Έκτακτη είδηση

Μπόκο Χαράμ: Η ιδεολογία, η δράση και η διεθνής αντίδραση

Μπόκο Χαράμ: Η ιδεολογία, η δράση και η διεθνής αντίδραση
Euronews logo
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

«Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτό το έθνος έχει υποφέρει πολύ στο πρόσφατο παρελθόν και κάθε εξουσία υπέστη ακραίες δοκιμασίες από κρίσεις, η μεγαλύτερη εκ των οποίων είναι η τρομοκρατική δράση της Μπόκο Χαράμ. Αναμφίβολα η αντιμετώπισή της είναι μια σκληρή και δύσκολη δουλειά, όμως σας διαβεβαιώ ότι η Μπόκο Χαράμ σύντομα θα λάβει γνώση της δύναμης της συλλογικής μας βούλησης και της δέσμευσής μας να ανυψώσουμε αυτό το έθνος ακόμη πιο ψηλά».

Η παραπάνω αποστροφή αποτελεί απόσπασμα της πρώτης ομιλίας του νεοεκλεγέντος προέδρου της Νιγηρίας Μαχαμαντού Μπουχαρί. Ο Μπουχαρί ήξερε πολύ καλά τι έλεγε, όταν έβαζε με τον τρόπο αυτό την αντιμετώπιση της Μπόκο Χαράμ ως πρώτο θέμα της ατζέντας του.

Η ιστορία

Για να καταλάβει κανείς από πού προήλθε η Μπόκο Χαράμ, θα πρέπει να αναδιφήσει στην ιστορία της δυτικής Αφρικής. Η ανάπτυξη της περιοχής ξεκίνησε, όταν τα εκεί βασίλεια πήραν υπό τον έλεγχό τους τις εμπορικές οδούς διακίνησης αγαθών και σκλάβων από το βορρά προς το νότο και αντίστροφα. Η αυτοκρατορία Μπορνού, η οποία ιδρύθηκε τον 8ο αιώνα κοντά στη λίμνη Τσαντ, άκμασε αντικαθιστώντας στο ρόλο αυτό το βασίλειο της Γκάνας μετά την καταστροφή του από τους Αλμοραβίδες το 1076. Επρόκειτο ουσιαστικά για ένα σουλτανάτο με μουσουλμανικό πληθυσμό, το οποίο άκμασε ιδιαίτερα τον 17ο αιώνα.

Το 1903, το σουλτανάτο του Μπορνού και το χαλιφάτο του Σοκότο κατελήφθησαν από τους Βρετανούς αποικιοκράτες, οι οποίοι επεχείρησαν μέσω της εκπαίδευσης να διαδώσουν τον χριστιανισμό, όχι μόνο στη συγκεκριμένη περιοχή, αλλά και σε ολόκληρη τη Νιγηρία, η οποία είχε ενταχθεί στη Βρετανική Αυτοκρατορία και ανεξαρτητοποιήθηκε το 1960.

Αυτό που επί της ουσίας έγινε ήταν η Νιγηρία να αποτελεί μεν ένα κράτος ενιαίο διοικητικά, αλλά διαιρεμένο κοινωνικά σε δύο κομμάτια: τον φτωχό μουσουλμανικό βορρά και τον πλούσιο χριστιανικό νότο. Από το 1966 μέχρι και το 1999 και με εξαίρεση ένα μικρό διάστημα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές εκείνης του ’80, η Νιγηρία κυβερνιόταν με στρατιωτικές δικτατορίες, γεγονός που συνέβαλε στην κλιμάκωση των κοινωνικών και θρησκευτικών εντάσεων. Η αποκορύφωση ήρθε στη δεκαετία του ’80 στο Κάνο, τη μεγαλύτερη πόλη του βορρά, όπου οι φανατικοί ισλαμιστές της οργάνωσης Γιαν Τατσίν πρωτοστάτησαν σε διαδηλώσεις, οι οποίες κατεστάλησαν μεν από τις κρατικές δυνάμεις ασφαλείας, αλλά με πολύ βαρύ φόρο αίματος. Τουλάχιστον 4.000 άτομα σκοτώθηκαν τότε, με κάποιες αναφορές να ανεβάζουν τον απολογισμό σε 10.000.

Το μέγεθος του κοινωνικού χάσματος μεταξύ βορρά και νότου δημιούργησε εύφορο έδαφος στο βόρειο κομμάτι της Νιγηρίας για τα κηρύγματα φανατικών ισλαμιστών, ενώ μετά την ανεξαρτητοποίηση της χώρας δεν ήταν λίγες οι φωνές με επιρροή που εξέφραζαν έντονη αντίθεση στη δυτική εκπαίδευση των Βρετανών αποικιοκρατών.

