Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

Νάπολη: Αύξηση της φτώχειας και της ανεργίας με την Μαφία να καραδοκεί

euronews_icons_loading
Νάπολη: Αύξηση της φτώχειας και της ανεργίας με την Μαφία να καραδοκεί
Πνευματικά Δικαιώματα  euronews
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Η μέρα ξεκινά νωρίς στην Σκάμπια, μία από τις φτωχογειτονιές της Νάπολης. Ο Μάρκο και η οικογένειά του, επέστρεψαν στη δουλειά τους μετά το lockdown. Αυτό δεν είναι το αληθινό του όνομα. Δεν φαίνεται πουθενά ότι δουλεύει. Βρισκόμαστε στο χώρο που κάποτε ήταν ήταν από τα βασικότερα κέντρα εμπορίου ναρκωτικών της Καμόρα, της τοπικής Μαφίας. Το οργανωμένο έγκλημα ανθεί εδώ και η πανδημία έχει δημιουργήσει νέες ευκαιρίες εκμετάλλευσης των φτωχών και των απελπισμένων από τις συμμορίες της πόλης. Η αδήλωτη εργασία ανθεί:

«Είμαστε πέντε άτομα και ζούμε με το τίποτε. Με 200-250 ευρώ. Ερχόμαστε εδώ δυο φορές την εβδομάδα για να βγάλουμε κάτι. Η μαύρη εργασία δεν είναι κάτι καλό. Πρέπει όμως να κάνω κάτι για να ζήσω» αναφέρει ο Μάρκο. Δούλευε ως σιδεράς δίπλα στον πατέρα του, μέχρι το 1996. Από τότε έχει κάνει πάρα πολλές δουλειές, χωρίς να δηλώνεται ως εργαζόμενος.

Μόνικα Πίνα

Ο Μάρκο έκανε αίτηση για να ενταχθεί στο πρόγραμμα κοινωνικής στέγασης το 2012, αλλά δεν έγινε αποδεκτή. Βρήκε ένα από τα σπίτια που οι Ιταλοί τα αποκαλούν Vele, πριν δέκα χρόνια. Είναι κατοικίες που τελούν υπό κατάληψη και αποτελούν σύμβολο της ανομίας, του περιθωρίου και της πλήρους εγκατάλειψης από το κράτος. Εδώ ο Μάρκο κατάφερε να φτιάξει σιγά σιγά μια μικρή όαση: «Ευτυχώς κατάφερα να βάλω μερικά χρήματα εδώ. Δεν είμαι περήφανος, αλλά δεν πληρώνω ούτε ενοίκιο, ούτε ρεύμα. Κάναμε κατάληψη σ' αυτό το μέρος. Είναι ο μόνος τρόπος για να βρούμε στέγη. Εάν έπρεπε να βασιστούμε στο κράτος, θα είχαμε πεθάνει. Δεν έρχεται κανείς εδώ για να δει αν είμαστε υγιείς ή αν είμαστε άρρωστοι. Μας έχουν εγκαταλείψει όλοι. Τελεία και παύλα».

Μόνικα Πίνα

Η Ιταλία έχει περίπου 3 εκατομμύρια αδήλωτους εργαζομένους. Το 1 εκατομμύριο είναι στην νότια Ιταλία. Η περιφέρεια της Καμπανίας έχει τους περισσότερους. Πάνω από 400.000. Δεν υπάρχουν για το κράτος. Το να είναι αόρατοι σημαίνει ότι δεν πήραν κανένα επίδομα ή δεν είχαν καμιά κοινωνική στήριξη κατά τη διάρκεια των δύο μηνών του lockdown. Αυτό τους κάνει ευάλωτους στην τοπική μαφία. Η μαύρη εργασία στην Ιταλία παράγει περίπου 80 δις ευρώ το χρόνο και αυτό αντιπροσωπεύει το 40% της φοροδιαφυγής στη χώρα.

