Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

Μπάγκειον: Στο μαγικό σύμπαν του «Πέδρο Πάραμο»

Μπάγκειον: Στο μαγικό σύμπαν του «Πέδρο Πάραμο»
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Ένα από τα σπουδαιότερα λογοτεχνικά έργα της Λατινικής Αμερικής, το «Πέδρο Πάραμο» του Χουάν Ρούλφο παρουσιάζει η ομάδα ΟΠΕRA, στο ξενοδοχείο Μπάγκειον, στην πλατεία Ομονοίας. Η παράσταση ανεβαίνει σε σκηνοθεσία της Ελεάνας Τσίχλη και παρουσιάζεται από την Παρασκευή 22 Ιουνίου μέχρι και Δευτέρα 1η Ιουλίου.

Η Κομάλα, το θρυλικό χωριό φάντασμα μεταφέρεται από το Μεξικό του 1955 στην Ελλάδα του 2018. Οι κάτοικοί του, μιλούν για την εσωτερική ερημιά τους, αλλά και την ερήμωση της ζωής τους, για τον Πέδρο Πάραμο, τον άνθρωπο που θεωρούν υπεύθυνο για το δράμα τους. Το χωριό θα αναγκαστεί να κοιτάξει κατάματα την αλήθεια, να συνειδητοποιήσει τις ευθύνες του και να οδεύσει προς την αυτογνωσία, την ατομική και συλλογική απελευθέρωση.

Παναγιώτης Μάλλιαρης

Η Ελεάνα Τσίχλη μας μίλησε για την αγάπη της γι’ αυτό το σπουδαίο μυθιστόρημα, για τον τρόπο που το διασκεύασε, για τα στοιχεία που ανέδειξε, αλλά και για τη δική της νέα γενιά καλλιτεχνών, που προσπαθούν να βρουν τη θέση τους στο σημερινό ελληνικό δημιουργικό τοπίο.

-Πώς προέκυψε η συνεργασία με την ομάδα ΟΠΕRΑ; Συνήθως είναι ο Θοδωρής Αμπαζής που σκηνοθετεί τις παραστάσεις της ομάδας.

Ο Θοδωρής Αμπαζής ήταν δάσκαλός μου στη Δραματική Σχολή. Στο τέλος του Α΄ έτους, έκανε μια παραγωγή στο Φεστιβάλ Αθηνών, τον Τζεφ Κουνς. Με πήρε ως βοηθό του. Από το 2007 λοιπόν μέχρι σήμερα, δουλεύω με την ομάδα, ως βοηθός του. Με τα χρόνια η σχέση συνεργασίας μας έχει ωριμάσει και έχει γίνει πιο παραγωγική. Επειδή δεν είχε χρόνο αυτή την στιγμή να σκηνοθετήσει την ομάδα, μου έγινε η πρόταση να το κάνω εγώ. Ήταν πολύ τιμητικό και πολύ συγκινητικό να μου αναθέτει αυτή την αποστολή. Είναι ωραίο να αισθάνεσαι μέλος μιας ομάδας, με την οποία εξελίσσεστε μαζί. Ο Θοδωρής είναι μαζί μας, καθώς έχει γράψει τη μουσική της παράστασης.

-Οι παραστάσεις της ομάδας διακρίνονται για τον τρόπο που χρησιμοποιείται η μουσική, γίνεται η εκφορά του λόγου και για το στοιχείο της χορικότητας. Σ’ αυτά τα στοιχεία εστιάζεις κι εσύ στην δική σου σκηνοθετική προσέγγιση;

Ναι, αλλά με έναν διαφορετικό τρόπο. Ούτως ή άλλως, με απασχολεί πολύ η έννοια του χορού σε κάθε παράσταση. Η χορικότητα είναι ένα στοιχείο που με ενδιαφέρει πολύ, αλλά σε ένα πλαίσιο πιο εξωστρεφές και πιο κοινωνικό, σε σχέση με τις προηγούμενες παραγωγές της συγκεκριμένης ομάδας. Δεν βασίζομαι τόσο πολύ στη μουσικότητα, γιατί οι μουσικές μου γνώσεις δεν είναι τόσο γερές. Στηρίζομαι κυρίως στο νόημα, στην αφηγηματικότητα. Προκύπτει λοιπόν η ανάγκη να ξεπηδήσει ένας χορός από το έργο κι αυτός είναι ο στόχος κι αυτού του ανεβάσματος: να παντρέψουμε αυτά τα δύο πράγματα. Η μουσικότητα λοιπόν προκύπτει στη συνέχεια και όχι από την αρχή. Δεν ξεκινάμε δηλαδή από μια παρτιτούρα. Τη βρίσκουμε στο δρόμο μας στη συνέχεια.