Κοινωνικό υπόβαθρο

Η Νιγηρία αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα γι’ αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «παράδοξο της αφθονίας». Αν και πρόκειται για την έβδομη σε παραγωγή πετρελαίου χώρα στον κόσμο, πάνω από το 30% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας.

Τα κύρια εξαγώγιμα προϊόντα της χώρας είναι το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, πόροι που επέτρεψαν στη Νιγηρία να αυξήσει κατακόρυφα τις εμπορικές της δραστηριότητες και φυσικά τα έσοδά της. Το 80% αυτών των εσόδων πηγαίνουν για τις ανάγκες της κυβέρνησης, το 16% για την κάλυψη του λειτουργικού κόστους και το 4% στους επενδυτές. Όμως, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας, η ενδημική διαφθορά έχει ως αποτέλεσμα από το 80% των εσόδων μέσω της ενέργειας να επωφελείται μόλις το 1% του πληθυσμού.

Επιπλέον, η συμφωνία του 2005 με τη Λέσχη του Παρισιού, η οποία προέβλεπε τη διαγραφή του διμερούς εξωτερικού χρέους της με αντάλλαγμα μερίδιο στα ενεργειακά έσοδα της χώρας, δέσμευσε ακόμη ένα μέρος αυτών των προσόδων.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η Νιγηρία, η πιο πολυπληθής χώρα της Αφρικής βασίζεται στον ενεργειακό τομέα περισσότερο από όσο πρέπει, αφήνοντας σε ανεπαρκή κατάσταση τις υποδομές που δεν σχετίζονται με την παραγωγή ενέργειας και χωρίς να αξιοποιεί το πλούσιο ανθρώπινο κεφάλαιό της, το οποίο σχεδόν κατά το ήμισυ αποτελείται από νέους ηλικίας το πολύ 14 ετών.

Εξάλλου, όταν μιλάμε για τη Νιγηρία θα πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν ότι μιλάμε για μία χώρα με πάνω από 250 εθνοτικές ομάδες και 512 (!) γλώσσες. Επίσημη γλώσσα της χώρας είναι βέβαια τα αγγλικά, απότοκο της αποικιοκρατίας, ενώ μεγάλο μέρος του πληθυσμού μιλά και γαλλικά συνεπεία της επιρροής των όμορων χωρών, οι οποίες υιοθέτησαν τα γαλλικά – επίσης λόγω αποικιοκρατίας.

Η ίδρυση

Όλοι αυτοί οι παράγοντες ήταν που οδήγησαν σε ριζοσπαστικοποίηση τμήματα του πληθυσμού στη βόρεια Νιγηρία, τα οποία θεωρούσαν την ένοπλη αντίσταση στον πλούσιο χριστιανικό νότο ως το μόνο μέσο για να αποκομίσουν όσα θεωρούσαν πως τους στερούνταν.

Η οργάνωση ιδρύθηκε το 2002 από τον φανατικό μουσουλμάνο ιεροκήρυκα Μοχάμεντ Γιουσούφ στο Μαϊντουγκούρι, πρωτεύουσα της βορειοανατολικής επαρχίας Μπορνό. Η επίσημη ονομασία της είναι «Τζαμαάτου Αχλί ισ-Σούναχ λιντ-νταουάτι ουάλ-Τζιχάντ», δηλαδή «Λαός δεσμευμένος στη διάδοση της διδασκαλίας του Προφήτη και της τζιχάντ». Επίσης ονομάζεται και Γιουσιφίγια, από το όνομα του ιδρυτή της, ενώ διεθνώς έχει γίνει γνωστή ως «Μπόκο Χαράμ» που αποδίδεται ως «Η δυτική εκπαίδευση απαγορεύεται».

Η βάση της Μπόκο Χαράμ βρίσκεται στα εδάφη που κάποτε αποτελούσαν την αυτοκρατορία Μπορνού. Η οργάνωση ξεκίνησε ως μια σουνιτική σέχτα που υποστήριζε την επιβολή της σαρία και το 2009, επηρεασμένη από τις υπεσυντηρητικές θέσεις του Γουαχαμπισμού, μετεξελίχθηκε σε σαλαφιστική οργάνωση τζιχαντιστών.

Ουσιαστικά, η Μπόκο Χαράμ αντιτίθεται στον εκδυτικισμό της νιγηριανής κοινωνίας και τη συγκέντρωση του πλούτου της χώρα στα χέρια της κυρίως χριστιανικής ελίτ. Η οργάνωση αυτοχαρακτηρίστηκε αρχικά σύμμαχος της Αλ-Κάιντα, όμως πλέον δηλώνει την αφοσίωσή της στους σκοπούς των τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους.