Σύμφωνα με τον Γενικό Εισαγγελέα ενάντια στη Μαφία, Φεντερίκο Καφιέρο ντε Ράχο η μείωση της αδήλωτης εργασίας θα βοηθήσει τους θεσμούς και το κράτος να πάρουν τους φόρους που τους αναλογούν και να επενδύσουν περισσότερα στις κοινωνικές πολιτικές: «Η φτώχεια είναι ο βασικός χώρος δράσης της ιταλικής μαφίας, τόσο όσον αφορά στην στρατολόγηση, όσο και στην απόκτηση κοινωνικής ισχύος. Πρόκειται για νέους που αισθάνθηκαν ότι η υποστήριξη που έλαβαν από την Καμόρα ήταν ο μόνος τρόπος για να ικανοποιήσουν τις στοιχειώδεις ανάγκες, τις δικές τους και της οικογένειάς τους».

Μόνικα Πίνα

Υπάρχουν οργανώσεις που θέλουν να βοηθήσουν, αλλά η πανδημία οδήγησε ένα ακόμη εκατομμύριο Ιταλούς στην φτώχεια. 4 εκατομμύρια πολίτες χρειάζονται πλέον επισιτιστική βοήθεια. Η Καμπανία είναι στην κορυφή της λίστας. Στην περιοχή Σαν Τζιοβάνι α Τεντούτσιο, μια αποθήκη σε μια παλιά βιομηχανική συνοικία που χρησιμοποιούνταν ως καταφύγιο για οικογένειες που είχαν πρόβλημα, μετατράπηκε, μετά το lockdown, σε κέντρο διανομής φαγητού. Είναι η οργάνωση Figli in Famiglia: «Στην αρχή προσφέραμε πακέτα με φαγητά σε οικογένειες που ήδη γνωρίζαμε. Μαθεύτηκε και εμφανίστηκαν περισσότεροι άνθρωποι που είχαν ανάγκη. Από τα αρχικά 30 πακέτα με φαγητό, τώρα προσφέρουμε 216 κάθε δεκαπενθήμερο» εξηγεί η Καρμέλα Μάντσο, ιδρύτρια της οργάνωσης.

Η Ντανιέλα, της οποίας το όνομα δεν είναι αληθινό, δουλεύει εθελοντικά στην ένωση εδώ και πολλά χρόνια. Η πανδημία την οδήγησε από την άλλη πλευρά, στα άτομα που δεν μπορούν να τα βγάλουν πλέον πέρα: «Ο κορονοϊός με οδήγησε στα άκρα. Προσπάθησα να δουλέψω ως αδήλωτη, κάνοντας διάφορες δουλειές, όπως καθαρίστρια, ή βοηθός σε ηλικιωμένους. Αλλά κατά τη διάρκεια της πανδημίας, βρέθηκα σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, γιατί οι νοικοκυρές δεν ήθελαν να πάω στα σπίτια τους να καθαρίσω και οι ηλικιωμένοι φοβούνταν να ανοίξουν την πόρτα τους».

Μόνικα Πίνα

Για δεκαετίες, οι ντόπιοι υπέφεραν από τη δράση της Καμόρα. Σήμερα, δεν έχει πλέον την ισχύ του παρελθόντος. Η κυβέρνηση από την άλλη πλευρά δεν κάνει τίποτε για να βοηθήσει την τοπική κοινωνία εργασιακά, οικονομικά, κοινωνικά. Όταν πέθανε ο άνδρας της Ντανιέλα, αυτή ήταν μια πολίτης χωρίς κανένα δικαίωμα: «Καθώς δεν έχω καθόλου εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, δεν έχω δικαίωμα να πάρω κάποια σύνταξη. Η πολιτεία θεωρεί ότι είμαι πολύ νέα για να συνταξιοδοτηθώ ως νοικοκυρά. Είμαι όμως και μεγάλη να βρω μια δουλειά. Κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσης, ήμουν εντελώς μόνη. Η ζωή μου φέρθηκε σκληρά. Το ίδιο όμως και η Πολιτεία».

