Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

Γερμανία: Φόβοι για επιδείνωση της επιδημίας λόγω χαλάρωσης των μέτρων

euronews_icons_loading
Γερμανία: Φόβοι για επιδείνωση της επιδημίας λόγω χαλάρωσης των μέτρων
Πνευματικά Δικαιώματα  AP
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Οι πρώτες ενδείξεις επιδείνωσης της επιδημίας του κορονοϊού εμφανίζονται στη Γερμανία, μία εβδομάδα αφού ξεκίνησε τη χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων και την ώρα που η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ δηλώνει ανήσυχη για μια βιαστική επιστροφή στην κανονικότητα.

Εν μέσω της δημόσιας συζήτησης για τη χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων και καθώς οι αρθμοί στέλνουν αντιφατικά μηνύματα, οι υγειονομικές αρχές απηύθυναν έκκληση προς τον πληθυσμό να παραμείνει σε επιφυλακή απέναντι στην επιδημία. «Ας συνεχίσουμε να παραμένουμε στο μέτρο του δυνατού στο σπίτι, ας συνεχίσουμε να τηρούμε τα περιοριστικά μέτρα και να διατηρούμε κατά μέσον όρο απόσταση 1,5 μέτρου μεταξύ μας», δήλωσε στους δημοσιογράφους ο διευθυντής του Ινστιτούτου Ρόμπερτ Κοχ Λόταρ Βίλερ.

Ο Βίλερ τόνισε ότι μέχρι στιγμής η εξέλιξη της επιδημίας στην Γερμανία αποτέλεσε «επιτυχία», με ποσοστό θνητότητας των ασθενών της Covid-19 χαμηλότερο από άλλες χώρες. Αλλά απηύθυνε έκκληση για επιφυλακή και για την «υπεράσπιση αυτή της επιτυχίας», την στιγμή που αυξάνεται η ανυπομονησία στον πληθυσμό για την επιτάχυνση της χαλάρωσης των μέτρων. Μέχρι σήμερα, μέρος των καταστημάτων και των σχολείων έχει ξανανοίξει στην Γερμανία. «Δεν θέλουμε ο αριθμός των κρουσμάτων να αρχίσει να καταγράφει ισχυρή αύξηση όπως συνέβαινε εδώ και μερικές εβδομάδες», δήλωσε εμφατικά.

Τα τελευταία στοιχεία που δόθηκαν στην δημοσιότητα για την εξέλιξη της νόσου είναι αντιφατικά.

Ο ρυθμός αναπαραγωγής της επιδημίας (Reproduction Rate), που παρακολουθείται στενά από τις υγειονομικές αρχές, αυξάνεται και έχει φθάσει και πάλι στο όριο του 1,0 (0,96 για την ακρίβεια), αφού είχε μειωθεί στο 0,7. Αυτό σημαίνει ότι κάθε φορέας του ιού μολύνει κατά μέσον όρο ένα ακόμη άτομο. Η γερμανική κυβέρνηση και οι ιολόγοι επεσήμαιναν μέχρι σήμερα την σημασία αυτός ο δείκτης να βρίσκεται κάτω από το 1,0.

«Αυτός ο αριθμός θα έπρεπε να παραμένει κάτω του 1,0, όσο πιο κάτω από το όριο αυτό βρίσκεται, τόσο το καλύτερο», τόνισε ο Βίλερ. «Ωστόσο, υπάρχουν και άλλοι αριθμοί που είναι σημαντικοί και ιδιαίτερα ο αριθμός των νέων καταγεγραμμένων καθημερινά κρουσμάτων», πρόσθεσε. Αυτός ο αριθμός βρίσκεται τις τελευταίες ημέρες στα 1.000 επιπλέον κρούσματα ημερησίως, έναντι 2.000 έως και 4.000 εδώ και λίγες εβδομάδες, πρόσθεσε.

Επίσης, το ποσοστό της θνητότητας συνεχίζει να αυξάνεται καθημερινά. Βρίσκεται στο 3,8%, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Institut Robert Koch, με 5.913 θανάτους συνολικά. Ωστόσο, το ποσοστό αυτό παραμένει χαμηλότερο σε σχέση με τις άλλες μεγάλες χώρες. Είναι 5,7% για τις ΗΠΑ, 11,1% για την Ισπανία, 13,6% για το Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με το ινστιτούτο.

Το τελευταίο 24ωρο ο αριθμός των ασθενών που υπέκυψαν στη νόσο αυξήθηκε κατά 163 από 110 το αμέσως προηγούμενο. Το ίδιο διάστημα, επιβεβαιώθηκαν ακόμη 1.144 κρούσματα μόλυνσης από τον SARS-CoV-2, με το σύνολο των ανθρώπων που έχουν προσβληθεί στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης να ανέρχεται σε 156.337. Ο αριθμός των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων του τελευταίου 24ώρου είναι επίσης υψηλότερος από αυτόν που καταγραφόταν το προηγούμενο (1.018).