Χρηματοδότηση

Μεγάλα ποσά για τις ανάγκες της οργάνωσης προέρχονται από λύτρα για την απελευθέρωση ομήρων, όπως έγινε τον Απρίλιο του 2013 στην περίπτωση της απαγωγής στο Καμερούν επταμελούς γαλλικής οικογένειας .

Η οργάνωση αντλεί επίσης πόρους από φίλα προσκείμενες κοινότητες , όμως αυτή η πηγή εσόδων δεν μπορεί παρά να είναι περιορισμένων δυνατοτήτων, σε μια χώρα με τόσο ακραία φτώχεια όπως η Νιγηρία – ειδικά όταν γίνεται λόγος για τον ακόμη πιο φτωχό βορρά.

Επίσης, μεγάλο κομμάτι των εσόδων της οργάνωσης θεωρείται πως προέρχεται από εισαγωγή και εμπορία ναρκωτικών στην Αφρική, αλλά και τη συμμετοχή στο λαθρεμπόριο χαυλιόδοντων.

Οι χειρότερες επιθέσεις

Το 2009 καταγράφεται ο πρώτος ξεσηκωμός της οργάνωσης, όταν η αστυνομία προχώρησε σε συλλήψεις μελών και κατάσχεση οπλισμού. Η κίνηση αυτή πυροδότησε ένα μπαράζ αντιποίνων υπό μορφή επιθέσεων, το οποίο με τη σειρά του προκάλεσε ευρεία επέμβαση στρατιωτικής δύναμης. Η σύρραξη της 30ής Ιουλίου άφησε πίσω της περίπου 700 νεκρούς – η πλειοψηφία μέλη της Μπόκο Χαράμ – και πολλά κατεστραμμένα δημόσια κτήρια.

Ο ιδρυτής και ηγέτης της οργάνωσης ήταν μεταξύ των συλληφθέντων. Ο Γιουσούφ σκοτώθηκε ενώ κρατείτο και, σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, επεχείρησε να αποδράσει, με τον υπαρχηγό του Αμπουμπακάρ Σεκάου να αναλαμβάνει την ηγεσία.

Υπό την ηγεσία του Σεκάου η οργάνωση ανασυντάχθηκε και κατάφερε σημαντικά πλήγματα με βομβιστικές επιθέσεις εναντίον αστυνομικών τμημάτων, στρατοπέδων, εγκαταστάσεων του ΟΗΕ και άμαχων πολιτών. Λάδι στη φωτιά της ήδη τεταμένης ατμόσφαιρας έριχναν και οι εθνοτικές διαμάχες κι ενώ η Μπόκο Χαράμ οργάνωνε αποδράσεις μελών της από φυλακές της χώρας και την επαναφορά τους στη δράση.

Το 2011 την προεδρία της Νιγηρίας ανέλαβε ο Γκούντλακ Τζόναθαν, ένας χριστιανός από τη Νότια Νιγηρία. Η Μπόκο Χαράμ φρόντισε να δώσει τα διαπιστευτήριά της, πραγματοποιώντας βομβιστικές επιθέσεις στην πρωτεύουσα Αμπούτζα και στις πόλεις Μπαούτσι και Ζαρία, μόλις λίγες ώρες μετά την ορκωμοσία του νέου προέδρου.

Συνολικά το 2011 η Μπόκο Χαράμ πραγματοποίησε 115 επιθέσεις, σκοτώνοντας 550 άτομα, οδηγώντας το 2012 τον Τζόναθαν στην κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης, κίνηση που μάλλον χειροτέρεψε την κατάσταση. Δύο ημέρες μετά, η Μπόκο Χαράμ κάλεσε τους νοτιονιγηριανούς που έμεναν σε βόρειες περιοχές να τις εγκαταλείψουν μέσα σε τρία εικοσιτετράωρα. Μόνο στις 20 Ιανουαρίου, από επιθέσεις της Μπόκο Χαράμ, είτε με βομβιστές αυτοκτονίας, είτε με εκρηκτικούς μηχανισμούς είτε με παγιδευμένα οχήματα, σκοτώθηκαν 190 άτομα.

Το 2013 η κυβέρνηση επεξέτεινε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε όλη την επίμαχη περιοχή της βορειοανατολικής Νιγηρίας που θεωρείτο βάση και χώρος δράσης της Μπόκο Χαράμ, με αποτέλεσμα τα βίαια επεισόδια να περάσουν τα σύνορα, στις όμορες χώρες του Τσαντ και του Καμερούν.

