Ρεπορτάζ του Γαλλικού πρακτορείου ειδήσεων στον πύργο ελέγχου της Αθήνας
Στις οθόνες του Κέντρου Ελέγχου στην Αθήνα, τα σύμβολα που αντιστοιχούν σε αεροσκάφη σχηματίζουν ένα ολοένα πυκνότερο δίκτυο. Στην κορύφωση της θερινής περιόδου, οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας καλούνται να διαχειριστούν χιλιάδες πτήσεις, σε έναν ελληνικό ουρανό που μοιάζει να έχει φτάσει στα όρια της χωρητικότητάς του.
Η Όλγα Τόκη, αντιπρόεδρος της Ένωσης Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας Ελλάδας, περιγράφει μια εικόνα ασφυκτικής πίεσης: η κίνηση είναι τόσο μεγάλη, όπως λέει, ώστε σε ορισμένες περιόδους να είναι δύσκολο να βρεθεί επιπλέον διαθέσιμος χώρος για νέα αεροσκάφη.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν το μέγεθος της επιβάρυνσης. Σύμφωνα με την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, κατά τους μήνες χαμηλής ζήτησης τα ελληνικά αεροδρόμια εξυπηρετούν συνήθως περίπου 1.000 έως 1.500 πτήσεις ημερησίως. Την πρώτη εβδομάδα του Ιουλίου, ωστόσο, ο ημερήσιος μέσος όρος εκτοξεύθηκε στις 2.700 πτήσεις.
Ανάλογη είναι η εικόνα στην ευρύτερη περιοχή. Η Eurocontrol υπολογίζει ότι η εναέρια κυκλοφορία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, όπου περιλαμβάνεται και ο ελληνικός εναέριος χώρος, βρίσκεται περίπου 40% υψηλότερα σε σχέση με το 2019.
Η αύξηση συμβαδίζει με τη θεαματική ανάκαμψη του ελληνικού τουρισμού. Οι αφίξεις επισκεπτών έφθασαν πέρυσι τα 38 εκατομμύρια, ξεπερνώντας κατά 23% ακόμη και το προηγούμενο ρεκόρ του 2019, σε μια χώρα με πληθυσμό περίπου 10 εκατομμυρίων.
Η βλάβη που αποκάλυψε τις αδυναμίες
Η πίεση στο σύστημα, πάντως, είχε γίνει εμφανής πολύ πριν από την κορύφωση της θερινής περιόδου. Στις 4 Ιανουαρίου, σοβαρή δυσλειτουργία στο σύστημα επικοινωνιών μεταξύ ελεγκτών και αεροσκαφών ανέδειξε με ιδιαίτερα έντονο τρόπο τις αδυναμίες των υφιστάμενων υποδομών.
Οι ελεγκτές εξακολουθούσαν να βλέπουν τις πτήσεις στα ραντάρ, όμως δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν φωνητικά με τους πιλότους. Οι αρχές αναγκάστηκαν να κλείσουν για ώρες τον ελληνικό εναέριο χώρο, με αποτέλεσμα ακυρώσεις πτήσεων και εκτροπές αεροσκαφών προς γειτονικές χώρες.
Το περιστατικό επιτάχυνε την εξαγγελία ενός εκτεταμένου προγράμματος εκσυγχρονισμού, προϋπολογισμού περίπου 300 εκατ. ευρώ. Μεταξύ άλλων προβλέπεται η εγκατάσταση νέων ψηφιακών συστημάτων επικοινωνίας και η αντικατάσταση παλαιωμένου εξοπλισμού ραντάρ.
Η τοποθέτηση των νέων συστημάτων άρχισε στα μέσα Αυγούστου, ενώ ο συνολικός σχεδιασμός προβλέπει την ολοκλήρωση των παρεμβάσεων έως το 2028.
Παράλληλα, η Ελλάδα βρίσκεται υπό πίεση και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσέφυγε πέρυσι στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποστηρίζοντας ότι η χώρα δεν είχε προσαρμόσει εγκαίρως τις διαδικασίες αεροναυτιλίας της στο διεθνές πρότυπο Performance-Based Navigation (PBN).
Μεγάλη κίνηση, περιορισμένο προσωπικό
Μέσα στην αίθουσα ελέγχου, ο ελληνικός εναέριος χώρος χωρίζεται σε δέκα τομείς. Την ευθύνη κάθε τομέα έχει ένας ελεγκτής, με τη συνδρομή βοηθού. Το καλοκαίρι, όμως, η αυξημένη κίνηση συναντά ένα ακόμη χρόνιο πρόβλημα: την έλλειψη προσωπικού.
Ο επόπτης βάρδιας Γιώργος Σταμουλακάτος εκτιμά ότι οι σημερινοί 154 ελεγκτές απέχουν σημαντικά από τις πραγματικές ανάγκες της υπηρεσίας, οι οποίες, σύμφωνα με τον ίδιο, προσεγγίζουν τους 250.
