Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

Ο Χουάν Ντιέγκο Φλόρες «Βέρθερος» στην νέα παραγωγή της Όπερας της Ζυρίχης

euronews_icons_loading
Ο Χουάν Ντιέγκο Φλόρες «Βέρθερος» στην νέα παραγωγή της Όπερας της Ζυρίχης
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Απαγορευμένες αγάπες, το βάρος των κοινωνικών συμβάσεων, το αδιέξοδο του έρωτα: η Όπερα της Ζυρίχης μας προσγειώνει στον γαλλικό ρομαντισμό, στα τέλη του 19ου αιώνα, με τον «Βέρθερο» του Ζιλ Μασνέ.

Τη μουσική διεύθυνση έχει ο Κορνέλιους Μάιστερ. Η όπερα βασίζεται στο διάσημο μυθιστόρημα του Γκαίτε και έχει να κάνει με τον αδιέξοδο έρωτα του Βέρθερου και της Σαρλότ, μιας γυναίκας παγιδευμένης στις κοινωνικές επιταγές που έχει ορκιστεί να παντρευτεί έναν πλούσιο έμπορο. Η απελπισία θα οδηγήσει τον Βέρθερο στην αυτοκτονία.

Ο Χουάν Ντιέγκο Φλόρες, ο διάσημος περουβιανός τενόρος ερμηνεύει τον βασανισμένο, ευαίσθητο χαρακτήρα:

«Ο Βέρθερος είναι ένα αριστούργημα φυσικά. Μουσικά είναι ένα όμορφο έργο. Είναι καταπληκτικό. Σε μεταφέρει σε μια άλλη διάσταση. Έχεις μια συνεχή αίσθηση πόθου και ευχαρίστησης, που κλιμακώνεται χάρις στην ενορχήστρωση και τις άριες».

Η σκηνοθεσία της Τατιάνα Γκίρμπατσα τονίζει έξυπνα την καταπίεση που ασκεί ο κοινωνικός περίγυρος.

Οι ήρωες πρέπει να συμβιβαστούν ή να αποδράσουν με έναν τρόπο.

Η Τατιάνα Γκίρμπατσα επισημαίνει:

«Είναι ένα γοητευτικό έργο. Είναι μία από τις σπάνιες όπερες που δεν έχουν να κάνουν με Φαραώ, γκέισες ή τρελούς βασιλιάδες. Πρόκειται για ένα έργο που λαμβάνει χώρα στη Γερμανία και έχει να κάνει σε γενικές γραμμές με μια κανονική οικογένεια. Είναι μια οικογενειακή ιστορία.

Ο χαρακτήρας του Βέρθερου μοιάζει με έναν Θεό που έπεσε στη Γη και προκαλεί αναστάτωση στους πάντες. Η ενέργειά του βάζει τα πάντα σε κίνηση.
Βλέπει διαφορετικά τον κόσμο στον οποίο ζει. Γι’ αυτό και οι υπόλοιποι χαρακτήρες του έργου ξαφνικά βλέπουν και αυτοί τον κόσμο με μια τρέλα και μια διαστροφή, μέσα από μια άλλη οπτική. Έχει συνέπειες, αν δεις τη ζωή σου από μια άλλη γωνία».

Η Βρετανο-γαλλίδα μέτζο σοπράνο Άννα Στέφανι ερμηνεύει την Σαρλότ, μια γυναίκα που παλεύει ανάμεσα στο τι είναι κοινωνικά σωστό και στο πάθος της:

«Μέχρι να γνωρίσει τον Βέρθερο, όλα είναι πολύ καλά στη ζωή της. Μετά είναι σαν να την έχει χτυπήσει κεραυνός. Παρότι είναι εξαιρετικά οδυνηρό, την οδηγεί παράλληλα στην αυτογνωσία. Ανακαλύπτει την πραγματική της επιθυμία, που αγνοούσε ότι υπήρχε μέσα της.

Βιώνει εντελώς διαφορετικά συναισθήματα, με τα οποία ταυτίζομαι. Σε μια σχέση, ακόμη κι αν αισθάνεσαι ότι δεν είναι σωστή, υπάρχουν πράγματα που σε κάνουν και κολλάς. Μπορεί να έχει να κάνει λιγότερο με το καθήκον και τις κοινωνικές επιταγές και περισσότερο με την ηλικία και το τι είναι σωστό. Άρα πιστεύω ότι το έργο είναι απίστευτα επίκαιρο».

Ο Χουάν Ντιέγκο Φλόρες συμπληρώνει:

«Είναι σαν ένας μάγος. Κάνει θαύματα με την παρουσία του. Δημιουργεί έναν ολόκληρο κόσμο και η Σαρλότ το βλέπει και η ίδια».

