Τα παιδιά μπορούν να παρακάμπτουν τους ελέγχους ηλικίας μέσω επαναφοράς εργοστασιακών ρυθμίσεων, χρήσης εναλλακτικών app stores ή πρόσβασης στα social media από desktop υπολογιστές.
Καθώς στην Ευρώπη συνεχίζεται η συζήτηση για το αν πρέπει να περιοριστεί η πρόσβαση των ανηλίκων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι τεχνολογικοί κολοσσοί καταθέτουν τη δική τους πρόταση: να αναλάβουν τον έλεγχο τα app stores.
Η Meta υποστηρίζει ότι οι γονείς θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εγκρίνουν ή να απορρίπτουν τα αιτήματα των παιδιών τους για το «κατέβασμα» εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης και ότι στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να γίνεται και επαλήθευση της ηλικίας τους.
Κατά την άποψη (πηγή στα Αγγλικά) της Snap Inc., η επαλήθευση μέσω των app stores θα παρείχε «πιο συνεπείς ενδείξεις ηλικίας» από τη συσκευή, βοηθώντας ώστε να μένουν οι ανήλικοι μακριά από εφαρμογές που δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιούν.
Ωστόσο, μόνο του αυτό το μέτρο δεν αρκεί για να διαμορφωθεί ένα πιο ασφαλές διαδικτυακό περιβάλλον, όπως σημειώνουν ειδικοί που μίλησαν στο Euronews Next.
«Η γονική επιτήρηση … δημιουργεί την εντύπωση ότι έχεις τον έλεγχο, αλλά δεν αντιμετωπίζει τα συστημικά προβλήματα, τα εθιστικά χαρακτηριστικά», δήλωσε ο Σιμεόν Ντεμπρουέρ, σύμβουλος πολιτικής στην οργάνωση European Digital Rights.
Τα όρια του ελέγχου μέσω app store
Παρότι υπάρχουν πολλά app stores, δύο κυριαρχούν στην παγκόσμια αγορά: το App Store της Apple και το Play Store της Google. Και τα δύο προσφέρουν ήδη εργαλεία γονικού ελέγχου.
Η λειτουργία «Ask to Buy» της Apple ειδοποιεί τον γονέα όταν ένα παιδί επιχειρεί να κατεβάσει ή να αγοράσει μια εφαρμογή, επιτρέποντάς του να εγκρίνει ή να απορρίψει το αίτημα. Οι γονείς μπορούν επίσης να ρυθμίσουν τον λογαριασμό παιδιού τους με τρόπο τέτοιο ώστε να ενεργοποιούνται οι ενσωματωμένες προστασίες ή να θέσουν περιορισμούς περιεχομένου ανά ηλικία, ώστε εφαρμογές για ενήλικες ή 13+ να μην εμφανίζονται καθόλου.
Το Family Link (πηγή στα Αγγλικά) της Google επιτρέπει στους γονείς να ορίζουν όρια στον χρόνο που περνουν τα παιδιά μπροστά στην οθόνη, να θέτουν φίλτρα περιεχομένου στις μηχανές αναζήτησης και στο YouTube, καθώς και να παρακολουθούν την τοποθεσία του παιδιού τους μέσω του τηλεφώνου τους.
Όμως, σε αυτό το μοντέλο, η γονική αρμοδιότητα ουσιαστικά σταματά στο κουμπί της λήψης, σημειώνει ο Σερζ Έγκελμαν, διευθυντής ερευνών στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεϊ.
«Μόλις εγκριθεί η λήψη της εφαρμογής, τότε πολλά από τα εργαλεία γονικού ελέγχου παύουν να ισχύουν … δεν υπάρχουν πολλοί τρόποι να ελέγξεις τι συμβαίνει μέσα στην εφαρμογή», είπε.
Πρόσθεσε ότι οι γονείς μπορεί να μην ξέρουν πώς να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά αυτά τα εργαλεία και ενδεχομένως να εγκρίνουν κατά λάθος εφαρμογές που δεν θα έπρεπε.
Οι περιορισμοί μέσω app stores ασκούν επίσης πίεση στους γονείς, οι οποίοι συχνά βασίζονται στα παιδιά τους για ζητήματα τεχνολογίας, σύμφωνα με την Εκατερίνα Χέρτογκ, αναπληρώτρια καθηγήτρια τεχνητής νοημοσύνης στο Oxford Internet Institute.
«Αυτοί οι περιορισμοί πρέπει να λειτουργούν για οικογένειες σε διαφορετικές συνθήκες, για γονείς που είναι περισσότερο ή λιγότερο διαθέσιμοι για τα παιδιά τους και αισθάνονται περισσότερο ή λιγότερο άνετα στο διαδίκτυο», είπε.
«Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες»
Τα παιδιά μπορούν να βρουν τους δικούς τους τρόπους παράκαμψης, όπως να εγκρίνουν ένα αίτημα λήψης απευθείας από το τηλέφωνο του γονιού χωρίς άδεια ή να παρακάμψουν πλήρως τους ελέγχους.
«Ο πιο γνωστός είναι απλώς να γίνει επαναφορά του τηλεφώνου στις εργοστασιακές ρυθμίσεις», εξήγησε ο Ντεμπρουέρ.