Οι προσλήψεις έχουν επιταχυνθεί, με 92 νέους ελεγκτές το 2025 και άλλους 77 το 2026. Η ενίσχυση, ωστόσο, δεν μπορεί να αποδώσει άμεσα, καθώς απαιτούνται περίπου πέντε χρόνια εκπαίδευσης μέχρι ένας νέος ελεγκτής να αποκτήσει την απαιτούμενη επιχειρησιακή εμπειρία.
Διπλάσια αεροσκάφη μέσα σε μία ώρα
Η Αρετή Αναστοπούλου εργάζεται στον έλεγχο εναέριας κυκλοφορίας για περισσότερες από τρεις δεκαετίες. Ένα από τα καθήκοντά της είναι να οργανώνει τη διαδοχή των αεροσκαφών που προσεγγίζουν για προσγείωση, εξασφαλίζοντας τις απαραίτητες αποστάσεις μεταξύ τους.
Υπό κανονικές συνθήκες, εξηγεί, ένας ελεγκτής μπορεί να διαχειρίζεται περίπου 20 αεροσκάφη μέσα σε μία ώρα. Στις περιόδους αιχμής, όμως, ο αριθμός μπορεί να φθάσει τα 40, δημιουργώντας αναπόφευκτα καθυστερήσεις και πρόσθετη πίεση.
Σε μία χαρακτηριστική περίπτωση, 33 αεροσκάφη προσγειώθηκαν μέσα σε μόλις μία ώρα, ενώ το προβλεπόμενο ανώτατο επίπεδο είναι 28. Η ίδια αναφέρει ότι έχει χρειαστεί επανειλημμένα να ζητήσει από πληρώματα να μειώσουν ταχύτητα ή να αλλάξουν πορεία, ώστε να διατηρηθούν οι απαιτούμενες αποστάσεις ασφαλείας.
Όπως σημειώνει, οι ελεγκτές καταβάλλουν μια εξαιρετικά απαιτητική προσπάθεια προκειμένου να διατηρηθεί η ασφάλεια σε ένα περιβάλλον όπου τα περιθώρια γίνονται ολοένα στενότερα.
Πρόσθετη πίεση από τη Μέση Ανατολή
Στην ήδη επιβαρυμένη κατάσταση έχει προστεθεί και η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με τη Eurocontrol, περίπου 300 επιπλέον πτήσεις διέρχονται πλέον καθημερινά από τον ελληνικό εναέριο χώρο, αριθμός που αντιστοιχεί σχεδόν στο 6% της συνολικής ημερήσιας κυκλοφορίας.
Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας δημιουργεί πρόσθετες απαιτήσεις. Όπως επισημαίνει η Όλγα Τόκη, πέρα από τις εμπορικές πτήσεις οι αρμόδιες υπηρεσίες παρακολουθούν επίσης δραστηριότητες τουρκικών αεροσκαφών και μη επανδρωμένων συστημάτων, αυξάνοντας περαιτέρω τον φόρτο εργασίας.
Οι καθυστερήσεις γίνονται αισθητές και στους επιβάτες
Οι συνέπειες φτάνουν, αναπόφευκτα, μέχρι τις αίθουσες αφίξεων.
Ο Χοσέ Λόπεζ, ο οποίος έφθασε πρόσφατα στην Αθήνα από τη Βαρκελώνη με καθυστέρηση περίπου μισής ώρας, αντιμετώπισε το περιστατικό χωρίς ιδιαίτερη έκπληξη. Για τα μέσα Αυγούστου, είπε, μια τέτοια καθυστέρηση δεν θεωρείται ασυνήθιστη, ενώ στο παρελθόν έχει βρεθεί αντιμέτωπος με πολύ μεγαλύτερες αναμονές.
Λιγότερο συγκαταβατικός εμφανίζεται ο Χρήστος, εργαζόμενος σε μεγάλο ξενοδοχείο της Αθήνας. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι καθυστερήσεις είναι συχνότερες σε σχέση με πέρυσι, ενώ έχει χρειαστεί να περιμένει ακόμη και επτά ώρες για την άφιξη πελατών από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Για τους ελεγκτές, το ζήτημα δεν είναι η ανάπτυξη του τουρισμού αυτή καθαυτή, αλλά κατά πόσο οι υποδομές μπορούν να ακολουθήσουν τον ρυθμό της. Όπως συνοψίζει η Αναστοπούλου, ο τουρισμός αποτελεί κρίσιμο πλεονέκτημα για την ελληνική οικονομία — όμως η συνεχής αύξηση των πτήσεων δεν μπορεί να στηριχθεί χωρίς αντίστοιχες επενδύσεις σε ανθρώπινο δυναμικό, τεχνολογία και υποδομές.