Οι ιταλικές κυβερνήσεις δέχονται εδώ και πολλά χρόνια σκληρή κριτική για την παντελή έλλειψη ενός πλαισίου κοινωνικής προστασίας για τους πολίτες. Από την άλλη πλευρά, η επιβολή της τάξης και του νόμου είναι παντού έντονη. Μετά το lockdown, η αστυνομία αναμένει αύξηση της εγκληματικής δραστηριότητας και είναι σε επαγρύπνηση:

«Έχουμε μια ευέλικτη στρατηγική. Αλλάζει κάθε φορά που αλλάζει το μοτίβο του οργανωμένου εγκλήματος. Προσπαθούμε όμως να προβλέψουμε τις κινήσεις τους και να καταλάβουμε στο δρόμο πώς η Καμόρα προσαρμόζει τη δράση της, έτσι ώστε να την αναχαιτίσουμε. Η Καμόρα δεν έχει αποκτήσει δύναμη από το lockdown. Προσπαθεί να διαφοροποιήσει τη δράση της, γιατί έχει ανάγκη από χρήματα. Δεν είναι πιο δυνατή. Είναι όμως πιο πεινασμένη» υπογραμμίζει ο Αλφρέντο Φραμπροτσίνι, επικεφαλής των μηχανοκίνητων μονάδων της αστυνομίας της Νάπολης.

Μόνικα Πίνα

Η πλειοψηφία αυτών των επιχειρήσεων μένουν κρυφές και εμπιστευτικές. Τα αυτιά και τα μάτια της αστυνομίας είναι τα «Γεράκια», αστυνομικοί με πολιτικά ρούχα και μηχανές που κυκλοφορούν στις πιο επικίνδυνες συνοικίες της Νάπολης. Τα Falchi, είναι αυτοί που φτάνουν πρώτοι και αντιμετωπίζουν τους εγκληματίες, αλλά και τις συμμορίες ένοπλων εφήβων που συνδέονται με την Καμόρα.

Οι τοπικές μαφίες δεν θέλουν απλά να κερδίσουν περισσότερα χρήματα, αλλά και να ξεπλύνουν τα παράνομα κέρδη τους. Η πανδημία έχει ανοίξει νέες προοπτικές γι' αυτές: «Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η ιταλική μαφία κερδίζει πάνω από 30 δις ευρώ κάθε χρόνο, από τη διακίνηση ναρκωτικών. Η Καμόρα χρειάζεται να βρει τους οικονομικούς διαύλους για να κρύψει τα χρήματα που βγάζει. Ο ευκολότερος τρόπος είναι της επιχειρηματικής δράσης, μέσω εταιριών περιορισμένης αξιοπιστίας ή μέσω αυτών που βρίσκονται στο χρηματιστήριο» εξηγεί ο Γενικός Εισαγγελέας ενάντια στη Μαφία, Φεντερίκο Καφιέρο ντε Ράχο.

Μόνικα Πίνα

Η μεγάλη κρίση ρευστότητας που δημιούργησε η πανδημία χτύπησε σκληρά τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Πολλές οργανώσεις που είναι κατά της μαφίας φοβούνται ότι αυτό θα μετατρέψει το οργανωμένο έγκλημα στην μεγαλύτερη ιταλική τράπεζα. 20.000 επιχειρήσεις δεν κατάφεραν να ανοίξουν ξανά, μετά το lockdown, στην Καμπανία, την περιφέρεια γύρω από την Νάπολη.