Όμως το γεγονός που έφερε στο διεθνές προσκήνιο τον αγώνα της Νιγηρίας εναντίον της Μπόκο Χαράμ ήταν η απαγωγή το Απρίλιο του 2014 276 κοριτσιών από ένα σχολείο στην πόλη Τσιμπόκ.

Εξ αυτών, περίπου 50 κατάφεραν να αποδράσουν, όμως τα υπόλοιπα κορίτσια παραμένουν όμηροι, με τον Σεκάκου να έχει δηλώσει την πρόθεσή του να τις πουλήσει ως συζύγους.

Την ίδια ώρα, η οργάνωση συνέχιζε να δρα και στο βόρειο Καμερούν, όπου μάλιστα κατάφερε το Μάιο του 2014 να απαγάγει τη σύζυγο του αντιπροέδρου της χώρας, η οποία όμως απελευθερώθηκε τον Οκτώβριο.

Στις αρχές Ιανουαρίου 2015 η Μπόκο Χαράμ προχώρησε σε μια επίδειξη δύναμης, καταλαμβάνοντας στρατιωτική βάση στη νιγηριανή πόλη Μπάγκα, στην οποία στρατοπέδευε πολυεθνική δύναμη που είχε συσταθεί για να πολεμήσει εναντίον της. Περαιτέρω, η Μπόκο Χαράμ σφαγίασε τους κατοίκους της πόλης και στις αρχές Μαρτίου φέρεται να απήγαγε 400 γυναικόπαιδα από το Νταμασάκ.

Διεθνής αντίδραση

Με δεδομένη το χαμηλό επίπεδο επιχειρησιακής ετοιμότητας του στρατού της Νιγηρίας, η παροχή βοήθειας από άλλα κράτη για την αντιμετώπιση της Μπόκο Χαράμ καθίσταται αναγκαία, ειδικά τη στιγμή που η οργάνωση συνδέεται όλο και πιο στενά με τη διεθνή τρομοκρατία, η οποία με τη σειρά της επεκτείνει τη δράση της με κύριο εκφραστή το Ισλαμικό Κράτος των τζιχαντιστών.

Τον Νοέμβριο του 2013 το αμερικανικό State Department χαρακτήρισε τη Μπόκο Χαράμ τρομοκρατική οργάνωση, ακολουθώντας το υπουργείο Εξωτερικών της Νέας Ζηλανδίας και το βρετανικό Foreign Office, ενώ η ανάλογη αναγνώριση από την πλευρά του ΟΗΕ ήρθε τον Μάιο του 2014. Το γεγονός αυτό ανοίγει το δρόμο για τη διεθνή συνδρομή κατά της Μπόκο Χαράμ.

Έτσι, σε αφρικανικό επίπεδο προγραμματίζεται η συγκρότηση διεθνούς δύναμης 3.500 μελών υπό την αιγίδα της Οικονομικής Ένωσης Δυτικής Αφρικής (ECOWAS) με τη συμμετοχή, πέραν φυσικά της Νιγηρίας, του Τσαντ, του Νίγηρα, του Μπενίν και του Καμερούν.

Το Ισραήλ και ο Καναδάς έχουν εξαγγείλει την υποστήριξή τους, όπως και η Γαλλία, η οποία σχεδιάζει την αποστολή 3.000 ανδρών για αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις. Παράλληλα, η Γαλλία, όπως η Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν βοηθήσει σε επίπεδο υλικοτεχνικής υποδομής και εκπαιδευτικού δυναμικού. Παρ’ όλα αυτά, η συνεργασία μεταξύ Αμπούτζα και Ουάσινγκτον απεδείχθη προβληματική, κυρίως λόγω της έλλειψης αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Μάλιστα, τον Δεκέμβριο η αμερικανική πρεσβεία στην Αμπούτζα ανακοίνωσε ότι η αμερικανική εκπαιδευτική αποστολή σταματά έπειτα από σχετικό αίτημα της νιγηριανής κυβέρνησης.

Βοήθεια σε επίπεδο στοιχείων που έχουν συλλεγεί μέσω δορυφόρου και σε επίπεδο στρατιωτικού εξοπλισμού έχει προαναγγείλει επίσης και η Κίνα .

Το euronews δεν είναι διαθέσιμο στον Internet Explorer. Ο συγκεκριμένος browser δεν είναι ενημερωμένος από την Microsoft και δεν ακολουθεί τις τεχνολογικές εξελίξεις. Χρησιμοποιήστε κάποιον άλλο φυλλομετρητή, όπως Edge, Safari, Google Chrome ή Mozilla Firefox.