Loader
Διαφήμιση

Ο Καναδάς γυρίζει την πλάτη στον Τραμπ: Μπορεί η ΕΕ να κάνει το ίδιο;

Ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ.
Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ. Πνευματικά Δικαιώματα  Sammy Kogan/The Canadian Press
Πνευματικά Δικαιώματα Sammy Kogan/The Canadian Press
Από Jorge Liboreiro & Peggy Corlin
Δημοσιεύθηκε
Μοιραστείτε το Σχόλια Ακολουθήστε τo Euronews στο Google
Μοιραστείτε το Close Button

Ο Μαρκ Κάρνεϊ δείχνει στην ΕΕ πώς είναι να αποχωρείς από τον Τραμπ, αλλά η Ευρώπη δυσκολεύεται να αμφισβητήσει τους κανόνες του.

Ο Μαρκ Κάρνεϊ είπε «ως εδώ».

ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ

Με μια αιφνιδιαστική απόφαση, ο πρωθυπουργός του Καναδά αποχώρησε από τις εμπορικές διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, κάποτε τον στενότερο σύμμαχο της χώρας του. Παρότι οι οικονομικές επιπτώσεις παραμένουν αβέβαιες και ενδέχεται να είναι σοβαρές, ο πρώην κεντρικός τραπεζίτης ξεκαθάρισε ότι η κυριαρχία δεν είναι τίμημα που ο Καναδάς είναι διατεθειμένος να πληρώσει.

Ο Κάρνεϊ καταδίκασε τους προτεινόμενους όρους της Ουάσινγκτον ως «κακή συμφωνία» που θα έπληττε τη χρήση της γαλλικής γλώσσας στον Καναδά, η οποία προστατεύεται από το Σύνταγμα, και θα περιόριζε τη δυνατότητα της χώρας να συνάπτει εμπορικές συμφωνίες με άλλα κράτη.

«Είσαι σε πόλεμο όταν δέχεσαι επίθεση, κι εμείς δεχθήκαμε επίθεση», είπε ο Κάρνεϊ, υποσχόμενος να απαντήσει με αντίποινα «δολάριο για δολάριο» στον γείτονά του.

Οι συνέπειες αναμένεται να είναι επώδυνες: υψηλοί δασμοί σε καναδικά προϊόντα αξίας 20 δισ. δολαρίων και περίπου 87.000 άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας σε κίνδυνο, σύμφωνα με αρχικές εκτιμήσεις (πηγή στα Αγγλικά).

Και τα πράγματα μπορεί σύντομα να γίνουν χειρότερα. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει ήδη ανακοινώσει νέο γύρο δασμών κατά του Καναδά, τροφοδοτώντας τον κύκλο των αντιποίνων.

Η θεαματική σύγκρουση έχει προκαλέσει συγκρίσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία επίσης βρίσκεται αντιμέτωπη με τις ολοένα και πιο εκτεταμένες απαιτήσεις και διαπραγματευτικές τακτικές του Λευκού Οίκου, από μια κυβέρνηση Τραμπ εμμονική με τα εμπορικά ελλείμματα και αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει κάθε όπλο για να βάλει την Αμερική πρώτη, ακόμη και πριν από τους φίλους της.

Εδώ και πάνω από έναν χρόνο, οι Βρυξέλλες προσπαθούν να αποκρούσουν την αμερικανική πίεση για αποδόμηση των κανόνων για το περιβάλλον, τη βιωσιμότητα και την ψηφιακή οικονομία, ενώ παράλληλα προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή την άνιση εμπορική συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ που επιτεύχθηκε πέρσι στο Τέρνμπερι της Σκωτίας.

Τον Ιούλιο, ο Τραμπ διαμήνυσε ότι η ΕΕ θα πληρώσει «πολύ μεγάλο τίμημα», αφού η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο 890 εκατ. ευρώ στην Google για φερόμενες πρακτικές αυτοπροώθησης και άνιση μεταχείριση των δημιουργών εφαρμογών.

«Προσδοκούμε την επιβολή ενός σημαντικού ΔΑΣΜΟΥ σε αυτούς το συντομότερο δυνατό», είπε ο Τραμπ. (Ο δασμός δεν έχει ακόμη επιβληθεί.)