-Το έργο είναι ένα αριστούργημα της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας. Πώς το προσέγγισες;

Προσπάθησα να πλησιάσω θεατρικά το έργο με έναν πιο ελληνικό και όχι «δυτικό» τρόπο. Για παράδειγμα το κομμάτι της χορικότητας που ταιριάζει σε μια δυτικότροπη λογική, εδώ είναι πιο «χαλασμένο», λιγότερο ακέραιο. Δεν χρειάζεται να είναι τόσο ακέραιο, λόγω του λατινοαμερικανικού πολιτισμού, που έχει αυτό τον χαρακτήρα. Αυτό που ήθελα, ήταν να δώσω μια πιο ανθρώπινη διάσταση στο έργο. Ο Χουάν Ρούλφο με το συγκεκριμένο μυθιστόρημα σημάδεψε ανεξίτηλα όλη την λατινοαμερικανική λογοτεχνία. Σκέψου ότι έγραψε σε όλη του τη ζωή τον Πέδρο Πάραμο και μια ακόμη συλλογή διηγημάτων. Τίποτε άλλο. Δεν είχε την αγωνία να παράξει κάτι άλλο. Ποτέ. Και αυτό με συγκινεί βαθιά. Παρόλα αυτά, άλλαξε τα δεδομένα με ένα μόνο κείμενο. Φέρνει με έναν τρόπο στο προσκήνιο τον μαγικό ρεαλισμό, επηρεάζοντας πολλούς, από τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες μέχρι τον Λ. Μπουνιουέλ.

-Πώς διαχειρίστηκες το μυθιστορηματικό υλικό;

Το συγκεκριμένο κείμενο στηρίζεται σε έναν συνειρμικό λογισμό. Ανάλογα με τη διάθεση του αναγνώστη, αναδεικνύονται διαφορετικές πτυχές του. Είναι κάτι που δύσκολα αποτυπώνεται στο θέατρο. Άλλωστε και η ίδια η δραματουργία του είναι τελείως αντιθεατρική. Το μυθιστόρημα είναι ουσιαστικά τρεις ιστορίες, η μία μέσα στην άλλη, οι οποίες αναπτύσσονται παράλληλα και εμπλέκονται. Εγώ λοιπόν έπρεπε να βρω έναν θεατρικό μηχανισμό παράστασης, που να «ρυθμίζει» τον τρόπο που θα ειπωθούν και θα αλληλοεμπλακούν οι ιστορίες. Εκεί έγινε η δική μας δουλειά. Θέλαμε ο θεατής να αισθανθεί ότι είναι λογικός o τρόπος παρουσίασης και αλληλοσύνδεσης των ιστοριών που κάναμε. Πάνω σ’ αυτό το στοιχείο στηρίχθηκε η διασκευή μας. Κρατήσαμε το σκεπτικό του συγγραφέα, αλλά δεν ακολουθήσαμε στα πάντα τη δική του σειρά εξέλιξης της πλοκής. Γιατί οι δικές μας ανάγκες, η δική μας χορικότητα, η δική μας κοινωνία, η δική μας Κομάλα, έχουν ανάγκη από μια διαφορετική σειρά παρουσίασης της ιστορίας.

