Έκτακτη είδηση
Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

«Relic»: Ο Ευριπίδης Λασκαρίδης σε ένα ταξίδι μεταμορφώσεων

«Relic»: Ο Ευριπίδης Λασκαρίδης σε ένα ταξίδι μεταμορφώσεων
Από Γιώργος Μητρόπουλος
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Σε ένα παράδοξο ταξίδι μεταμορφώσεων που συνδυάζει το γελοίο με το σπαρακτικό, το αστείο με το μελαγχολικό, την πραγματικότητα με τον σουρεαλισμό μας καλεί με την νέα του παράσταση ο Ευριπίδης Λασκαρίδης. Τίτλος της performance: «Relic». Ένας άνθρωπος απολίθωμα, κατάλοιπο μιας άλλης, άγνωστης εποχής, ενός παράλληλου σύμπαντος ζει σε ένα μικρό δωμάτιο, θυμίζοντάς μας αισθήματα και καταστάσεις πολύ γνωστές σε όλους μας. Προβαίνει σε μια σειρά δράσεων, μεταμορφώσεων που θα μας κάνουν να γελάσουμε, να ταυτιστούμε μαζί του, να νοσταλγήσουμε πρόσωπα και συγκυρίες.

Θα μας οδηγήσει σε ένα μεταίχμιο ζωής, όπου ο γνωστός μας κόσμος συναντά το απόκοσμο, το αλλόκοτο, όπου το ανθρώπινο ατενίζει την ουσία της ύπαρξης. Γινόμαστε θεατές μιας σειράς σκηνών όπου το οικείο και το ανοίκειο εναλλάσσονται διαρκώς. Το ον που πρωταγωνιστεί, αφήνει το αποτύπωμά του (η δεύτερη σημασία του Relic) στην σκηνή και αυτό το αποτύπωμα τον συνδέει με μας που το παρακολουθούμε. Μας θυμίζει την κοινή μας ανθρώπινη φύση στις αέναες πτυχές της, στις ατελείωτες μεταμορφώσεις της, γι’ αυτό και το συμπαθούμε, συμπάσχουμε μαζί του, συμμετέχουμε στην τελετουργία που λαμβάνει χώρα μπροστά στα μάτια μας.

Η συγκινητική, γεμάτη χιούμορ performance ήταν η αφορμή να συζητήσουμε με τον Ευριπίδη Λασκαρίδη, όχι μόνο για το «Relic», αλλά και την πορεία του όλα αυτά τα χρόνια στο χώρο, τις επιρροές και τα ενδιαφέροντά του.

Πότε ξεκαθάρισε μέσα σου τι ήθελες να κάνεις;

Αισθάνομαι ότι εδώ και αρκετά χρόνια, ήδη από το 1998, υπάρχει μία σχεδόν ενιαία γραμμή των πραγμάτων που με ενδιαφέρουν να μετουσιώσω σε παράσταση ή σε κάποιο ρόλο. Αυτό το βλέπω βέβαια τώρα, μετά από αρκετά χρόνια, γιατί τα πράγματα δεν έγιναν αυτόματα αλλά χρειάστηκαν αρκετό μεγάλο διάστημα να μορφοποιηθούν. Μέχρι τότε, «τσιμπολογούσα» από εδώ και από εκεί. Νομίζω ότι από τον Φρύγα, τον ρόλο στον «Ορέστη» που είχα κάνει στο Θέατρο Τέχνης πριν τελειώσω τη σχολή στην Επίδαυρο, αυτό που με ενδιέφερε ουσιαστικά είναι η μεταμόρφωση και η γελοιότητα των πραγμάτων που σχετίζονται με αυτή και πώς όλο αυτό μπορεί να μετουσιωθεί σε ποίηση και να αγγίξει την ψυχή μας. Δηλαδή εκεί που μερικές φορές έχεις την αίσθηση ότι ο άλλος κάνει κάτι εντελώς γελοίο, ξαφνικά βγαίνει κάτι άλλο με το οποίο επικοινωνείς ή εκεί που το πράγμα πάει να σοβαρέψει πολύ, υπάρχει μια ανατροπή, μια ρωγμή που σε βάζει να σκεφτείς διάφορα πράγματα. Αυτό το μεταίχμιο με ενδιαφέρει πολύ στους ρόλους που ερμηνεύω, αλλά και στους χαρακτήρες που κτίζω.