Καθώς οι Βρυξέλλες και η Ουάσινγκτον συνεχίζουν να διαπραγματεύονται την άρση δασμών, ιδίως στον χάλυβα και το αλουμίνιο, ανακύπτει ένα νέο ερώτημα: θα μπορούσε ποτέ η ΕΕ να αποχωρήσει;

1. Ναι, μπορεί να αποχωρήσει

Ο βασικός λόγος για τον οποίο η ΕΕ θα μπορούσε να δελεαστεί να κάνει μια κίνηση τύπου Κάρνεϊ είναι η αποφασιστικότητά της να προστατεύσει το δικαίωμά της να θεσπίζει και να εφαρμόζει κανόνες εντός της δικαιοδοσίας της, κάτι που οι Βρυξέλλες θεωρούν απόλυτη κόκκινη γραμμή.

Οι Ευρωπαίοι θεωρούν ότι έχουν κάνει υπεραρκετές παραχωρήσεις για να κατευνάσουν τον Τραμπ, με πιο χαρακτηριστική έναν δασμό 15% στα ευρωπαϊκά προϊόντα, και αρνούνται να υποχωρήσουν περισσότερο. Η τροποποίηση της νομοθεσίας σύμφωνα με τις ορέξεις της Ουάσινγκτον θα ισοδυναμούσε με συνθηκολόγηση.

Διπλωμάτες της ΕΕ επισημαίνουν ότι η υπαναχώρηση του Τραμπ από την αποτυχημένη προσπάθεια για τη Γροιλανδία και η απόφασή του να εξαπολύσει μονομερώς πόλεμο κατά του Ιράν, αναστατώνοντας τις αγορές ενέργειας, έχουν ενισχύσει τη συλλογική βούληση να αντισταθούν.

Ένας ακόμη λόγος που θα μπορούσε να ενθαρρύνει την ΕΕ να αποχωρήσει είναι το τεράστιο μέγεθός της ως δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο. Το ΑΕΠ του μπλοκ των 27 ανέρχεται σε 18,8 τρισ. ευρώ, έναντι 2,32 τρισ. δολαρίων (1,99 τρισ. ευρώ) του Καναδά, καθιστώντας την σχεδόν δέκα φορές μεγαλύτερη.

Πέρσι, το εμπόριο ΕΕ–ΗΠΑ (αγαθά και υπηρεσίες) έφτασε τα 1,77 τρισ. ευρώ, δηλαδή το διπλάσιο των 872,3 δισ. δολαρίων (748 δισ. ευρώ) στο εμπόριο Καναδά–ΗΠΑ. Τόσο ο Καναδάς όσο και η ΕΕ εμφανίζουν διαχρονικό πλεόνασμα στα αγαθά και έλλειμμα στις υπηρεσίες έναντι των ΗΠΑ.

Εκεί που αλλάζει η εικόνα είναι η εξάρτηση. Λόγω της γεωγραφικής του θέσης, ο Καναδάς βασίζεται δομικά στην αμερικανική αγορά: εξάγει περίπου το 75% των προϊόντων του στις ΗΠΑ. Για την ΕΕ, της οποίας οι εμπορικοί δεσμοί είναι πολύ πιο διαφοροποιημένοι, το ποσοστό πέφτει στο 21%.

Αυτό, θεωρητικά, δίνει στην ΕΕ μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ και ισχυρότερο μαξιλάρι για να αντέξει έναν εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ, αν θεωρήσει κάποτε αναγκαίο να ακολουθήσει αυτή τη διαδρομή.

Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και Μαρκ Κάρνεϊ.
Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και Μαρκ Κάρνεϊ. aurore martignoni/CCE

Κατά τις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της συμφωνίας του Τέρνμπερι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνέταξε έναν κατάλογο αμερικανικών προϊόντων αξίας 93 δισ. ευρώ, τα οποία θα στοχοποιούνταν σε μια υποθετική κίνηση «οφθαλμόν αντί οφθαλμού». Ο κατάλογος, που παραμένει σε ισχύ, θα αποτελούσε την πρώτη γραμμή άμυνας.

Αξιωματούχοι της ΕΕ έχουν επίσης θέσει στο τραπέζι το ενδεχόμενο ενεργοποίησης του Μέσου κατά του εξαναγκασμού (ACI), το οποίο επιτρέπει αντίμετρα πέρα από τους παραδοσιακούς δασμούς, όπως ο αποκλεισμός ξένων εταιριών από δημόσιους διαγωνισμούς ή η μερική αναστολή της προστασίας δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Το μέσο απέκτησε νέα σημασία όταν ο Τραμπ ενέτεινε τις απειλές του κατά της Γροιλανδίας και κατά των πράσινων και ψηφιακών κανονισμών του μπλοκ. Και οι δύο περιπτώσεις θεωρήθηκαν κλασικά παραδείγματα εξαναγκασμού για πολιτικούς σκοπούς.

