση του 2004 που χαρακτηρίστηκε «μεγάλο άλμα». Τότε, το 2004, εντάχθηκαν δέκα νέα κράτη της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, αφήνοντας πολλές πρωτεύουσες της δυτικής Ευρώπης με την αίσθηση ότι το κέντρο βάρους της ΕΕ μετακινήθηκε υπερβολικά προς ανατολάς.
Οι σημερινοί πρωτοπόροι, το Μαυροβούνιο και η Αλβανία, δεν θα άλλαζαν αυτή την ισορροπία, δεδομένου του περιορισμένου μεγέθους τους. Καθώς όμως πλησιάζουν στη γραμμή τερματισμού, θέτουν ένα δυσκολότερο ερώτημα: πώς θα αντιμετωπιστεί η σημαντικότερη χώρα των Δυτικών Βαλκανίων, η Σερβία, η οποία παραμένει θέμα έντονης διαφωνίας μεταξύ των κρατών μελών.
Οι αποκαλούμενοι «Φίλοι των Δυτικών Βαλκανίων» αμφισβητούν τα γεωπολιτικά κριτήρια που διαμορφώνουν την ενταξιακή πορεία του Βελιγραδίου. Προειδοποιούν ότι η διαδικασία, η οποία τυπικά βασίζεται στα επιτεύγματα κάθε υποψήφιας χώρας, δεν εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες.
Καθώς εντείνεται η πίεση να ανοίξουν περισσότερες «συστάδες» διαπραγματευτικών κεφαλαίων με την Ουκρανία και τη Μολδαβία έως το τέλος του έτους, οι εκκλήσεις για διατήρηση της γεωγραφικής ισορροπίας αναμένεται να γίνουν ακόμη πιο έντονες και θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο να εξαρτηθεί η πρόοδος της Ουκρανίας από εκείνη της Σερβίας.
Η Ισλανδία θα μπορούσε να αποδειχθεί ένας απρόσμενος αλλά ευπρόσδεκτος παράγοντας για την επαναφορά της ισορροπίας στη σύνθεση της οικονομίας του μπλοκ: η εύπορη σκανδιναβική χώρα διεξάγει δημοψήφισμα, με την ψηφοφορία να διαρκεί έως τις 29 Αυγούστου, για το αν θα επαναλάβει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ.
Η Ουκρανία, στο μεταξύ, είναι ο «ελέφαντας στο δωμάτιο». Οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες γνωρίζουν καλά ότι κάποια μορφή ευρωπαϊκής ένταξης ή εγγύησης ασφάλειας θα πρέπει να περιληφθεί σε οποιαδήποτε μελλοντική ειρηνευτική συμφωνία με τη Μόσχα.
Παρά τη σχετικά μικρή οικονομία της, η επικράτεια, ο πληθυσμός και η στρατιωτική ισχύς της Ουκρανίας θα την καθιστούσαν ένα ιδιαίτερα επιδραστικό κράτος μέλος, ιδίως σε ζητήματα άμυνας και εξωτερικής πολιτικής – αναγκάζοντας τις Βρυξέλλες να αντιμετωπίσουν συνολικά το πώς θα λειτουργεί στην πράξη μια διευρυμένη Ένωση.
Ανάγκη για μεταρρύθμιση
Στην ομιλία της για την Κατάσταση της Ένωσης το 2023, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ανακοίνωσε προενταξιακές αναθεωρήσεις πολιτικής: έναν οδικό χάρτη για το πώς θα λειτουργεί μια ΕΕ με 30 ή περισσότερα κράτη μέλη.
Το σχέδιο στη συνέχεια μπήκε διακριτικά στο συρτάρι για χρόνια, καθώς η υποψηφιότητα της Ουκρανίας έκανε το ζήτημα πιο περίπλοκο τόσο πρακτικά όσο και πολιτικά. Η Κομισιόν αναμένεται τώρα να το δημοσιεύσει στις 30 Σεπτεμβρίου, καθώς επιδιώκει να ξαναπάρει την πρωτοβουλία.
Καθώς η διεύρυνση έχει αναδειχθεί σε κορυφαία προτεραιότητα στην ατζέντα των Βρυξελλών, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συζητούν πώς θα διαχειριστούν την επόμενη σειρά υποψηφίων χωρών. Έχουν καταθέσει προτάσεις που κυμαίνονται από ισχυρότερες δημοκρατικές ασφαλιστικές δικλίδες για τα νέα μέλη – κληρονομιά της εμπειρίας με την Ουγγαρία επί Βίκτορ Όρμπαν – έως σταδιακή ένταξη, σχεδιασμένη ώστε να προσφέρει νωρίτερα, απτά οφέλη της συμμετοχής στην ΕΕ.
Σε πιο θεμελιώδες επίπεδο, η Κομισιόν αναμένεται να προτείνει μεταρρυθμίσεις στη δική της εσωτερική λειτουργία, ώστε οι Βρυξέλλες να μπορούν να συνεχίσουν να δουλεύουν αποτελεσματικά μετά τη διεύρυνση.
