Έκτακτη είδηση
Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

ΗΠΑ - ΕΕ: Ο Τζο Μπάιντεν θέλει reset στη διμερή σχέση και ενιαίο μέτωπο έναντι της Κίνας

Από euronews with ΑΠΕ-ΜΠΕ-AFP
euronews_icons_loading
US President Joe Biden
US President Joe Biden   -   Πνευματικά Δικαιώματα  Olivier Hoslet/Copyright 2021 The Associated Press. All rights reserved
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Ο Τζο Μπάιντεν συναντάται σήμερα με τους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες, επιδιώκοντας να αποκαταστήσει τη διμερή εταιρική σχέση, η οποία τέθηκε υπό αμφισβήτηση τα χρόνια του Ντόναλντ Τραμπ, και να ζυγίσει την υποστήριξή τους απέναντι στην Κίνα, με δεδομένο ότι Παρίσι και Βερολίνο αρνούνται να ευθυγραμμιστούν πλήρως με την Ουάσινγκτον.

Η σύνοδος αυτή θα δείξει τι βρίσκεται πίσω από το σλόγκαν «America is back» («Η Αμερική επέστρεψε»), μερικούς μήνες μετά την ευφορία στην Ευρώπη για την εκλογή του Τζο Μπάιντεν στην προεδρία των ΗΠΑ.

Μετά την κρίση στη σχέση επί των ημερών του Ρεπουμπλικάνου προκατόχου του, ο οποίος χαρακτήριζε «εχθρό» την ΕΕ και δεν έκρυβε την απαρέσκειά του για το ευρωπαϊκό σχέδιο, ο Τζο Μπάιντεν καταφθάνει με λόγο εντυπωσιακά διαφορετικό.

«Θεωρώ ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί οντότητα εξαιρετικά ισχυρή και δυναμική», είπε στη διάρκεια της συνόδου της G7 στην Κορνουάλη – διατύπωση εντελώς αδιανόητη στη διάρκεια της θητείας του θυελλώδους προκατόχου του.

Ο αμερικανός πρόεδρος συναντάται το μεσημέρι με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ, εκπρόσωπο των 27, και την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.

Αυτή η πρώτη συνάντηση ΗