Έκτακτη είδηση
Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Γιατροί Χωρίς Σύνορα: «11.000 πρόσφυγες κινδυνεύουν να βρεθούν στο δρόμο»

Access to the comments Σχόλια
Από Apostolos Staikos
Πρόσφυγες που ζουν σε σπίτι της Αθήνας
Πρόσφυγες που ζουν σε σπίτι της Αθήνας   -   Πνευματικά Δικαιώματα  ENRi CANAJ/ENRI CANAJ
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

«Ενώ χιλιάδες άνθρωποι παραμένουν εγκλωβισμένοι στα ελληνικά νησιά μια σιωπηλή αδικία συνεχίζεται στην ηπειρωτική χώρα»υποστηρίζουν οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα. Αφού διέφυγαν από τον πόλεμο και τη βία, χιλιάδες άνθρωποι τώρα μένουν στον δρόμο ή σε κακές συνθήκες, ενώ άλλοι ευάλωτοι πρόσφυγες απειλούνται με έξωση και πετιούνται στον δρόμο. Και όλα αυτά κατά τη διάρκεια μιας πανδημίας...Πολλοί από αυτούς είναι ασθενείς των Γιατρών Χωρίς Σύνορα και διηγούνται τις ιστορίες τους.

Ισμαήλ

Ο Ισμαήλ, 53 ετών, έχει έρθει από τη Δαμασκό και έχει καρδιαγγειακό νόσημα. Σήμερα ζει στην Αθήνα με τη γυναίκα του, που έχει διαβήτη, και τους δύο γιους του. Είναι αντιμέτωποι με την έξωση. Καθώς δεν έχουν κάπου να πάνε, θα αναγκαστούν να μείνουν στον δρόμο.

_«Φύγαμε από το σπίτι μας στα προάστια της Δαμασκού όταν βομβαρδίστηκε σε μια αεροπορική επιδρομή το 2015 και όταν οι συνέπειες του πολέμου έγιναν αφόρητες. Ή θα φεύγαμε και θα προσπαθούσαμε να βρούμε ένα ασφαλές μέρος όπου τα παιδιά μου θα μπορούσαν να επιβιώσουν και όπου θα μπορούσαμε να έχουμε πρόσβαση σε φροντίδα υγείας για τις ασθένειές μας, ή θα μέναμε στη Συρία και θα πεθαίναμε.»
_

ENRi CANAJ/ENRI CANAJ
Ο ΙσμαήλENRi CANAJ/ENRI CANAJ

Η οικογένεια περπατούσε μέρα-νύχτα στα βουνά για μία εβδομάδα για να φτάσει στην Τουρκία. Εκεί, η γυναίκα του Ισμαήλ, που έχει διαβήτη και καρδιαγγειακό νόσημα, έπαθε εγκεφαλικό και νοσηλεύτηκε για τέσσερις μήνες. Ο Ισμαήλ ξόδεψε τις τελευταίες οικονομίες της οικογένειας για να την κρατήσει ζωντανή.

Όταν έλαβαν καθεστώς πρόσφυγα, τους είπαν να φύγουν από τη δομή όπου έμεναν, και να εγγραφούν στο πρόγραμμα HELIOS, ένα πρόγραμμα του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης που υποτίθεται ότι βοηθάει τους πρόσφυγες να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία. Στην πράξη όμως, η διαδικασία είναι τόσο πολύπλοκη που οι περισσότεροι καταλήγουν στον δρόμο.

Εκτός από τα πολλά έγγραφα που απαιτούνται για την εγγραφή, οι πρόσφυγες πρέπει να βρουν σπίτι μόνοι τους χωρίς να γνωρίζουν τη γλώσσα, πέρα από τον στιγματισμό που αντιμετωπίζουν ως πρόσφυγες όταν προσπαθούν να νοικιάσουν.