Αυτό συμβαίνει και με αυτόν τον χαρακτήρα που ερμηνεύεις τώρα;

Και με αυτή την χοντρούλα που βλέπετε επί σκηνής κάτι παρόμοιο αισθάνομαι. Εκεί που νομίζεις ότι κάτι πάει αργά και δυσκίνητα, έρχεται να το ανατρέψει αυτό για να σου επαναφέρει ότι υπάρχει ουσία σε όλη αυτή τη διαδικασία. Δεν έχει να κάνει απλώς με το γέλιο.

Υπάρχουν όντως πολλά διαφορετικά επίπεδα σ’ αυτή την performance. Σε ενδιαφέρει λοιπόν περισσότερο η κριτική και ο σχολιασμός μιας κατάστασης; Και το χιούμορ τι ρόλο παίζει, κατά τη διάρκεια του έργου;

Δεν με ενδιαφέρει το γέλιο. Ο δικός μου δρόμος περνάει μέσα από το χιούμορ. Αισθάνομαι δηλαδή πολύ συχνά με τους ανθρώπους ότι είναι πολύ αστείοι, ακόμη κι όταν βιώνουν πολύ δύσκολες καταστάσεις,. Αυτή είναι η αίσθησή μου. Απλώς χρειάζεται να πάρεις μια απόσταση από τα γεγονότα για να καταλάβεις την κωμωδία που υπάρχει σ’ αυτά, τη ματαιότητα και τον σουρεαλισμό τους. Είναι πολύ αστείο να ασχολείσαι με πράγματα ανούσια και τετριμμένα, ενώ σε χωρίζουν λίγα χρόνια από τον θάνατο. Από αυτή ακριβώς την κατάσταση, πηγάζει το χιούμορ που με ενδιαφέρει.

Έχω την αίσθηση ότι χειρίζεσαι πολύ πιο εύκολα την κωμωδία. Την καταλαβαίνεις πιο εύκολα και μπορείς γι’ αυτό το λόγο να κάνεις και το κοινό σου να γελάσει πολύ εύκολα.

Είναι αλήθεια. Μου αρέσει πολύ η κωμωδία. Γαργαλιέμαι πολύ με τα αστεία πράγματα.

Δεν ασχολείσαι όμως με τους κλασικούς κωμικούς ρόλους. Δημιουργείς δικούς σου συνήθως χαρακτήρες, που με τα «καμώματά» τους γίνονται αστείοι. Έχεις δημιουργήσει στο πέρασμα των χρόνων μια ενδιαφέρουσα πινακοθήκη προσώπων, τα οποία αναλαμβάνουν να επικοινωνήσουν αυτό που έχεις στο μυαλό σου με έναν αντισυμβατικό τρόπο, που ισορροπεί μεταξύ σοβαρότητας και κωμωδίας. Πώς προέκυψε όλο αυτό;

Μπήκα στο Θέατρο Τέχνης, έχοντας δει ελάχιστα πράγματα μέχρι εκείνη τη στιγμή στο θέατρο. Είχα μπει στη σχολή αρχιτεκτονικής για να κάνω τη χάρη στους δικούς μου και να βγάλω μια σχολή. Το θέατρο παρουσιάστηκε, επειδή τρωγόμουν και μου άρεσε πάρα πολύ. Όταν λοιπόν τελείωσα, ανυποψίαστος εντελώς, νόμιζα ότι αυτό είναι θέατρο, ότι υπάρχουν οι καλοί ηθοποιοί, οι μεγάλοι ρόλοι. Από μια σπόντα, αποφάσισα να πάω να σπουδάσω σκηνοθεσία στη Νέα Υόρκη και από τύχη, αλλά και δική μου επιμονή με πήραν.

