Έκτακτη είδηση
Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

«Απόδραση» από τη Ρωσία για ιδρύτρια ΜΚΟ

Access to the comments Σχόλια
Από Πάνος Κιτσικόπουλος
«Απόδραση» από τη Ρωσία για ιδρύτρια ΜΚΟ
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Η Ναντέζντα Κουτέποβα είναι μια σύγχρονη… αυτομολήσασα. Βρίσκεται κυνηγημένη στη Γαλλία με τα τρία παιδιά της, φοβούμενη ότι, αν επιστρέψει στη Ρωσία, θα αντιμετωπίσει ποινή κάθειρξης για προδοσία.

Έφυγα από τη Ρωσία χωρίς χρήματα, χωρίς τίποτα. Απέδρασα

Η Ναντέζντα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα της, όταν η Μόσχα ξεκίνησε μια εκστρατεία καταστολής εναντίον οργανισμών που χρηματοδοτούνται από το εξωτερικό. Οι πολέμιοι αυτής της πολιτικής κάνουν λόγο για επίθεση στην Κοινωνία των Πολιτών.

Πριν 15 χρόνια, η Ναντέζντα ίδρυσε τον «Πλανήτη Ελπίδα», μια μικρή ΜΚΟ, με αντικείμενο την παροχή βοήθειας σε θύματα ενός πυρηνικού ατυχήματος που είχε συμβεί στη Ρωσία.

Η οργάνωση εστίασε στη βοήθεια προς εκείνους που είχαν πληγεί από την ακτινοβολία λόγω της πυρηνικής καταστροφής του Κιστίμ το 1957.

Ωστόσο, νωρίτερα φέτος η ΜΚΟ «Πλανήτης Ελπίδα», η οποία ελάμβανε περίπου 35.000 ευρώ το χρόνο από την αμερικανική ιδιωτική μη κερδοσκοπική ίδρυμα «Εθνικό Κληροδότημα για τη Δημοκρατία», μπήκε στη «μαύρη λίστα» των ρωσικών αρχών.

Η ΜΚΟ χαρακτηρίστηκε «ξένος πράκτορας» και η 43χρονη Ναντέζντα Κουτέποβα αναγκάστηκε να φύγει από τη χώρα της, έπειτα από τη σχετική συμβουλή του δικηγόρου της. Όπως λέει, τα ρεπορτάζ που βγήκαν «στον αέρα» την κατηγορούσαν για κατασκοπία, ενώ έδειχναν πλάνα του ίδιου της του σπιτιού.

«Έφυγα από τη Ρωσία σε απόλυτη μυστικότητα, κανείς δεν ήξερε πως έφευγα», είπε η Ναντέζντα στο euronews. «Είμαι μόνη με τα παιδιά μου, δεν έχουν άλλους συγγενείς. Αν μπω στη φυλακή, θα πρέπει να πάνε σε ορφανοτροφείο και δεν το θέλω αυτό. Έφτιαξα βαλίτσες και απευθύνθηκα σε οργανώσεις προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εκείνες μας αγόρασαν τα εισιτήρια», προσθέτει.

Η Ναντέζντα Κουτέποβα είναι διαζευγμένη. Από τον Ιούλιο ζει με τα τρία παιδιά της, ηλικίας 14, 10 και επτά ετών, στη Γαλλία. «Γενικά, αισθάνομαι πολύ άσχημα εδώ στη Γαλλία. Έφυγα από τη Ρωσία χωρίς χρήματα, χωρίς τίποτα. Απέδρασα», μας λέει, επισημαίνοντας ότι η γαλλική βίζα της λήγει στα τέλη Σεπτεμβρίου. Όπως μας τόνισε, σχεδιάζει να αιτηθεί πολιτικού ασύλου και να παραμείνει στη χώρα.

Όσο για το πώς ζούνε, την απάντηση τη δίνει η ίδια η Κουτέποβα: «Βασικά, ζούμε από φιλανθρωπίες. Μας βοηθούν άνθρωποι που γνωρίζουν εμένα και τη δουλειά μου. Ταΐζουν εμένα και τα παιδιά μου».

Τρία χρόνια πριν, κατά την έναρξη της τρίτης του θητείας στον προεδρικό θώκο, ο Βλαντίμιρ Πούτιν υπέγραψε έναν νέο νόμο, ο οποίος προέβλεπε την καταστολή των ΜΚΟ που χρηματοδοτούνταν από το εξωτερικό. Ο ψυχροπολεμικού χαρακτήρα νόμος απαιτεί από τις οργανώσεις που λαμβάνουν χρήματα από το εξωτερικό και καταγράφουν «πολιτική δραστηριοποίηση» να εγγραφούν σε μητρώο «ξένων πρακτόρων».

Το Μάιο του 2015 ένας νέος νόμος που ψηφίστηκε επέτρεψε στις αρχές να κλείνουν οργανισμούς που χαρακτηρίζονται ως «ανεπιθύμητοι», δηλαδή, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, εκείνους που απειλούν «τη συνταγματική τάξη, την αμυντική ικανότητα και την κρατική ασφάλεια».

Σύμφωνα, πάντως, με την Κουτέποβα, η ίδια έμαθε τον Απρίλιο και μέσω του Facebook ότι οι ρωσικές αρχές είχαν κατατάξει τον «Πλανήτη Ελπίδα» στην κατηγορία «ξένοι πράκτορες».

Η ίδια αρνήθηκε να γράψει τη ΜΚΟ της στα κρατικά μητρώα, γεγονός που της κόστισε ένα πρόστιμο ύψους 310.000 ρουβλίων (περίπου 4.200 ευρώ). Καθώς δεν μπορούσε να πληρώσει το πρόστιμο, η Ναντέζντα από τον Ιούλιο ξεκίνησε να εκποιεί την οργάνωσή της.

Όπως λέει, «ήμουν απελπισμένη, διότι ήλπιζα πως δεν θα μας αναγνώριζαν ως ξένο πράκτορα, διότι δεν είχαμε πολιτική δράση. Ένιωθα απελπισμένη και δυσαρεστημένη, γιατί πιστεύως πως έκανα πολλά για την περιοχή με το να προστατεύω τα δικαιώματα των θυμάτων της πυρηνικής μόλυνσης».

Προσθέτει δε πως «αισθάνομαι απαίσια. Εργάστηκα για 15 χρόνια που πήγαν στράφι. Άφησα ανθρώπους, με τους οποίους συνεργαζόμουν, άφησα πράγματα ανολοκλήρωτα. Έχω ανάμικτα συναισθήματα, αφού είμαι στη Γαλλία μόνη με τα παιδιά μου και χωρίς καθόλου χρήματα».