«Ο γιος μου μένει ξύπνιος τη νύχτα και κοιμάται τη μέρα, δεν υπάρχει τίποτα εδώ γι' αυτόν, και μου ραγίζει την καρδιά. Τα χρήματά μας μετά βίας φτάνουν για να φάμε κάθε μέρα. Μερικές φορές πηγαίνω στην αγορά για να μαζέψω ό,τι απομένει, και μαζεύω πλαστικά μπουκάλια για να τα πουλήσω. Αν μαζέψω 35 μπουκάλια, μου δίνουν ένα ευρώ. Μερικές φορές εύχομαι να είχα πεθάνει στη Συρία, αντί να ζω έτσι εδώ. Είμαστε εδώ [στην Ελλάδα] τρία χρόνια, και η ζωή μας έχει καταστραφεί, δεν υπάρχει μέλλον.»

«Αυτό που με ανησυχεί ιδιαίτερα ως γιατρό είναι το στρες που προκαλεί στους ασθενείς μου η ζωή στον δρόμο. Το στρες είναι εχθρός της καρδιάς και ο καλύτερος φίλος των καρδιαγγειακών νοσημάτων. Ο Ισμαήλ έκανε εγχείρηση καρδιάς για τοποθέτηση στεντ το 2015, για να αυξηθεί η ροή του αίματος στο σώμα του, ενώ και οι δύο αυτοί ασθενείς έχουν ιστορικό καρδιαγγειακών προβλημάτων. Η προοπτική να μείνουν άστεγοι θα τους προκαλέσει τεράστιο στρες και αναστάτωση, και φυσικά θα αυξήσει την πιθανότητα επιδείνωσης των προβλημάτων υγείας τους.» λέει ο Δρ Λουάι Ταγιέχ, γιατρός στο Κέντρο Φροντίδας Ημέρας των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Αθήνα.

Σομά Σεντίκι

Η Σομά Σεντίκι και ο άντρας της είναι από την Καμπούλ. Έχουν δύο μωρά.

«Η ζωή στο Αφγανιστάν ήταν αδιανόητη. Κάθε μέρα είχαμε βία και βομβαρδισμούς. Δεν υπήρχε μέλλον για την οικογένειά μας, κι εγώ δεν είχα περίθαλψη. Όταν εγκαταλείπεις τον τόπο σου, φτάνεις σε ένα σημείο όπου δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω. Έχω γνωρίσει ανθρώπους που λένε ότι θα προτιμούσαν να πεθάνουν από το να γυρίσουν πίσω. Δεν θα ήθελα ποτέ να γυρίσω. Ο φόβος των εκρήξεων και των βομβών δεν συγκρίνεται με τίποτα. Φτάσαμε στη Λέσβο τον Ιούνιο του 2018. Ο καταυλισμός της Μόριας ήταν άθλιος και τρομακτικός. Φοβόμουν διαρκώς. Κάθε μέρα ήταν μια τραυματική εμπειρία.»

Η οικογένεια έμεινε σε ένα κοντέινερ με άλλα 20 άτομα για πέντε μήνες και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Όταν όμως έλαβαν καθεστώς πρόσφυγα, τους είπαν ότι πρέπει να αφήσουν το κατάλυμά τους.

«Δεν το περιμέναμε. Ξαφνιαστήκαμε. Μια μέρα είδαμε κάποιον στο δωμάτιό μας, και μας είπε "έχουμε πάει όλα τα πράγματά σας στην είσοδο του ξενοδοχείου". Ο γιος μου έχει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας που επηρεάζει τη φυσιολογική ανάπτυξη των νεφρών. Ο άντρας μου γεννήθηκε με πολιομυελίτιδα, μια λοιμώδη νόσο που προκάλεσε ολική παράλυση του αριστερού ποδιού του.»

Παρά την έξωση, οι νεαροί γονείς κατάφεραν να εγγραφούν στο πρόγραμμα HELIOS και εγκαταστάθηκαν σε ένα διαμέρισμα στην Αθήνα. Ωστόσο, το πρόγραμμα έχει εξάμηνη διάρκεια μόνο, οπότε σύντομα η οικογένεια θα βρεθεί και πάλι στον δρόμο.