-Υπάρχει δηλαδή ένας χορός ανθρώπων, που μας διηγείται την ιστορία;

Διαβάζοντας κάποιες συνεντεύξεις του Ρούλφο, αντιλήφθηκα ότι ο συγγραφέας ήθελε πρωταγωνιστής του έργου να είναι το ίδιο το χωριό. Εγώ πήρα πολύ σοβαρά υπόψη μου αυτό το στοιχείο. Αυτό που κάνουμε λοιπόν στο έργο, είναι ο κάθε ηθοποιός να διεκδικεί το ρόλο του πρωταγωνιστή στην παράστασή μας. Λέει τη δική του άποψη για τα γεγονότα που συνέβησαν, φωτίζοντας με τον δικό του τρόπο την ιστορία. Τελικά όμως με έναν τρόπο νικάει το χωριό. Αυτό που με ενδιέφερε είναι να μείνω πιστή στο αρχικό κείμενο. Δεν ήθελα να γράψουμε ένα νέο έργο.

-Τονίζετε στην παράστασή της τα παραδοσιακά, λατινοαμερικανικά στοιχεία του έργου ή έχετε μια μια πιο ελληνική προσέγγιση;

Ίσως υπάρξουν κάποια πειραγμένα στοιχεία της μεξικανικής παράδοσης και του τοπίου, αλλά θα είναι ελάχιστα. Δεν θέλουμε να παρουσιάσουμε κάτι που δεν ξέρουμε και δεν έχουμε βιώσει. Υπάρχει και μια αντίστοιχη ατμόσφαιρα στη μουσική. Το θεωρώ λάθος όμως να το ανεβάσουμε ως φολκλόρ ή υπό μεξικανική λογική. Οι αναφορές του με ενδιέφεραν κυρίως. Ψάξαμε κυρίως να βρούμε τον ενδιάμεσο χώρο επικοινωνίας της Ελλάδας του 2018 με το Μεξικό του 1955. Το Μπάγκειον βοηθά πάρα πολύ σ’ αυτή την κατεύθυνση: ένα παλιό χλιδάτο ξενοδοχείο στην Ομόνοια, που μένει μέσα στην παρακμή του διατηρητέο, είναι το κατάλληλο σκηνικό γι’ αυτό το έργο. Υπάρχει μια συνδιαλλαγή με την ιστορική μνήμη που κουβαλά ο χώρος, που υπάρχει και στο έργο. Η ιστορική μνήμη των κατοίκων της Κομάλα στο Μεξικό γίνεται ένας καθρέφτης απέναντι στην ιστορική μνήμη των Ελλήνων, όπως ήταν κάποτε.

-Αφορά αυτό το κείμενο την σημερινή Ελλάδα και με ποιο τρόπο;

Το έργο από μόνο του έχει πολλές τέτοιες αναφορές. Αλλά και τα θέματα που θίγει μας αφορούν. Λέει σε κάποιο σημείο μέσα στο κείμενο ότι “Η οικογένειά σας τα έφαγε όλα”. Το ότι μαζί τα φάγαμε είναι ένα θέμα που συζητάμε κι εμείς σήμερα με έναν διαφορετικό τρόπο. Αλλά για να μιλήσω πιο γενικά, το κοινωνικό κομμάτι και το κομμάτι της ηθικής κατάπτωσης μιας κοινωνίας, το θέμα της θρησκείας και της εκκλησίας και τι ρόλο παίζει στις ζωές μας είναι μόνο μερικά από τα σημεία του έργου που μας αφορούν σήμερα. Αυτό όμως που είναι το πιο έντονο κοινό στοιχείο του δικού μας σήμερα και του έργου είναι η αίσθηση του ερειπωμένου μέρους, μιας ερειπωμένης κοινωνίας που όλα είναι διαλυμένα, χαλασμένα: από τα κτίρια μέχρι την ψυχική μας υγεία. Αυτή είναι και η δική μου αφετηρία: θέλω να μιλήσω για την εποχή μου, που όλα χαλάνε.

-Ενώ ο πρωταγωνιστής Πέδρο Πάραμο είναι απών από το έργο, «ρυθμίζει» τη ζωή της ομάδας, του χωριού. Πώς βλέπεις εσύ αυτή τη σχέση ατόμου-συλλογικότητας όχι μόνο στο έργο, αλλά και στην κοινωνία, που ζούμε σήμερα;