600.000 εταιρίες έκαναν αίτηση για να πάρουν τα μικρά δάνεια, που παρέχει η κυβέρνηση για την επανεκκίνηση της οικονομίας. Το 1/3 από αυτές δεν τα έχει λάβει ακόμη. Ανάμεσά τους και η οικογενειακή εταιρία κατασκευών του Ροζάριο ντ' Άντζελο, που είναι συνιδρυτής της ένωσης FAI κατά των εκβιασμών και της προστασίας των μαγαζιών: «Έκανα αίτηση για το βασικό δάνειο των 25.000 ευρώ που περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα επανεκκίνησης της κυβέρνησης. Έκανα αίτηση στις 11 Απριλίου και ακόμη περιμένω. Εν τω μεταξύ, το οργανωμένο έγκλημα είναι έτοιμο να μου παράσχει βοήθεια. Ουσιαστικά πρόκειται για τοκογλύφους».

Μόνικα Πίνα

Η μαφία βγάζει πολλά, δανείζοντας χρήματα σε επιχειρήσεις που αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα, ειδικά στην περίπτωση που τα παράνομα δάνειά της δεν μπορούν να αποπληρωθούν από τους οφειλέτες: «Όταν δεν μπορούν να επιστρέψουν τα χρήματα, η Καμόρα το εκμεταλλεύεται. Εξαιτίας του δανείου, μπορεί να αναλάβει τη διεύθυνση της επιχείρησης. Από εκείνη την στιγμή και μετά θα χρησιμοποιήσει την επιχείρηση για να ξεπλύνει τα παράνομα κέρδη της» διευκρινίζει ο Φεντερίκο Καφιέρο ντε Ράχο.

Οι εκβιασμοί πάνε χέρι χέρι με την τοκογλυφία. Ο Ροζάριο επισημαίνει ότι η Καμόρα άρχισε να μαζεύει τα χρήματα για την προστασία που προσφέρει, αμέσως μετά την άρση του lockdown. Ο κορονοϊός άλλαξε τους όρους του παιχνιδιού: «Υπάρχει περισσότερος θυμός, περισσότερη ένταση. Η πανδημία βούλιαξε όλους αυτούς που τα έβγαζαν πέρα δύσκολα στην κρίση. Σ' αυτή την περίοδο, όταν οι εκβιαστές εμφανίζονται στις οικοδομές και ζητούν την αμοιβή για την προστασία, πολλοί συνάδελφοί μου τους λένε όχι».

Ο Ροζάριο έχει πέσει θύμα εκβιαστών στο παρελθόν. Σήμερα με την οργάνωση που έχει φτιάξει, βοηθά τους επιχειρηματίες να βγουν και να μιλήσουν. Ελάχιστοι τολμούν να προκαλέσουν την Καμόρα. Ούτε για τον ίδιο ήταν εύκολο να το κάνει: «Μέχρι το 1996-97, ο πατέρας μου πλήρωνε χιλιάδες ευρώ στους εκβιαστές, αλλά δεν έλεγε τίποτε στο σπίτι. Όταν ανέλαβα εγώ την επιχείρηση, ανακάλυψα τι συνέβαινε. Τα πρώτα χρόνια, συνέχισα να πληρώνω από φόβο. Μετά, το 2005, αποφασίσαμε να φτιάξουμε μια οργάνωση και έκανα την πρώτη καταγγελία. Έκανα συνολικά 18 καταγγελίες, που οδήγησαν σε έξι συλλήψεις σε έξι διαφορετικές περιπτώσεις σε έξι διαφορετικούς χώρους εργασίας στην Νάπολη».

Μόνικα Πίνα

Η αστυνομία αναμένει αύξηση ρεκόρ των εκβιασμών στα τέλη Αυγούστου, καθώς ως γνωστόν, η Καμόρα μαζεύει τότε τα χρήματα για την προστασία που προσφέρει. Η τοκογλυφία μπορεί να αυξηθεί κατά 30% φέτος, εξαιτίας της πανδημίας, σύμφωνα με το τοπικό γραφείο κατά της διαφθοράς, μιας από τις μεγαλύτερες συνδικαλιστικές ενώσεις.

Για να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση η οργάνωση κατά των εκβιασμών SOS Impresa, έβαλε στο ίδιο τραπέζι τις επιχειρηματικές ενώσεις, την αστυνομία και τους κρατικούς φορείς, έτσι ώστε να μπορέσουν να αγωνιστούν ενάντια στην Καμόρα. Ο πρόεδρός της Λουίτζι Κουόμο αναφέρει: _«Σήμερα, είμαστε σε μια φάση, που το εγκληματικό φαινόμενο της τοκογλυφίας αυξάνεται. Αυξάνεται σιωπηλά, γιατί τώρα τα θύματα χρειάζονται αυτούς που θα γίνουν στη συνέχεια οι καρχαρίες που θα τα καταβροχθίσουν, λόγω των δανείων. Αυτοί είναι που δημιουργούν αυτή την προβληματική σχέση. Σε ένα χρόνο, θα γνωρίζουμε πόσο αυτό το φαινόμενο, αυτός ο θανάσιμος εναγκαλισμός αναπτύχθηκε τη συγκεκριμένη στιγμή». _

Όλοι αισθάνονται ότι η Καμόρα πιέζει ακόμη περισσότερο πλέον. Κανείς όμως δεν θέλει να μιλήσει ανοικτά από το φόβο αντιποίνων: «Κανονικά, χρειαζόμαστε αποδείξεις για να πούμε τι συμβαίνει. Παρόλα αυτά, όταν τις έχουμε είναι πλέον πολύ αργά. Η επιχείρηση έχει καταστραφεί» τονίζει ο Λουίτζι Μούτο, αντιπρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Νάπολης.

Μόνικα Πίνα

Παρά τους φόβους ότι η ευρωπαϊκή οικονομική βοήθεια θα καταλήξει και στην Μαφία, οι οργανώσεις και οι θεσμοί της Καμπανίας επιμένουν ότι αυτά τα κονδύλια είναι ζωτικής σημασίας για να κρατηθεί ζωντανή η επιχειρηματική δραστηριότητα. Η Άννα Πάολα Πόρτζιο είναι η κυβερνητική επίτροπος των πτωτοβουλιών κατά των εκβιασμών και της τοκογλυφίας: «Τα χρήματα έρχονται και θα συνεχίσουν να έρχονται σε μεγάλα ποσά για να δοθούν από την κυβέρνηση, η οποία διανέμει ευρωπαϊκά κονδύλια. Εφαρμόζουμε πολλά μέτρα για να εμποδίσουμε αυτά τα χρήματα να καταλήξουν στα λάθος χέρια».

Σήμερα, υπάρχει κοινωνική, οικονομική και πολιτική στήριξη σε όσους αρνούνται τον εκβιασμό και την τοκογλυφία. Υπάρχουν διαθέσιμα χρήματα και πολιτικές που στοχεύουν να τους βοηθήσουν. Πολλοί όμως πλήρωσαν με τη ζωή τους για να γίνει τελικά κάτι τέτοιο.

Η Μίμα Νοβιέλο είναι ένα από τα τέσσερα παιδιά του Ντομένικο Νοβιέλο. Ο ντόπιος επιχειρηματίας δολοφονήθηκε το 2008 από μια από τις πιο αιμοσταγείς συμμορίες της Καμόρα, τους Καζαλέζι. Τον σκότωσαν γιατί αρνήθηκε να πληρώσει το «pizzo», τα χρήματα δηλαδή για την προστασία της επιχείρησής του. Ο Ντομένικο και η οικογένειά του ειδοποίησαν την αστυνομία και οι εκβιαστές συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στην φυλακή. Δολοφονήθηκε μετά από επτά χρόνια. Τον πυροβόλησαν 13 φορές. Η κόρη του θυμάται:

«Μάζεψε την οικογένεια και μιλήσαμε. Μας ζήτησε την άδεια να πει όχι. Αισθανόταν ότι αν έσκυβε το κεφάλι στη μαφία, τότε θα μετέφερε αυτό το φορτίο και σε μας, τα παιδιά του. Κατάλαβα πολύ αργότερα ότι η δολοφονία του ήταν προειδοποίηση. Ήταν όμως μια ακραία κίνηση. Σκότωσαν έναν για να το δουν όλοι. Κατάφεραν να φοβίσουν τους επιχειρηματίες. Τον σκότωσαν. Το καταλαβαίνετε; Δεν υπήρξαν αντίποινα στα παιδιά του. Σκότωσαν αυτόν. Ήταν πολύ σκληρό για μας. Εκείνη την στιγμή στήριξα αμέσως την απόφαση του πατέρα μου. Και θα το έκανα ξανά. Από τότε, κατάλαβα ακόμη περισσότερο την αξία της φράσης του «Δεν πληρώνω pizzo». Ούτε εγώ θα το πληρώσω ποτέ. Ούτε εσείς. Ποτέ. Και σίγουρα θα ήθελα να πω σε κάθε επιχειρηματία ότι πρέπει να τους καταγγέλει. Πρέπει να το κάνει. Τότε ο πατέρας μου ήταν μόνος του. Γι' αυτό μπόρεσαν και τον σκότωσαν. Αλλά αν ήταν πολλοί στο πλευρό του, αν ήταν ενωμένοι, κάτι που προσπαθούσε ο πατέρας μου, δεν θα τον είχαν δολοφονήσει».

Ο εγκληματολόγος Πάολο Μιτζιάνο, που είναι οικογενειακός φίλος διηγήθηκε την ιστορία του Ντομένικο και την παρακαταθήκη που άφησε, στο βιβλίο «Ο άλλος Καζαλέζε» που μόλις κυκλοφόρησε: «Η κατάσταση είναι σίγουρα διαφορετική σήμερα. Τα όργανα επιβολής του νόμου και τα δικαστήρια εργάστηκαν μεθοδικά για να εξαρθρώσουν τις εγκληματικές συμμορίες, ειδικά εδώ στην Καμπανία. Τα πράγματα θα ήταν όμως καλύτερα αν ανταποκρίνονταν σε δύο μέτωπα: την κρατική επιβολή του νόμου μέσω της αστυνομίας και της δικαιοσύνης και ταυτόχρονα την οικονομική και κοινωνική βοήθεια για την ανάπτυξη της περιοχής. Μπορεί να μην το πρόσεξα, αλλά δεν νομίζω ότι συμβαίνει».

Η οικογένεια της Μίμα δέχεται σήμερα ένα νέο χτύπημα, που συνδέεται άμεσα με την πανδημία. Ο Πιέτρο ντελα Κάβε, ο άνδρας της απολύθηκε λίγες μέρες μετά την άρση της καραντίνας. Ο αμερικανικός πολυεθνικός γίγαντας των κατασκευών Jabil αγνόησε την απαγόρευση απολύσεων της ιταλικής κυβέρνησης. Απέλυσε 190 υπαλλήλους και μετά τους πήρε πίσω, μετά την μεσολάβηση του Υπουργείου Εργασίας: «Δεν έχω απολυθεί επίσημα. Παρόλα αυτά θεωρούμαι απολυμένος που σημαίνει ότι πρέπει να βρω μια θέση εργασίας σε κάποια άλλη εταιρία. Οι εταιρίες που έκαναν αίτηση να προσλάβουν τους 190 απολυμένους εργαζομένους της Jabil είναι όλες start-up. Δεν υπάρχουν ακόμη. Υπάρχει ο κίνδυνος να μην ανοίξουν ποτέ».