«Αν η Ουάσινγκτον προχωρήσει σε νέους δασμούς λόγω των ευρωπαϊκών ψηφιακών φόρων ή κανονισμών, αυτό θα επαναφέρει ουσιαστικά το Τέρνμπερι και θα φέρει την Ευρώπη σε αντίστοιχη θέση με τον Καναδά. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα μπορούσαν κάλλιστα να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει σταθερή συμφωνία για να διασωθεί και ότι η αποχώρηση είναι η καλύτερη τακτική κίνηση», δήλωσε στο Euronews ο Τόμπιας Γκέερκε, ανώτερος ερευνητής πολιτικής στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων.

Ωστόσο, η αντίδραση δεν θα διαμορφωνόταν μόνο από τις ΗΠΑ αλλά και από την Κίνα, σημείωσε ο Γκέερκε. Οι εμπορικές εντάσεις μεταξύ ΕΕ και Κίνας έχουν εκτοξευθεί ενόψει μιας προθεσμίας τον Οκτώβριο.

«Στην Ευρώπη κερδίζει έδαφος η άποψη ότι η Κίνα αποτελεί την πιο συστημική πρόκληση για την οικονομική ασφάλεια και λίγοι θέλουν να δώσουν ταυτόχρονους εμπορικούς πολέμους με την Ουάσινγκτον και το Πεκίνο», είπε. «Αν η κυβέρνηση Τραμπ πιέσει την Ευρώπη ακριβώς τη στιγμή που οι Βρυξέλλες επιχειρούν να διαχειριστούν μια αντιπαράθεση με την Κίνα, η Ουάσινγκτον μπορεί να υπολογίσει ότι η Ευρώπη έχει περιορισμένες δυνατότητες κλιμάκωσης.»

2. Όχι, δεν μπορεί να αποχωρήσει

Παρότι η ΕΕ διαθέτει ισχυρά επιχειρήματα και εργαλεία για να αποχωρήσει, κάθε άλλο παρά βέβαιο είναι ότι θα μπορούσε να επιδείξει το θάρρος του Κάρνεϊ για να το κάνει.

Από τότε που ο Τραμπ ανακοίνωσε τους σαρωτικούς δασμούς του, τα 27 κράτη μέλη έσπευσαν να συσπειρωθούν πίσω από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία διαπραγματεύεται εκ μέρους τους.

Ορισμένα, μεταξύ των οποίων η Γαλλία, η Ισπανία και οι σκανδιναβικές χώρες, κάλεσαν τις Βρυξέλλες να κρατήσουν σκληρή στάση και να απαντήσουν στους άδικους όρους. Άλλα, όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Ιρλανδία, πίεσαν δημόσια για έναν συμβιβασμό, με οποιοδήποτε κόστος, ώστε να αποφευχθεί μια καταστροφική ολομέτωπη σύγκρουση.

Η πολυφωνία και τα αντικρουόμενα εθνικά συμφέροντα έδεσαν τα χέρια της Επιτροπής και οδήγησαν τελικά σε μια συμφωνία που δεν ικανοποίησε κανέναν. Η ΕΕ εξακολουθεί να στερείται κοινής στρατηγικής για τη διαχείριση του Τραμπ, μια αδυναμία που ο Λευκός Οίκος έχει επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί.

Παρότι οι αμερικανικές απειλές σε κομβικά ζητήματα όπως η Γροιλανδία έχουν πράγματι φέρει πιο κοντά τα κράτη μέλη της ΕΕ και ακόμη και ιδεολογικά συγγενείς ηγέτες, όπως η Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία, έχουν συγκρουστεί με τον Αμερικανό πρόεδρο, το γεγονός ότι το Μέσο κατά του εξαναγκασμού δεν έχει ενεργοποιηθεί ποτέ δείχνει πόσο δύσκολο είναι για τα κράτη μέλη να καταλήξουν σε συναίνεση και να αποδεχθούν τον οικονομικό πόνο που θα έφερνε μια ολομέτωπη σύγκρουση με την Ουάσινγκτον.

Αντιθέτως, ο Κάρνεϊ κατάφερε να συσπειρώσει τον Καναδά γύρω του.

Μετά την κατάρρευση των συνομιλιών, οι επαρχίες του Καναδά έσπευσαν να στηρίξουν τον Κάρνεϊ. Ο πρωθυπουργός του Οντάριο, Νταγκ Φορντ, του οποίου ο βιομηχανικός τομέας αναμένεται να πληγεί από τη σύγκρουση, εξέφρασε «πλήρη στήριξη σε μια ισχυρή απάντηση – δασμός για δασμό, δολάριο για δολάριο».

