Έκτακτη είδηση

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος: «Άφησα την παιδική μου ηλικία στις στρατιωτικές φυλακές»

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος: «Άφησα την παιδική μου ηλικία στις στρατιωτικές φυλακές»
Euronews logo
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Εβδομήντα χρόνια μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας από τον γερμανικό ζυγό, ο πόλεμος και η στέρηση της ελευθερίας παραμένουν μια επώδυνη ανάμνηση για τα θύματα της ναζιστικής κατοχής.

Κάποιοι είδαν τη μοίρα τους να αλλάζει πολύ νωρίς. Μεταξύ αυτών η Αντρέ Γκαϊγιάρ και ο Κλοντ Μπλοχ.

Αντρέ Γκαϊγιάρ:
«Με συνέλαβαν κατά λάθος. Ήμουν οκτώ ετών, η μητέρα μου συνελήφθη στο σπίτι του επικεφαλής του δικτύου αντίστασης, όπου είχε στηθεί ενέδρα. Ήταν δύο άνδρες, ο ένας με όπλο και ο άλλος με χειροβομβίδα. Νομίζω πως εξεπλάγησαν που είδαν μια γυναίκα με ένα παιδί».

Κλοντ Μπλοχ:
«Όταν μας συνέλαβαν ήταν 29 Ιουνίου του 44. Μας πήγαν στη Γκεστάπο κι έπειτα από λίγο ένας άνδρας άρχισε να ψάχνει τον παππού μου και τη μητέρα μου για ανάκριση. Μισή ώρα, τρία τέταρτα αργότερα, η μητέρα μου γύρισε μόνη της και μου ψιθύρισε: τον παππού σου τον σκότωσαν».

Η μικρή Αντρέ, οι γονείς και τα αδέλφια της οποίας ήταν αντιστασιακοί, και ο νεαρός Εβραίος Κλοντ ρίχτηκαν στη φυλακή Μοντλύκ, στη Λυών.

Το κτήριο των γαλλικών στρατιωτικών φυλακών στην οδό Ζαν Ασέτ είχε επιταχθεί από τη Βέρμαχτ.

Πάνω από 8.000 Εβραίοι, αντιστασιακοί και όχι μόνο κρατήθηκαν εκεί κάτω από απάνθρωπες συνθήκες.

Όλοι αυτοί είτε θα εκτελούνταν είτε θα βασανίζονταν στο κολαστήριο της λεωφόρου Μπερτελό, στο αρχηγείο της Γκεστάπο, για να σταλούν εν συνεχεία σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Κλοντ Μπλοχ:
«Ήρθαν για να με πάνε σε αυτό που αποκαλούσαμε “σπίτι των Εβραίων”. Μας τάιζαν μία φορά την ημέρα, ζούσαμε ανάμεσα σε εκατομμύρια κοριούς, τους οποίους προσπαθούσαμε συνεχώς να λιώνουμε»…

Αντρέ Γκαϊγιάρ:
«Και πού θα έβαζαν μια γυναίκα που δεν είναι Εβραία με ένα παιδί; Αυτό ήταν πρόβλημα. Βρέθηκα για πρώτη φορά στη ζωή μου μπροστά σε μία κουκέτα. Όμως, φυσικά, το κρεβάτι δεν είχε ούτε σκάλα ούτε προστατευτικά. Η μητέρα μου έκλαιγε, “όχι εκεί, θα πέσει“».

Κλοντ Μπλοχ:
«Το πρωί άνοιγε η πόρτα, ένας Γερμανός στεκόταν και φώναζε όλων μας τα ονόματα σε αλφαβητική σειρά. Ξέραμε ότι αυτό θα τελείωνε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο: με αποσκευές ή χωρίς αυτές. Τις δύο φορές που το άκουσα, τελείωσε χωρίς αποσκευές. Εκείνοι που είχε ακουστεί ότι θα έφευγαν, και το ήξεραν, θα εκτελούνταν εκείνη την ημέρα».

Αντρέ Γκαϊγιάρ:
«Η μητέρα μου υπέστη πολλές ανακρίσεις. Μαζί με την απανθρωπιά των άλλων συγκρατούμενων. Στην πρώτη ανάκριση, όταν ρώτησα “πού είναι η μαμά μου, να της κρατήσω το φαγητό της;”, μου είπαν “δεν θα θέλει να φάει όταν θα γυρίσει και θα σου το πει άλλωστε και η ίδια“».

Κλοντ Μπλοχ:
«Ακούγαμε ουρλιαχτά, γαβγίσματα, κανείς δεν ήξερε πού ήμασταν, ξέραμε μόνο αφού φτάσαμε στο Μπιρκενάου. Ήμουν 15, δίσταζα και μετά πήγα δίπλα στη μητέρα μου, αφού ήμασταν στο ίδιο βαγόνι. Την έριξαν βάρβαρα δίπλα σε άνδρες. Την έχασα αμέσως από τα μάτια μου, κανείς δεν ήξερε τι απέγινε και δεν την ξαναείδα ποτέ».

Αντρέ Γκαϊγιάρ:
«Η μητέρα μου απελάθηκε στο Ράβενσμπρυκ και επέστρεψε τον Ιούνιο του 45. Τον πατέρα μου τον έστειλαν στο Νταχάου, όπου πέθανε. Έναν αδελφό μου τον έστειλαν στο Μαουτχάουζεν και πέθανε στις 24 Μαρτίου του 45».

Κλοντ Μπλοχ:
«Αν υπάρχει ένα πράγμα, το οποίο δεν ξέχασα ποτέ, είναι το πώς έχασα τη μητέρα μου. Συχνά ξυπνάω τα βράδια και σκέφτομαι αυτό που συνέβη. Βλέπω ξανά την ίδια σκηνή. Δεν μπόρεσα ποτέ να ξεπεράσω το ότι πέθανε κατ’ αυτόν τον τρόπο».

Αντρέ Γκαϊγιάρ:
«Άφησα την παιδική μου ηλικία στο Μοντλύκ. Όταν έφυγα από εδώ, δεν ήμουν πια παιδί».

Το euronews δεν είναι διαθέσιμο στον Internet Explorer. Ο συγκεκριμένος browser δεν είναι ενημερωμένος από την Microsoft και δεν ακολουθεί τις τεχνολογικές εξελίξεις. Χρησιμοποιήστε κάποιον άλλο φυλλομετρητή, όπως Edge, Safari, Google Chrome ή Mozilla Firefox.