«Δανειστήκαμε χρήματα απ' όποιον γνωρίζουμε. Έπρεπε να δώσουμε έναν μήνα προκαταβολή και έναν μήνα εγγύηση, συνολικά 700 ευρώ. Το νοίκι είναι 246 ευρώ, ενώ παίρνουμε 396 τον μήνα. Την περισσότερη ώρα το ψυγείο είναι εκτός λειτουργίας και τα φώτα είναι σβηστά, προσπαθούμε να μην καίμε ρεύμα. Σύντομα θα πρέπει να φύγουμε κι από εδώ. Είμαι ευγνώμων για πολλά πράγματα και έχω γνωρίσει πολλούς υπέροχους ανθρώπους στην Ελλάδα. Υπάρχουν πράγματα που λειτουργούν καλά σε αυτό το σύστημα. Η κυβέρνηση όμως θα πρέπει να μας βλέπει σαν ανθρώπους και όχι σαν αριθμούς.»

Χαζέμ

Ο Χαζέμ είναι 60 ετών και ζει στην Ελλάδα από το 2017 με τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά τους. Η οικογένεια εγκατέλειψε το Ιράκ όταν υπέστη διώξεις λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων.

_«Υποφέρω από πόνους επειδή έχω τραύματα πολέμου στο δεξί χέρι και το δεξί πόδι, που είναι παράλυτα. Επίσης, έχω ηπατίτιδα C και υπέρταση. Γι' αυτό, λίγο μετά την άφιξή μας στη Χίο, τον Σεπτέμβριο του 2017, μεταφερθήκαμε στην Αθήνα.»
_

ENRi CANAJ/ENRI CANAJ
Ο Χαζέμ αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείαςENRi CANAJ/ENRI CANAJ

Τον Ιούνιο του 2018, δόθηκε στην οικογένεια καθεστώς πρόσφυγα. Ως αναγνωρισμένοι πρόσφυγες, έχασαν την οικονομική βοήθεια που έπαιρναν και τους είπαν ότι πρέπει να φύγουν από το σπίτι.

«Χτύπησαν την πόρτα και μας είπαν ότι πρέπει να φύγουμε. Πού να πάμε; Έχω άδεια παραμονής στην Ελλάδα τώρα, αλλά τίποτε άλλο. Είμαι ανάπηρος και δεν μπορώ να δουλέψω. Δεν μιλάω τη γλώσσα. Δεν θέλω να φύγω από το σπίτι, θέλω μόνο να έχω περίθαλψη.»

«Αρνήθηκα να υπογράψω το έγγραφο της έξωσης. Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει πλέον. Τα φάρμακά μου είναι πολύ ακριβά. Τι επιλογές έχω; Δεν μπορώ ούτε να φύγω από την Ελλάδα. Αν πάω σε άλλη χώρα, θα με στείλουν πάλι εδώ. Δεν έχουμε επιλογές εδώ. Απειλούν να μας πετάξουν στον δρόμο, χωρίς να μας δίνουν βοήθεια και χωρίς να λαμβάνουν υπόψη το πρόβλημα υγείας μου. Θέλω να ρωτήσω την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ελληνική κυβέρνηση, πώς θα ζήσουμε; Ήρθαμε εδώ για να βρούμε ένα ασφαλές μέρος, όμως τώρα θα βρεθούμε στον δρόμο. Δεν έχω ιδέα πλέον τι θα μας συμβεί.»

Νταλάλ

Η Νταλάλ είναι από το Χαλέπι της Συρίας. Έφυγε από τη χώρα με την οικογένειά της όταν βομβαρδίστηκε το σπίτι των γειτόνων τους και συνειδητοποίησαν ότι εάν έμεναν θα πέθαιναν.