Εκεί λοιπόν ανακάλυψα ένας ολόκληρο κόσμο του θεάτρου, που δεν τον είχα πάρει μυρωδιά. Είναι ο κόσμος της Πίνα Μπάους, του Ρόμπερτ Ουίλσον, της Λώρι Άντερσον, του Ρομπέρ Λεπάζ, του Πήτερ Μπρουκ. Ήταν μια πραγματική αποκάλυψη. Ένα θέατρο με πολλές διαφορετικές πλευρές. Άρχισα να συγκινούμαι από πράγματα που έβλεπα σε χορευτικές παραστάσεις, performance ή θεατρικά έργα. Έχοντας λοιπόν στα μπαγκάζια μου τη θεατρική εκπαίδευση στη σχολή και μετά την εμπειρία της Νέας Υόρκης, χρειάστηκε αρκετός καιρός για να βρουν αυτοί οι δύο κόσμοι, πού συγκλίνουν μέσα μου. Μετά τη συνεργασία με την Τζένη Αργυρίου στην Μπιενάλε του 2003 και στη συνέχεια με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, άρχισα να ξεκλειδώνω στο μυαλό μου πώς μπορούν να επικοινωνήσουν οι δύο αυτοί κόσμοι. Ο Δημήτρης με βοήθησε πολύ, γιατί έχει μια οξυδέρκεια και μια πολύ καλή γνώση της φόρμας. Ξέρει πώς η φόρμα μπορεί να είναι δραματουργία, μπορεί να αποκτήσει νόημα.

Τι έγινε στη συνέχεια;

Άρχισε να διαμορφώνεται στο μυαλό μου πώς συνδυάζονται οι δύο κόσμοι. Είμαι ηθοποιός, δεν είμαι χορευτής, αλλά ξέρω ότι μου αρέσει περισσότερο να κινούμαι, παρά να μιλάω. Οπότε κατάλαβα ότι μέσα από τη φόρμα, μπορώ να διοχετεύσω το συναίσθημα. Παράλληλα, όμως δεν μου άρεσε να είμαι άδειος και απλός εκτελεστής. Ήθελα από κάτω να υπάρχει και το ηθοποιιλίκι. Ήθελα δηλαδή να κινούμαι μέσα από τα συναισθήματα και τις επιθυμίες ενός χαρακτήρα. Κι άρχισα να παντρεύω σταδιακά αυτά τα πράγματα. Πρόκειται λοιπόν μια πορεία που συνεχώς αλλάζει, ανάλογα με τα ερεθίσματα και τις εμπειρίες που έχω. Μετά από τη σημερινή δουλειά, σίγουρα θα μετακινηθώ σε κάτι άλλο. Αυτό που βλέπω να με ενδιαφέρει πάρα πολύ είναι να παίζω και να πειραματίζομαι με τα εργαλεία του θεάτρου αυτά καθαυτά. Όπως για παράδειγμα είναι ο λόγος. Στη συγκεκριμένη παράσταση λέω πράγματα ακαταλαβίστικα, που δίνουν όμως στο θεατή μια αίσθηση νοήματος.

Το ίδιο κάνεις και με την κίνηση…

Όντως τη μία στιγμή, ο χαρακτήρας μου θυμίζει αρκετά τον τρόπο που κινεί τους ηθοποιούς του ο Μπομπ Γουίλσον και την άλλη γίνεται κάτι που θυμίζει performance drag queen και μπουρλέσκ. Μου αρέσει πολύ επίσης η «φτηνιάρικη» ψυχαγωγία: το στριπτίζ, τα τηλεοπτικά διαφημιστικά προϊόντων. Το ίδιο όμως κάνω και με τον κώδικα που έχει να κάνει με την εμφάνισή μου, αλλά και με τα κοστούμια και το σκηνικό. Αυτά είναι τα εργαλεία του θεάτρου: σκηνικό, ρούχα, ήχος, λόγος, φως. Τα παίρνω και τα αποδομώ.

Τι είχες στο μυαλό σου πριν ξεκινήσεις αυτή την παράσταση;

Είχα μια αίσθηση στο μυαλό μου. Μια επιθυμία: Θα ήθελα πάρα πολύ να κάνω μια χοντρή γυναίκα. Όχι όμως μια τυχαία. Με γαργαλούσε λοιπόν η ιδέα ενός ανθρώπου που έχει μεγάλο εκτόπισμα, αλλά μέσα του νιώθει πολύ μικρός, διακριτικός και εύθραυστος. Μπορεί να κινείται στο χώρο, παρασέρνοντας τα πάντα, αλλά έχει μια τρομερή διακριτικότητα και λεπτότητα. Επιθυμούσα λοιπόν να ζήσω για λίγη ώρα στο πετσί ενός τέτοιου πλάσματος: ενός ανθρώπου που φέρει έναν τεράστιο όγκο, αλλά αισθάνεται πιτσουνάκι. Είπα στον Άγγελο Μέντη λοιπόν να φτιάξει ένα ανάλογο κοστούμι. Δημιουργήσαμε λοιπόν αυτό το παραφουσκωμένο πλάσμα, που στηρίζεται όμως σε λεπτά άκρα, περπατάει στις μύτες.

