Euronews is no longer accessible on Internet Explorer. This browser is not updated by Microsoft and does not support the last technical evolutions. We encourage you to use another browser, such as Edge, Safari, Google Chrome or Mozilla Firefox.

Έκτακτη είδηση

Έκτακτη είδηση

«Ντάτσα»: Από εξοχικές κατοικίες σε... περιοχή κήπου!

«Ντάτσα»: Από εξοχικές κατοικίες σε... περιοχή κήπου!
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Στον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ, ο έμπορος Γερμολάι Αλεξέιτς Λοπάχιν ικετεύει την κυρία Ρανιέφσκαγια να ξεχάσει την ευωδιά των ανθισμένων κερασιών και να πουλήσει τη γη της για να μπορέσει να πληρώσει τα χρέη της. Στη θέση που ήταν οι κερασιές, θα χτιστούν ντάτσες». «Ντάτσες...», απαντά η Ρανιέφσκαγια, «τόσο χυδαίο». Κι όμως, με τα λόγια της αυτά που περισσότερο εκδηλώνουν ένα αριστοκρατικό τουπέ από μια ειλικρινή φυσιολατρία, εξέφραζε τα περιφρονητικά αισθήματα που έτρεφε όλη η ρωσική ανώτερη τάξη, για τις φιλοδοξίες των μικροαστών να αποκτήσουν κι αυτοί ένα εξοχικό.

Στη Ρωσία το καλοκαίρι, πολλοί κάτοικοι των πόλεων δραπετεύουν στις ξακουστές ντάτσες-αγροικίες, μια παράδοση που έχει ξεχωριστή θέση στην ψυχή των Ρώσων.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, πριν από την Επανάσταση του 1917, τα εξοχικά σπίτια ήταν σαν κτήματα, όπως απεικονίζονται στον «Βυσσινόκηπο» του Άντον Τσέχωφ.

Εξοχικό σήμαινε ένα παλιό ξύλινο σπίτι με μια βεράντα, έναν μπάτλερ, περίπατοι μετά το γεύμα, οικογενειακές συναυλίες, αναγνώσεις τα βράδια. Το χειμώνα, οι άνθρωποι επέστρεφαν πίσω στην πόλη.

Όμως τώρα κάτι αλλάζει..

Αυτό είναι η νομοθεσία σχετικά με την «ντάτσα».

Η ρωσική Δούμα αποφάσισε να εξαλείψει την «ντάτσα» ως είδος ιδιοκτησίας από τις αρχές του χρόνου. Τα διάσημα αυτά εξοχικά ρωσικά σπίτια θα αποκαλούνται πλέον ως «περιοχές κήπων»! Σύμφωνα με τους ειδικούς ο προηγούμενος νόμος για την απόκτηση και χαρακτηρισμό ενός σπιτιού ως «ντάτσα» ήταν αρκετά περίπλοκος και υπήρχαν πολλά κενά.

Με το νέο νόμο οι πολίτες θα μπορούν απλά να έχουν μια άδεια διαμονής σε ένα σπίτι το οποίο θα αποκαλείτε «ντάτσα», ενώ με την παλιά νομοθεσία θα έπρεπε να το αποδείξουν στο δικαστήριο ότι το σπίτι αυτό είναι κατάλληλο για ζώη. Μάλιστα πριν υπήρχαν 9 διαφορετικά παράβολα εισφοράς για τις «ντάτσες» ενώ σύμφωνα με τον νέο νόμο υπάρχουν μόνο δύο.

Η ιστορία της «ντάτσα»

Ο Στέφεν Λόβελ, καθηγητής της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, έσκυψε με αγάπη πάνω στο σύμβολο «ντάτσα» κι έγραψε ένα συγκινητικό βιβλίο γι' αυτήν με τίτλο «Παραθεριστές» (απηχώντας το θεατρικό έργο του Γκόρκι) - «H ιστορία της ντάτσα 1710-2000» (Κόρνελ Γιουνιβέρσιτι Πρες, 288 σελίδες, 29,95 δολάρια).

Σε αυτό αφηγείται, καθώς γράφει ο «Εκόνομιστ», τη βαθμιαία μεταβολή του παραδοσιακού ρωσικού εξοχικού που έχει απαθανατίσει η ρωσική λογοτεχνία, από τον Γκόγκολ έως τον Πάστερνακ, από τις αρχές όταν δεν ήταν παρά ένας κλήρος γης δωρισμένος από το κράτος («ντάτσα», σημαίνει κατά προσέγγιση, δόσιμο), έως τους σημερινούς, δύσκολους καιρούς. O Μεγάλος Πέτρος στην προσπάθειά του να στεριώσει, γεωγραφικά και πνευματικά, την Αγία Πετρούπολη, ανάγκαζε τους ευγενείς του να χτίζουν δεύτερα σπίτια, σε δωρισμένες εκτάσεις έξω από την πόλη. Τον 18ο αιώνα, η ντάτσα έγινε ένας κύριος πόλος της ρωσικής κοινωνικής ελίτ, μια βίλα όπου συγκεντρώνονταν το καλοκαίρι, μακριά από την αυστηρή εθιμοτυπία της Πετρούπολης.

Η άνθηση σημειώθηκε τον 19ο αιώνα με τη διεύρυνση του αστικού πληθυσμού της Πετρούπολης και της Μόσχας, όταν όλοι οι Ρώσοι κάποιας κοινωνικής θέσης επιθυμούσαν μια εξοχική κατοικία με αποτέλεσμα να χτιστούν ολόκληρες αποικίες, οι οποίες, άλλες πραγματικά άλλες μυθικά, επιζούν έως σήμερα. Με την έλευση του σιδηροδρόμου στο τέλος του 19ου αιώνα, οι ορίζοντες πλάτυναν ακόμη περισσότερο και περιπτώσεις σαν της κυρίας Ρανιέφσκαγια του Τσέχοφ ή ακόμη και του κόμη Τολστόι στη Γιασνάγια Πολιάνα, έγιναν αντικείμενα μίμησης.