Αν αυτή η αυξητική τάση επιβεβαιωθεί, ενδέχεται να περιπλέξει τις προσπάθειες των γερμανικών αρχών για σταδιακή επιστροφή στην κανονικότητα, την ώρα που η κοινή γνώμη μοιάζει να ανυπομονεί. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση και οι κυβερνήσεις των κρατιδίων, που έχουν τον τελευταίο λόγο σε ό,τι αφορά την πολιτική υγείας, αναμένεται να συζητήσουν τα επόμενα βήματα της χαλάρωσης των περιοριστικών μέτρων την Πέμπτη, προτού ανακοινώσουν τις αποφάσεις τους στις 6 Μαΐου.

Η άποψη των γερμανικών υγειονομικών αρχών βάρυνε μέχρι τώρα σημαντικά στις αποφάσεις των γερμανικών αρχών σχετικά με την σταδιακή άρση των περιοριστικών μέτρων. Ομως, η πολιτική της επιφυλακτικότητας και της αυστηρότητας που έχουν υιοθετήσει η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ και οι ιολόγοι αντιμετωπίζεται με όλο και μεγαλύτερη αμφισβήτηση στην Γερμανία, εξαιτίας των επιπτώσεων που έχει στις επιχειρήσεις και δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους.

Ακόμη και με ρυθμό αναπαραγωγής «στο 1,1 ενδέχεται να φτάσουμε στα όρια του συστήματος υγείας μας σε ό,τι αφορά τις κλίνες στις μονάδες εντατικής θεραπείας ως τον Οκτώβριο», προειδοποίησε πρόσφατα η Γερμανίδα καγκελάριος. Με «ρυθμό 1,2 θα φτάσουμε στα όρια του συστήματος υγείας τον Ιούλιο. Με ρυθμό 1,3 ήδη από τον Ιούνιο», είχε τονίσει.

Η Γερμανία ξεκίνησε στις 20 Απριλίου να χαλαρώνει σταδιακά τα περιοριστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας, κυρίως με την επαναλειτουργία κάποιων καταστημάτων, των γυμνασίων και των λυκείων.

Αυστρία: Όχι μονομερείς ενέργειες

Η Αυστρία δεν σχεδιάζει να προβεί σε μη συντονισμένες μονομερείς ενέργειες όσον αφορά στο άνοιγμα της χώρας σε ξένους επισκέπτες, δήλωσε ο Αυστριακός υπουργός Εξωτερικών Αλεξάντερ Σάλενμπεργκ αναφορικά με το θέμα των θερινών διακοπών εν μέσω κορονοϊού.

«Θα συνεργαστούμε με τις χώρες-εταίρους μας και σε στενή συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα αναζητήσουμε λύσεις για το πώς θα μπορούσε να είναι δυνατή μία προσεκτική επανεκκίνηση του θερινού τουρισμού», ανέφερε.

Κατά την άποψή του, διασυνοριακός τουρισμός μπορεί να είναι και πάλι δυνατός μόνο με προσοχή και βήμα προς βήμα και επιπλέον αυτό θα αφορά μόνο χώρες οι οποίες στην καταπολέμηση του ιού είναι στα ίδια επίπεδα με την Αυστρία και έχουν παρόμοιους χαμηλούς αριθμούς λοιμώξεων.

Από την πλευρά του, ο Τσέχος υπουργός Εξωτερικών Τόμας Πέτριτσεκ θεωρεί ότι οι Τσέχοι τουρίστες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επισκεφθούν την Αυστρία και τη γειτονική Σλοβακία από τον Ιούλιο ή ακόμη νωρίτερα, εάν η πανδημία του κορονοϊού εξελιχθεί ευνοϊκά στην περιοχή, ενώ ο ίδιος πιστεύει πως από τον Ιούλιο μπορεί να επανέλθει σε ισχύ η Συμφωνία Σένγκεν.

«Θέλουμε να ανοίξουμε τη Σλοβακία ή την Αυστρία από τον Ιούλιο για τουρίστες και πιθανόν και άλλους τουριστικούς προορισμούς από τον Αύγουστο και εάν η κατάσταση παραμείνει θετική, ίσως αυτό να γίνει γρηγορότερα», ανέφερε σε συνέντευξή του ο Τσέχος υπουργός Εξωτερικών, παρατηρώντας ταυτόχρονα ότι θα ήταν ωστόσο πρόωρο να γίνεται λόγος για ταξίδια σε χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ, η οποίες πλήττονται περισσότερο από την πανδημία.