Μια νέα δημοσκόπηση (πηγή στα Αγγλικά)δείχνει ότι το 76% των Καναδών πιστεύει πως ο Κάρνεϊ πήρε τη σωστή απόφαση.

Για τον Καναδό πρωθυπουργό, η σύγκρουση με τον Τραμπ έχει πολιτική λογική, καθώς αξιοποιεί την ευρέως διαδεδομένη αντιπάθεια που τρέφουν οι Καναδοί για τον Αμερικανό πρόεδρο, ο οποίος έχει επανειλημμένα αφήσει να εννοηθεί ότι θα ήθελε να κάνει τον Καναδά την 51η πολιτεία των ΗΠΑ.

Ντόναλντ Τραμπ.
Ντόναλντ Τραμπ. Copyright 2026 The Associated Press. All rights reserved.

Υπάρχει και ένας ακόμη κομβικός παράγοντας που θα μπορούσε να κάνει την ΕΕ να το ξανασκεφτεί: η Ουκρανία.

Οι Βρυξέλλες έχουν αναγνωρίσει ότι η εμπορική συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ υπαγορεύτηκε εν μέρει από την επιθυμία να παραμείνει ο Τραμπ ενεργά εμπλεκόμενος στις προσπάθειες για τερματισμό του πολέμου της Ρωσίας. Η στάση του Αμερικανού προέδρου απέναντι στη σύγκρουση έχει μεταβληθεί δραματικά, τροφοδοτώντας την ανησυχία των Ευρωπαίων, οι οποίοι γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών ούτε τα αμερικανικής κατασκευής συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας.

«Δεν πρόκειται μόνο για το εμπόριο. Πρόκειται για την ασφάλεια. Πρόκειται για την Ουκρανία. Πρόκειται για τη σημερινή γεωπολιτική αστάθεια», δήλωσε πέρσι ο Ευρωπαίος επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς. «Πιστεύω ότι από εδώ και πέρα μπορούμε να πάμε μόνο προς το καλύτερο.»

Αν και ο Καναδάς είναι σταθερός υποστηρικτής της Ουκρανίας, ο ρόλος του στη σύγκρουση είναι περιορισμένος.

Αντίθετα, μια ευρωπαϊκή αποχώρηση θα μπορούσε να προσφέρει στον Τραμπ ένα βολικό πρόσχημα για αντίποινα, αποσύροντας πλήρως την εμπλοκή του στην Ουκρανία. (Ορισμένοι αξιωματούχοι και διπλωμάτες στις Βρυξέλλες πιστεύουν ότι, στην πράξη, ο Τραμπ το έχει ήδη κάνει.)

«Η συμφωνία του Τέρνμπερι δεν είναι μια εξαιρετική συμφωνία. Δεν είναι ισορροπημένη συμφωνία. Όμως δεν υπονοεί κανέναν συμβιβασμό όσον αφορά την κυριαρχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν υπάρχει στοιχείο που να υπονομεύει την ικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ρυθμίζει τα ψηφιακά θέματα, το κλίμα κ.λπ.», δήλωσε στο Euronews ο Ινάθιο Γκαρσία Μπερθέρο, ανώτερος ερευνητής στο Bruegel.

Τα αντίμετρα είναι επίσης πιο περίπλοκα για την ΕΕ απ’ ό,τι για τον Καναδά, πρόσθεσε.

«Ο Καναδάς είναι ομοσπονδιακό κράτος και μπορεί να επιβάλει αντίμετρα χωρίς να εξασφαλίσει την έγκριση των επαρχιών του», είπε ο Γκαρσία Μπερθέρο. «Η ΕΕ δεν είναι ομοσπονδιακό κράτος, πράγμα που σημαίνει ότι τα αντίμετρα απαιτούν ειδική πλειοψηφία των κρατών μελών. Μέχρι στιγμής, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δείχνουν μικρή διάθεση – ή ανοχή – για έναν εμπορικό πόλεμο αλά Καναδάς.»

Μετάβαση στις συντομεύσεις προσβασιμότητας
Μοιραστείτε το Σχόλια Ακολουθήστε τo Euronews στο Google

Σχετικές ειδήσεις

Μάρκ Κάρνεϊ: Οι δασμοί των ΗΠΑ «στοχεύουν να μας βλάψουν και να μας διχάσουν»

Κλιμακώνεται η εμπορική σύγκρουση Καναδά – ΗΠΑ – Ανταποδοτικούς δασμούς επιβάλλει ο Κάρνεϊ

Ισπανία: Κρίσιμη περίοδος για τον Πέδρο Σάντσεθ με πολλά ανοιχτά μέτωπα