Παρίσι: Η μπαρόκ «Οδύσσεια» του Ρολάντο Βιγιαζόν

euronews_icons_loading
Παρίσι: Η μπαρόκ «Οδύσσεια» του Ρολάντο Βιγιαζόν
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Είναι ένα από τα πρώτα έργα του λυρικού ρεπερτορίου. Γράφτηκε το 1640 από τον ιταλό συνθέτη Κλαούντιο Μοντεβέρντι στη Βενετία. «Η Επιστροφή του Οδυσσέα στην πατρίδα» παρουσιάζεται στο θέατρο Champs Elysées, αναδεικνύοντας την πρώτη περίοδο του ιταλικού μπαρόκ.

Η τσέχα μέτζο-σοπράνο Μαγκνταλένα Κοζενά ερμηνεύει την Πηνελόπη. Διακρίνεται στο μπαρόκ ρεπερτόριο:

«Όταν είδα για πρώτη φορά αυτόν τον ρόλο, τον οποίο δεν έχω ερμηνεύσει ξανά, όταν τον διάβασα, σκέφτηκα: είναι λίγο βαρετός, γιατί κλαίει τον σύζυγό της, που δεν ήταν εκεί 20 χρόνια και όταν αυτός εμφανίζεται, δεν τον αναγνωρίζει, ενώ όλοι της λένε ότι αυτός είναι. Αυτό που αλλάξαμε σ’ αυτό το ανέβασμα είναι ότι προφανώς αυτή τον αναγνωρίζει αμέσως.

Αλλά καθώς αυτός σκοτώνει τους πάντες, αυτή λέει: Δεν είναι αυτός, δεν είναι ο σύζυγος που ήξερα πριν από 20 χρόνια. Αυτό κάνει πολύ πιο ελκυστικό το ρόλο μου».

Ο Ρολάντο Βιγιαζόν υποδύεται τον Οδυσσέα. Η μπαρόκ οδύσσεια του γαλλο-μεξικανού τενόρου με τον Μοντεβέρντι ξεκίνησε πριν από 12 χρόνια, χάρις στην επιμονή της Εμανουέλ Χάιμ, που διευθύνει την ορχήστρα. Θυμάται την πρώτη τους συνάντηση:

«Στην αρχή της έλεγα: “Μα δεν είναι το ρεπερτόριο που τραγουδώ”. Μου μιλούσε για την ποίηση εκείνης της εποχής, για τον συνθέτη βέβαια. Έπαιξε λίγο στο τσέμπαλό της. Και μετά από μισή ώρα μου λέει: “Λοιπόν τι θα γίνει”; Και της λέω: “Άκου, μετά από πέντε λεπτά θα είχα πει ναι, ακόμη κι αν μου ζητούσες να τραγουδήσω heavy metal“».

Και συμπληρώνει:

«Ο Μοντεβέρντι είναι πολύ θεατρικός. Αν τραγουδήσεις απλά το ρόλο, τότε έχεις ένα μονότονο αποτέλεσμα. Δεν είναι πολύ ενδιαφέρον. Πρέπει να τον ερμηνεύσεις, να τον ερμηνεύσεις με τη φωνή σου. Υπάρχουν ιδιαίτεροι ήχοι που δεν χρησιμοποιούμε σε άλλα ρεπερτόρια. Εάν το λιμπρέτο, το έργο το ζητά, πρέπει να αφήσεις τη άνεσή σου και να ψάξεις να τους βρεις».

Ένα ακόμη σπάνιο γεγονός στον κόσμο της όπερας είναι ότι αυτή την παραγωγή διευθύνουν δύο γυναίκες: η Εμανουέλ Χάιμ και η Μαριάμ Κλεμάν υπογράφουν ένα ευφυές ανέβασμα, που συνδυάζει το παλιό και το σύγχρονο, το χιούμορ με το δράμα. Η σοπράνο Μαγκνταλένα Κοζενά δεν κρύβει τον ενθουσιασμό της:

«Ήταν η πρώτη φορά που με διηύθυναν δύο γυναίκες. Και πρέπει να ομολογήσω ότι ειλικρινά το απόλαυσα. Υπάρχει μια κατανόηση για την γυναίκα που υποδύομαι, η οποία μεγαλώνει, αναμένοντας τον σύζυγό της.

Επίσης όλη η διαδικασία ήταν πολύ ήρεμη, δημιουργική, ευγενής, που δεν είναι κάτι που συμβαίνει πάντα στις παραγωγές όπερας. Έχουμε περάσει υπέροχα. Έτσι νομίζω ότι θα έπρεπε να είναι πάντοτε».

Παρίσι: Η μπαρόκ «Οδύσσεια» του Ρολάντο Βιγιαζόν