Μετά από ένα μακρύ και επικίνδυνο ταξίδι διαμέσου της Τουρκίας, έφτασαν στη Λέσβο. Στη συνέχεια, η Νταλάλ και η οικογένειά της μεταφέρθηκαν σε διαμέρισμα στην Αθήνα, λόγω του σοβαρού προβλήματος υγείας της μητέρας της Νταλάλ. Στις 2 Ιουνίου 2020, έπειτα από πολλές απειλές έξωσης, η Νταλάλ πήγε τη μητέρα της, Χάντλα, που ήταν ασθενής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα και είχε διαβήτη και καρδιαγγειακό νόσημα, στον καταυλισμό του Σχιστού, όπου υπέστη ανακοπή καρδιάς και πέθανε.

ENRi CANAJ/ENRI CANAJ
Η οικογένεια της ΝταλάλENRi CANAJ/ENRI CANAJ

«Στις 29 Μαΐου, μας είπαν ότι πρέπει να φύγουμε από το διαμέρισμα. Δύο μέρες μετά, ήρθαν να πάρουν το κλειδί και μας είπαν να φύγουμε. Τους είπα ότι η μητέρα μου είναι πολύ άρρωστη, τους έδειξα τους ιατρικούς φακέλους, όμως μας είπαν ότι είναι εντολή του υπουργείου. Εκείνη την εποχή, η μητέρα μου ήταν σε άθλια κατάσταση. Δεν μπορούσε να σταθεί όρθια, έπρεπε να χρησιμοποιεί αναπηρικό καροτσάκι και δεν μπορούσε να πάει στο μπάνιο μόνη της. Αποφασίσαμε να την πάμε στον καταυλισμό προσφύγων του Σχιστού, όπου έμενε ο αδελφός μου σε κοντέινερ. Την πήγα η ίδια στον καταυλισμό με τον αδελφό μου, αλλά όταν φτάσαμε εκεί η μητέρα μου γινόταν όλο και χειρότερα. Εκείνο το βράδυ έκανε εμετό και δεν μπορούσε να μιλήσει. Την άλλη μέρα έπαθε ανακοπή και πέθανε εκεί στο κοντέινερ.»

«Είναι απάνθρωπο να πετάς ευάλωτους ανθρώπους στον δρόμο, ιδίως στη διάρκεια μιας πανδημίας. Οι κυβερνήσεις θα έπρεπε να προστατεύουν όσους διατρέχουν υψηλό κίνδυνο από τη νόσο COVID-19, και όχι να τους πετάνε στον δρόμο.», τονίζει η Μαρίν Μπερτέ, ιατρική συντονίστρια των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Ελλάδα.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα κάνουν έκκληση στην ελληνική κυβέρνηση να σταματήσει τις εξώσεις όλων των ευάλωτων ατόμων (έγκυες γυναίκες, θύματα σεξουαλικής κακοποίησης, θύματα βασανιστηρίων, ηλικιωμένοι, οικογένειες με παιδιά). Ζητούν, επίσης, από την ελληνική κυβέρνησηνα βρει εναλλακτικές λύσεις για τη στέγαση των αναγνωρισμένων προσφύγων και να διευρύνει το πρόγραμμα στέγασης. Είναι απάνθρωπο να πετιούνται ευάλωτοι άνθρωποι στον δρόμο, ιδίως στη διάρκεια μιας πανδημίας.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρέχουν υπηρεσίες στην Αθήνα, τη Λέσβο και τη Σάμο, που περιλαμβάνουν βασική φροντίδα υγείας, θεραπεία για χρόνια νοσήματα, φροντίδα σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας, φυσικοθεραπεία, ατομική και ομαδική/οικογενειακή κλινική ψυχολογική φροντίδα, ψυχιατρική φροντίδα, καθώς και ένα ολοκληρωμένο πακέτο κοινωνικής υποστήριξης σε χιλιάδες αιτούντες άσυλο. Μέχρι σήμερα, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα συνεχίζουν να βλέπουν τις επιπτώσεις των πολιτικών αποτροπής και περιορισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη σωματική και ψυχική υγεία των ανθρώπων που βρίσκονται στην Ελλάδα.