Μόνικα Πίνα

Πολλοί μοιράζονται την ανησυχία του Πιέτρο.Υπάρχουν πολλές μικρότερες εταιρίες που βρίσκονται σε δύσκολη θέση. 45.000 εργαζόμενοι απασχολούνταν σε ΜΜΕ, που δεν άνοιξαν ξανά μετά το lockdown. Όλοι αυτοί οι νέοι άνεργοι είναι πιθανά θύματα της Καμόρα. Τα συνδικάτα ανησυχούν για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί. Ο Νίκολα Ρίτσι είναι ο Γενικός Γραμματέας του Συνδικάτου CGIL της Καμπανίας: «Ο κορονοϊός έχει καταστροφικές συνέπειες. Σκεφτείτε ότι μόνο ακόμη και πριν την πανδημία, υπήρχαν ήδη αιτήματα οικονομικής στήριξης από την προσωρινή περικοπή 23 εκατομμυρίων ωρών εργασίας. Άρα η βιομηχανία ήταν ήδη σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Τώρα είναι χειρότερα τα πράγματα. Κατά την διάρκεια της πανδημίας, το 60% των εταιριών μείωσαν την παραγωγή τους. Πολλές αναγκάστηκαν να κλείσουν».

Οι ειδικοί φοβούνται ότι η Νότια Ιταλία θα αργήσει πολύ να ανακάμψει. Σε αντίθεση με τον Βορρά, η κοινωνική ανισότητα στον Νότο είναι πολύ έντονη και δεν γίνεται τίποτε για να κλείσει η ψαλίδα. Η Αλεσάντρα Κλεμέντε είναι η δημοτική σύμβουλος που είναι υπεύθυνη για τις πολιτικές για την νεολαία στο δήμο της Νάπολης. Μια μη κερδοσκοπική οργάνωση έχει αναλάβει να προσέχει οικογένειες και παιδιά που έχουν ανάγκη: «Αυτός ο χώρος που βρισκόμαστε σήμερα δεν παίρνει χρήματα από το κράτος. Εάν έπαιρνε, θα είχαμε τα τριπλάσια παιδιά εδώ σήμερα. Αυτό ζητώ από την κυβέρνηση. Δεν πρέπει να διασφαλίσουμε μόνο την επανεκκίνηση της οικονομίας και της εμπορικής δραστηριότητας, αλλά και τη λειτουργία της κοινωνικής προστασίας και των δομών της κοινότητας. Όλα ξεκινούν από την παιδική ηλικία, που δεν της δίνουμε πάντα σημασία».

Μόνικα Πίνα

Η Αλεσάντρα ήταν στην ίδια ηλικία με αυτά τα παιδιά, όταν η μητέρα της έπεσε νεκρή το 1997 από μια αδέσποτη σφαίρα της Καμόρα. Από τότε αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί σε τοπικά ιδρύματα και οργανώσεις για να βοηθήσει την πόλη της να έχει ένα καλύτερο μέλλον: «Αυτή η πόλη πρέπει να μου ζητήσει συγνώμη, γιατί μου αφαίρεσε το πιο αγαπημένο πρόσωπο για μένα και την οικογένειά μου: τη μητέρα μου. Ήταν πολύ νέα τότε. Μόλις 39 ετών. Η πόλη μου τα πήρε όλα. Η πρόθεσή μου είναι να συμβάλλω στην αλλαγή. Να αντιμετωπίσουμε τους κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτισμικούς παράγοντες που οδήγησαν σε εκείνο το οδυνηρό περιστατικό. Πρέπει να τους αλλάξουμε ώστε να μην συμβεί κάτι παρόμοιο σε άλλους ανθρώπους».

Το οργανωμένο έγκλημα είναι έτοιμο να καλύψει τις ανάγκες των πολιτών, όταν το Κράτος τους γυρίζει την πλάτη. Όσοι αγωνίζονται να μην κερδίσει περισσότερο έδαφος η Καμόρα, συμφωνούν ότι η παιδεία και η εργασία είναι τα σημαντικότερα όπλα στα χέρια των μελλοντικών γενεών, ώστε να βγουν νικήτριες σ' αυτή τη μάχη.