Οι εκκλήσεις για κατάργηση της απαίτησης ομοφωνίας σε θέματα όπως η εξωτερική πολιτική έχουν γίνει πιο έντονες. Εντάσσονται σε μια ευρύτερη προσπάθεια να καταστούν πιο αποφασιστικές οι εξωτερικές παρεμβάσεις του μπλοκ σε ένα τεταμένο γεωπολιτικό περιβάλλον – μια ακόμη κληρονομιά της πρακτικής του Όρμπαν να κρατά όμηρο τη λήψη αποφάσεων στην ΕΕ.
Η ιδέα να γίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πιο ολιγομελής και ευέλικτη, ώστε να επικεντρώνεται στις νέες προτεραιότητες, μπορεί να επανέλθει. Αυτό θα σήμαινε την κατάργηση της αρχής ότι κάθε κράτος μέλος διαθέτει έναν επίτροπο, αρχή την οποία υποστηρίζουν ιδιαίτερα οι μικρότερες χώρες.
Οι σκεπτικιστές υποστηρίζουν ότι η χρονική συγκυρία δεν είναι κατάλληλη για τόσο βαθιές μεταρρυθμίσεις, καθώς αρκετές βασικές χώρες της ΕΕ έχουν μπροστά τους εκλογές την επόμενη χρονιά. Μία από αυτές είναι η Γαλλία, όπου η προοπτική να κερδίσει την προεδρία ένας υποψήφιος της ακροδεξιάς, ευρωσκεπτικιστικής Εθνικής Συσπείρωσης μοιάζει πιο ρεαλιστική από ποτέ.
Άλλοι αντιτείνουν ότι κάπου στην Ευρώπη γίνονται πάντα σημαντικές εκλογές και ότι οι εδώ και χρόνια καθυστερημένες μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να περιμένουν άλλο.
Αβεβαιότητα για την επικύρωση
Η διαδικασία διεύρυνσης της ΕΕ βασιζόταν πάντοτε στην παραδοχή ότι τα κράτη μέλη είναι διατεθειμένα να δεχθούν νέες χώρες στο κλαμπ.
Συνήθως, οι χώρες της ΕΕ εκφράζουν τις ενστάσεις τους πριν ολοκληρωθούν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Οι μακροχρόνιες διαφορές της Βόρειας Μακεδονίας – αρχικά με την Ελλάδα για το όνομα και στη συνέχεια με τη Βουλγαρία για τα δικαιώματα των μειονοτήτων – αποτελούν από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Ωστόσο, παρότι η πλήρης παρεμπόδιση της ένταξης στο στάδιο της επικύρωσης θα ήταν πρωτοφανής, παραμένει ένας υπαρκτός κίνδυνος. Το πολιτικό φάσμα έχει μετατοπιστεί προς τα δεξιά σε ιδρυτικά μέλη όπως η Ολλανδία και η Γαλλία, με αποτέλεσμα οι ψηφοφόροι να αντιμετωπίζουν γενικά με μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα τη διεύρυνση.
Όπως δήλωσε στην Euronews ο επικεφαλής της αποστολής του Μαυροβουνίου στην ΕΕ, Πέταρ Μάρκοβιτς, ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η χώρα του αποδέχεται πρόσθετες δικλίδες ασφαλείας όσον αφορά το κράτος δικαίου και την αποτροπή δημοκρατικής οπισθοδρόμησης είναι ακριβώς για να διευκολυνθεί η διαδικασία επικύρωσης.
Η Γαλλία αποτελεί το μεγαλύτερο ερωτηματικό. Το 2005, το Παρίσι εισήγαγε μια συνταγματική τροποποίηση που απαιτεί κάθε νέα συμφωνία προσχώρησης είτε να τίθεται σε εθνικό δημοψήφισμα είτε να εγκρίνεται από τα τρία πέμπτα μιας κοινής συνεδρίασης των δύο σωμάτων του κοινοβουλίου.
Και πάλι, το Μαυροβούνιο αναμένεται να αποτελέσει δοκιμαστική περίπτωση. Η επικύρωσή του ενδέχεται να «πακεταριστεί» μαζί με εκείνη της Αλβανίας, ανάλογα με τον ρυθμό προόδου των Τιράνων, ή με της Ισλανδίας, ανάλογα με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος.
«Αν το Μαυροβούνιο δεν τα καταφέρει, τότε φυσικά η διαδικασία εκτροχιάζεται με πολύ σοβαρό τρόπο», δήλωσε στην Euronews ο Φλοριάν Μπίμπερ, συντονιστής της ομάδας Balkan in Europe Policy Advisory Group. «Πρέπει να υπάρχει ένα πολύ σαφές εναλλακτικό σχέδιο για να αντιμετωπιστεί αυτό το ενδεχόμενο».