Εγώ πιστεύω πολύ στη συλλογικότητα σε όλα τα επίπεδα και τις δομές. Γι’ αυτό και κάνω άλλωστε θέατρο. Νομίζω ότι στην Ελλάδα σήμερα, έχουμε ξεπεράσει τη φάση ότι πρέπει ο καθένας να λύσει πρώτα τα δικά του προβλήματα. Έχουμε περάσει αυτή τη φάση της μοναξιάς και της εσωστρέφειας, όπου ο καθένας πρέπει να αναλάβει μόνος του τα του οίκου του. Τώρα είμαστε σε μια εποχή, όπου κατά τη γνώμη μου, όλοι ψάχνουμε ξανά το αληθινά συλλογικό. Αυτό φαίνεται στον τρόπο που διεκδικούμε πράγματα, που κάνουμε παρέες. Στο δικό μου κύκλο, έχουμε αρχίσει να εγκαταλείπουμε τα social media και να προτιμάμε να καθίσουμε με μια μπύρα σε ένα μπαλκόνι και να μιλήσουμε. Αυτό για μένα είναι αποτέλεσμα της βαθιάς κρίσης που βιώσαμε. Ότι φτάσαμε εκεί που φτάσαμε και τώρα πρέπει να ζήσουμε. Θέλουμε να ξαναφτιάξουμε κάτι από τα συντρίμμια που υπάρχουν γύρω μας. Γι’ αυτό και το συγκεκριμένο έργο μου δημιουργεί μεγάλη συγκίνηση, γιατί στο δεύτερο μέρος, οι άνθρωποι αυτοί καταφέρνουν τελικά να ενώσουν τη φωνή τους, να αντιληφθούν την προσωπική τους ευθύνη στα γεγονότα και να αντιδράσουν στο τέλμα που είναι καθηλωμένοι ή βολεμένοι.

-Άρα χρειάζεται ένας Πέδρο Πάραμο για να αντιδράσει μια κοινωνία απέναντι σ’ αυτό που της συμβαίνει;

Ο Πέδρο Πάραμο είναι απλώς μια αφορμή, ένας αόρατος εχθρός, αυτός που πρέπει να αναλάβει την ευθύνη. Μπορεί και να μην υπάρχει τελικά. Είναι ένας σωρός από πέτρες στο έργο. Τελικά ίσως όλο έχει να κάνει, νομίζω, με αυτό που αποκαλούμε μηχανισμό της κοινωνίας. Το αναφέρω έτσι, γιατί φέτος ασχολήθηκα στην Θεσσαλονίκη με τον Μαγιακόφσκι και είναι αυτή η εικόνα που δίνει. Έτσι το αποκαλούσαν τότε. Δηλαδή εμείς είμαστε πολύ καλοί άνθρωποι και θέλουμε το καλύτερο, αλλά υπάρχει ο μηχανισμός και η γραφειοκρατία, που δεν μας επιτρέπει να το πετύχουμε. Σε κάθε κοινωνία λέγεται κάπως αυτό. Κάθε κοινωνία έχει τον Πέδρο Πάραμό της. Μην ξεχνάς ότι Πέδρο Πάραμο σημαίνει Καμμένη Γη. Κάθε πρόσωπο στο έργο είναι ένα σύμβολο και όχι απλά ένας χαρακτήρας της υπόθεσης.

-Πιστεύεις ότι είμαστε μια κοινωνία που έχει αναγνωρίσει πλέον τα λάθη της;

Δεν είμαι απολύτως σίγουρη ότι συμβαίνει. Και είναι ανθρώπινο. Γιατί ακόμη και σε μια σχέση όταν χωρίζεις, οφείλεις να φταίει ο άλλος (γέλια). Έχουμε μεγαλώσει με πολλές ενοχές και αποστρεφόμαστε το λάθος, δεν θέλουμε να το βλέπουμε. Ζούμε σε μια κοινωνία που δεν μας επιτρέπονται τα λάθη. Αν μας είχαν επιτραπεί και μας άφηναν να δοκιμάζαμε, τότε θα ήμασταν πιο απενοχοποιημένοι ώστε να αναλαμβάνουμε τα λάθη μας, να παίρνουμε το μερίδιο ευθύνης μας. Εμένα μου έχει λείψει στη ζωή μου να με αφήσουν να κάνω λάθη. Είμαστε όλοι λίγο μικρομέγαλοι, θύματα πολλών πρέπει. Υπάρχουν συγκεκριμένα μοντέλα, που πρέπει να ακολουθούμε όλοι.