Γιατί ονόμασες αυτή την παράσταση «Relic», δηλαδή λείψανο, απολίθωμα;

Καταρχάς έδωσα τον αγγλικό τίτλο, γιατί δεν υπάρχει ακριβής μετάφραση στα ελληνικά. Το «Relic» προέρχεται από τη λατινική λέξη relinquere, που σημαίνει οτιδήποτε απομένει. Αυτό μου αρέσει πολύ σαν έννοια γι’ αυτή την περσόνα που έφτιαξα. Αυτό που έχει απομείνει, είτε είναι λείψανο, δηλαδή κάτι ιερό, είτε απολίθωμα, μου αρέσει γιατί είναι άχρονο. Αυτό που έχει απομείνει μπορεί να είναι και από μια εποχή που δεν έχουμε ζήσει ακόμη. Είναι το απόσταγμα μιας εποχής. Αυτή λοιπόν η φιγούρα παίρνει μέρος σε μια ιεροτελεστία, σε ένα τυπικό που ανήκει σε μια άλλη εποχή, αναπαράγοντάς την.

Τι θέλει περισσότερο αυτό το πλάσμα, που έχεις δημιουργήσει;

Θέλει να ζήσει. Να περάσει την ημέρα της, να κάνει το πρόγραμμα που έχει στο μυαλό της, για να επιβεβαιώσει την ύπαρξή της. Και κάνει τα πάντα μέσα σ’ αυτό το μικρό χώρο που είναι κλεισμένη, πράγματα που πιστεύει ότι κάνει όλος ο κόσμος, που ζει έξω από αυτό το περιβάλλον, στο οποίο η ίδια είναι καθηλωμένη. Γι’ αυτό πρέπει λοιπόν να τα αναπαράγει. Για να αισθανθεί ότι υπάρχει. Γι’ αυτό τα κάνει, επειδή ξέρει ότι δεν μπορεί να βγει έξω από αυτό το δωμάτιο. Αυτός είναι ο χώρος του απολιθώματος. Δεν ξέρουμε αν τα έχει ζήσει πραγματικά όλα αυτά ή τα παίρνει ως πληροφορία από τις εκπομπές που βλέπει στην τηλεόραση. Είναι μόνη της σ’ αυτόν τον κόσμο, που η ίδια καλείται να ζωντανέψει.

Αυτή η ύπαρξη δεν προκαλεί μόνο το γέλιο. Δημιουργεί στον θεατή μια οικειότητα, αλλά και μια θλίψη, μια συμπόνια, αλλά και μια απόσταση, λόγω της ιδιομορφίας της.

Τώρα, που ολοκληρώθηκε το έργο, το βλέπω κι εγώ. Δεν το περίμενα ότι αυτός ο χαρακτήρας θα είχε τόσες σκοτεινές πλευρές, ότι θα είχε βία και πόνο. Αντικατοπτρίζει με έναν τρόπο αυτό που ζούμε γύρω μας: τη μοναξιά των ανθρώπων, την κατάθλιψη, την απομόνωση, τον πόνο που βιώνει ο καθένας, κλεισμένος στο σπίτι του, χωρίς να ξέρει τι γίνεται στη ζωή του διπλανού του, σ’ αυτόν που μένει στο απέναντι διαμέρισμα. Υπάρχει μια αίσθηση φιλίας και οικειότητας αλλά δεν είναι πραγματική, ή είναι επιφανειακή. Δες για παράδειγμα τα social media, που ξεγελούν μερικές φορές. Νομίζεις ότι είσαι σε επαφή με τους φίλους σου και τον κόσμο, αλλά σας χωρίζει μια τεράστια απόσταση. Δεν υπάρχει πραγματική επικοινωνία, υπάρχει μια ψευδαίσθηση επικοινωνίας. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει και ένα άλλο τεράστιο ζήτημα: δεν δίνουμε πραγματικό χώρο στους άλλους, να μπουν στη ζωή μας. Δεν λέμε εύκολα «Έλα». Γιατί φοβόμαστε.