«Απλώς κρατάς πατημένο για ώρα το κουμπί… και όταν ξαναεμφανιστεί η οθόνη αρχικών ρυθμίσεων, ρυθμίζεις το τηλέφωνο χωρίς γονικό έλεγχο».
Τα πιο εξοικειωμένα με την τεχνολογία παιδιά μπορούν να προχωρήσουν ακόμη παραπέρα, εγκαθιστώντας μετά την επαναφορά ένα διαφορετικό λειτουργικό σύστημα (OS), που δεν βασίζεται στο λογισμικό της Apple ή της Google, πρόσθεσε ο Ντεμπρουέρ. Αυτό θα τους έδινε ευκολότερη πρόσβαση σε εναλλακτικά app stores όπως το F-Droid, το οποίο φιλοξενεί δωρεάν και ανοικτού κώδικα εφαρμογές.
«Θεωρητικά, το παιδί θα μπορούσε να εγκαταστήσει [την εφαρμογή που θέλει] από ένα άλλο κατάστημα», είπε ο Ντεμπρουέρ. «Αυτά τα εναλλακτικά λειτουργικά δεν είναι επικίνδυνα ή κακά, είναι φυσιολογικά, αλλά δεν χρειάζεται καν να βασιστείς σε αυτά αν θέλεις να παρακάμψεις τους γονικούς ελέγχους».
Οι περιορισμοί ηλικίας στα app stores επίσης δεν απαντούν στο ερώτημα αν τα παιδιά μπορούν να μπαίνουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από σταθερούς υπολογιστές (desktop).
Για να διαπιστωθεί αν οι περιορισμοί ηλικίας μέσω των app stores θα ήταν αποτελεσματικοί, «ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες», σημείωσε η Χέρτογκ.
«Δεν έχουμε μιλήσει για το πώς θα γίνεται η επαλήθευση ηλικίας, αν θα είναι μέσω εικόνων ή με σκανάρισμα του προσώπου για να αποδείξει κάποιος ότι είναι πάνω από μια συγκεκριμένη ηλικία», είπε, επισημαίνοντας ότι τα παιδιά θα μπορούσαν να δημιουργούν ψεύτικες εικόνες για να παρακάμπτουν τους περιορισμούς.
Μπορεί να εφαρμοστεί στην Ευρώπη;
Πολλές πολιτείες των ΗΠΑ, όπως η Γιούτα (πηγή στα Αγγλικά), η Λουιζιάνα (πηγή στα Αγγλικά), η Καλιφόρνια και το Τέξας (πηγή στα Αγγλικά), έχουν εγκρίνει ή εξετάζουν νόμους «λογοδοσίας των app stores», που θα υποχρεώνουν τα καταστήματα εφαρμογών να ελέγχουν την ηλικία των χρηστών κάτω των 18 ετών. Ο νόμος στο Τέξας μπλοκαρίστηκε από ομοσπονδιακό δικαστή λόγω ανησυχιών για την ελευθερία του λόγου.
Ένα ομοσπονδιακό νομοσχέδιο με την ονομασία App Store Accountability Act, που θα μπορούσε να υποχρεώσει τους παρόχους app stores να επαληθεύουν την ηλικία των χρηστών κατά το άνοιγμα λογαριασμού, εξετάζεται από επιτροπή της Γερουσίας των ΗΠΑ.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο, οι ρυθμιστικές αρχές δεν διαθέτουν τη νομική βάση για να ρυθμίσουν άμεσα τα app stores, ανέφερε ο Ντεμπρουέρ. Πριν από το τέλος του 2026 αναμένεται να τεθεί σε ισχύ η Πράξη για την Ψηφιακή Δικαιοσύνη (Digital Fairness Act, DFA) της ΕΕ, η οποία υποτίθεται ότι θα «ενισχύσει το επίπεδο προστασίας των καταναλωτών στο διαδίκτυο» αντιμετωπίζοντας επιβλαβή στοιχεία σχεδιασμού στις ψηφιακές πλατφόρμες.
Ο Ντεμπρουέρ σημείωσε ότι οι ρυθμιστικές αρχές θα μπορούσαν να εφαρμόσουν αυστηρά την επερχόμενη DFA και την ήδη ισχύουσα νομοθεσία, όπως ο Νόμος για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Digital Services Act, DSA), το πλαίσιο κανόνων για τις διαδικτυακές υπηρεσίες, ώστε να περιορίσουν τους κινδύνους χωρίς να καταφεύγουν σε καθολικές απαγορεύσεις ή περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα παιδιά.
Πρόσθεσε ότι οι κυβερνήσεις πρέπει επίσης να επαναπροσδιορίσουν τι θεωρούν επιτυχία, μετατοπίζοντας το βάρος από τον αριθμό των παιδιών που αποκλείονται από αυτές τις πλατφόρμες στο πώς θα βελτιωθούν οι ίδιες οι πλατφόρμες για όλους.
«Το να απαγορεύουμε στα παιδιά την πρόσβαση σε αυτούς τους χώρους, αντί να τους κάνουμε ασφαλείς για τα παιδιά και για όλους τους υπόλοιπους, σημαίνει ουσιαστικά ότι απαλλάσσουμε τις πλατφόρμες από την ευθύνη για τη ζημιά που προκαλούν», κατέληξε.