-Εσύ τι θέλεις από τη δική σου δουλειά;

Μου αρέσει πολύ αυτό που κάνω και περνάω τέλεια, όταν μου δίνεται ο χώρος, ο χρόνος και οι συνθήκες να δημιουργήσω. Θα ήθελα η εποχή μας να μας επιτρέπει όμως και την παύση και τη δημιουργική ησυχία. Δυστυχώς δεν μας την επιτρέπει. Αν με ρωτάς ποιο είναι το όνειρό μου καλλιτεχνικά, είναι να δοθούν αυτές οι συνθήκες σε νέους καλλιτέχνες, ώστε να σκεφτούν, να ζήσουν και να παράξουν με άνεση χώρου και χρόνου. Έχω δουλέψει και στο Εθνικό Θέατρο και στο ΚΘΒ, έχοντας πάντα μόνο πέντε εβδομάδες προβών. Αν είχα λίγο χρόνο περισσότερο, τότε σίγουρα το αποτέλεσμα θα ήταν καλύτερο.

ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Η ιστορία εξελίσσεται σ’ ένα χωριό - φάντασμα, στην Κομάλα, σ' έναν τόπο που βρίσκεται “στο στόμα ακριβώς της Κόλασης”, και όπου εμπειρίες, μνήμες και γεγονότα έχουν εγκλωβιστεί στο χρόνο. Ένας γιος επιστρέφει εκεί, στη γενέθλια πόλη της μητέρας του για να αναζητήσει τον άγνωστο πατέρα του, “κάποιον Πέδρο Πάραμο”. Όμως η καταστροφική μανία του πατέρα-δυνάστη έχει μετατρέψει το μέρος σε “καμμένη γη”. Οι άνθρωποι έχουν εξαφανιστεί και το μόνο που συναντά κατά τη διάρκεια της πικρής του περιπλάνησης είναι οι “αλύτρωτες ψυχές” των άλλοτε κατοίκων αυτού του μέρους. Τα μουρμουρητά τους έχουν κατακλύσει τους έρημους δρόμους, οι ψίθυροι τους ξεχύνονται από τις ρωγμές των τοίχων, και όλα μαρτυρούν παράξενες, ανομολόγητες ιστορίες του χωριού για τον Πέδρο Πάραμο, για την ερήμωση που επήλθε στο μέρος εξαιτίας της “μνησικακίας” του. Έτσι, σιγά σιγά το χωριό αναδεικνύεται στον βασικό πρωταγωνιστή του έργου μέσα από ένα παράδοξο οδοιπορικό στην Κομάλα με έντονο το μεταφυσικό στοιχείο και κατά το οποίο τα όρια παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος γίνονται σχετικά.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Συγγραφέας: Juan Rulfo

Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου

Σκηνοθεσία: Ελεάνα Τσίχλη

Μουσική σύνθεση: Θοδωρής Αμπαζής

Κινησιολογία: Νατάσσα Σαραντοπούλου

Σκηνογράφος – Ενδυματολόγος: Τίνα Τζόκα

Σχεδιαστής Φωτισμών: Στέλλα Κάλτσου

Βοηθός Σκηνοθέτη: Αντριάννα Ανδρέοβιτς

Φωτογραφίες: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Παίζουν: Κώστας Βασαρδάνης, Τζωρτζίνα Δαλιάνη, Νέστωρ Κοψιδάς, Φώτης Λαζάρου, Νεφέλη Μαϊστράλη, Γιώργος Νούσης, Δανάη Σαριδάκη

Στην παράσταση ακούγεται η φωνή της Νένας Μεντή.

INFO

Μπάγκειον Ξενοδοχείο

Πλ. Ομονοίας 18

Ημερομηνία: 22, 23, 24, 29, 30 Ιουνίου και 1η Ιουλίου 2018.

Ώρα έναρξης: 21.15.

Πληροφορίες-Κρατήσεις: Τηλ.: 6973848716

Τιμές Εισιτηρίων: Κανονικό: 12€ | Μειωμένο (φοιτητικό, ανέργων): 8€

Ηλεκτρονική Προπώληση