Αυτά τα περνάς στην παράστασή σου;

Δεν είναι ότι θέλω να βάλω αυτά τα στοιχεία στο έργο, γιατί κυριαρχούν στη ζωή μου, αλλά επειδή είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε όλοι. Με ενδιαφέρουν λοιπόν, με γαργαλάνε, θέλω να τα επεξεργαστώ. Είναι για μένα σαν ο Σοπενχάουερ να έχει χιούμορ. Δηλαδή τα πράγματα είναι μαύρα, αλλά τι να κάνουμε; Όλη η κατάσταση θυμίζει Ιονέσκο. Από την άλλη πλευρά, επειδή αγαπάω πολύ το ανθρώπινο είδος, τα πράγματα παρουσιάζονται με αυτόν τον τρόπο, ο οποίος κρατά μια ισορροπία ανάμεσα στη μαύρη κατάθλιψη, τη σκοτεινιά και το χιούμορ.

Τι σε οδήγησε σ’ αυτή τη διαφορετική πορεία;

Μην νομίζεις κι εγώ ξεκίνησα, όπως όλοι οι υπόλοιποι όχι μόνο στο θέατρο, αλλά και την τηλεόραση. Ξέρεις, κάποια στιγμή σταμάτησα συνειδητά αυτή την διαδρομή. Αισθάνθηκα μια ματαιότητα ως προς τη δική μου ιδιοσυγκρασία και την ποιότητα του να γίνω ένας ηθοποιός καριερίστας, που να κάνω τον ένα ρόλο, μετά τον άλλο. Όλοι μου υπογράμμιζαν την κωμική μου πλευρά. Δεν ήθελα να υπάρχει όμως αυτή η σφραγίδα του ψιλού, λιγνού, κωμικού τύπου. Βγαίνοντας από τη σχολή, είχα την αίσθηση μιας προδιαγεγραμμένης πορείας του τι ρόλους έπρεπε, ή μπορούσα να παίξω. Όλοι ξέραμε για μας αλλά και για τους συναδέλφους μας τι τους «ταίριαζε». Δεν ήθελα η ζωή μου να είναι έτσι. Να ξέρω ήδη τους ρόλους στα κλασικά έργα που μου ταιριάζουν, μέχρι να γεράσω. Ήταν μια θηλιά που με έπνιγε κυριολεκτικά. Ήθελα να σπάσω αυτή την αλυσίδα και να αλλάξω πορεία. Σ’ αυτό με βοήθησαν οι σπουδές μου στην Αμερική. Διαισθανόμουν ότι υπάρχουν πλευρές που με ενδιαφέρουν περισσότερο και πρέπει να τις εξιχνιάσω και τις φέρω στο φως, μετά από αρκετή προσωπική δουλειά και έρευνα. Και γι’ αυτό βρίσκομαι τώρα εδώ.

Το «Relic» επελέγη από το δίκτυο Aerowaves και παρουσιάστηκε στο φεστιβάλ του δικτύου Spring Forward. Η παράσταση παρουσιάστηκε ήδη με μεγάλη επιτυχία σε Βαρκελώνη, Βιέννη και Πράγα.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Σκηνοθεσία, Χορογραφία, Ερμηνεία: Ευριπίδης Λασκαρίδης
Σύμβουλος σκηνοθέτη: Τατιάνα Μπρε
Κοστούμι: Άγγελος Μέντης
Ηχητικός σχεδιασμός: Κώστας Μιχόπουλος
Φωτιστική εγκατάσταση: Μίλτος Αθανασίου σε συνεργασία με την Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Συνεργάτης μουσικός: Κορνήλιος Σελαμσής
Σύμβουλος δραματουργίας: Αλέξανδρος Μιστριώτης
Βοηθός σκηνοθέτη: Ιωάννα Πλέσσα
Ειδικές κατασκευές: Μάριος Σέργιος Ηλιάκης, Ιωάννα Πλέσσα
Συνεργάτες Παραγωγής: Νατάσα Κουβάρη,Τζέιμς Κωνσταντινίδης
Φωτογραφίες: Μίλτος Αθανασίου

Φεστιβάλ Αθηνών : Πειραιώς 260. 15-16/7. 21.00
Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας : Μέγαρο Χορού. 23/7. 22.00

Πληροφορίες και εισιτήρια για τις παραστάσεις στο Φεστιβάλ Αθηνών

Πληροφορίες και εισιτήρια για την παράσταση στην Καλαμάτα