Κατά τα πρώτα χρόνια της σοβιετικής εξουσίας, σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου και ερήμωσης στη χώρα, η καλοκαιρινή ζωή στην εξοχή, φυσικά ξεχάστηκε. Όμως, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1920 άρχισαν να εμφανίζονται νέοι παραθεριστικοί συνεταιρισμοί: Η ντάτσα επανέκαμψε! Οι μεγάλες επιχειρήσεις και τα συνδικάτα, άρχισαν που διανέμουν γη στους υψηλότερα αμειβόμενους εργαζομένους. Σε αυτές τις ντάτσες ξεκουράζονταν οι εκπαιδευτικοί, οι μηχανικοί, οι συγγραφείς και οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι. Υπήρχαν, επίσης, και ειδικές κρατικές ντάτσες, που δίνονταν σε στελέχη του κρατικού μηχανισμού, και περνούσαν από το ένα στο άλλο.

Μέχρι το 1940 οι ντάτσες ήταν ένα σημάδι ότι κάποιος ανήκει στη νέα σοβιετική ελίτ. Όμως, μετά τον πόλεμο, η κατάσταση άλλαξε. Για πολλούς ανθρώπους, το γεωτεμάχιο στην εξοχή έγινε, εκτός από τόπο θερινής διαμονής και εκδρομικό προορισμό του σαββατοκύριακου, ένα μέσο επιβίωσης. Εδώ, η οικογένεια μπορούσε να καλλιεργήσει τα λαχανικά και τα φρούτα για το τραπέζι της. Κάτι που της επέτρεπε να αυτοσυντηρηθεί με κάποια σχετική άνεση. Οι απλοί πολίτες μπόρεσαν να αποκτήσουν τις δικές τους ντάτσες, μόνο την εποχή διακυβέρνησης του Νικήτα Χρουστσόφ (1953-1964). Τότε, άρχισαν να εμφανίζονται οι λεγόμενοι «κηπευτικοί συνεταιρισμοί». Στις μεγάλες επιχειρήσεις και οργανισμούς, το κράτος διέθεσε μεγάλες εκτάσεις γης, και οι φορείς, με τη σειρά τους, διαμοίρασαν τη γη ανάμεσα στους εργαζομένους τους. Όμως, λόγω του περιορισμένου αριθμού των κλήρων γης, τύχαινε καμιά φορά μια ντάτσα (με το «οικόπεδο» της) να έχει δοθεί σε ομάδα 10-15 ατόμων. Σε αυτή τη ντάτσα, οι «ιδιοκτήτες» ξεκουράζονταν στη διάρκεια του χρόνου με τη σειρά.

Η «ντάτσα» δεν ήταν μια απλή εξοχική κατοικία. Έγινε ταυτόχρονα, το παραθεριστικό και το αγροτικό σπίτι για τους κατοίκους των πόλεων. Στη ντάτσα πήγαιναν την άνοιξη οι αστοί για να φυτέψουν σειρές από καρότα και πατάτες, και το φθινόπωρο για να μαζέψουν τη μικρή, αλλά δική τους σοδειά. Ωστόσο, το κράτος, βλέποντας στις μικρές ιδιωτικές προσπάθειες στην καλλιέργεια οπωροκηπευτικών οικονομικό όφελος -μια δυνητική «απειλή» για το σοσιαλιστικό καθεστώς- επέβαλλε περιορισμούς στη διανομή αυτών των γεωτεμαχίων μέχρι τα 0,06 εκτάρια (600 τετρ. μέτρα), ή όπως έγιναν πιο ευρέως γνωστά στο λαό, τα «έξη κατοστάρικα» γης. Αλλά ακόμη και σε αυτό το κομμάτι γης, οι άνθρωποι της πόλης κατάφεραν να χωρέσουν όλα τους τα θερινά όνειρα: Σπίτι, ξεχωριστή εξωτερική κουζίνα, περιβόλια, θερμοκήπια, παρτέρια με λουλούδια... Οι παραδόσεις της ρωσικής ντάτσας παραμένουν αμετάβλητες μέχρι σήμερα: Αφήνουμε την οικογένεια στην εξοχή για όλο το καλοκαίρι, απολαμβάνουμε το τσάϊ μας στη βεράντα ή στο κιόσκι, αξίες διαχρονικές…

Η ντάτσα, ως σύμβολο και ως πραγματικότητα, ρίζωσε στη ρωσική ψυχή κι επέζησε στην ΕΣΣΔ, μολονότι αντιπροσώπευε ένα τρόπο ζωής που η Επανάσταση είχε ανατρέψει. Τη θέση της αριστοκρατίας και των οικονομικά προνομιούχων πήραν τότε τα μέλη του κόμματος.

Σήμερα για τους πολλούς οι ντάτσες μπορεί να είναι ένα θέαμα το οποίο βλέπουν από μακριά, όμως, κάθε Ιούλιο - Αύγουστο, όταν η Μόσχα και η Πετρούπολη κατεβάζουν τα ρολά για το καλοκαίρι, εκατομμύρια Ρώσοι, με όποιο τρόπο μπορούν κατευθύνονται στην εξοχή, προς μια ντάτσα ιδεατή που χωρίς αυτήν, η ρωσική ζωή δεν θα ήταν αυτή που είναι.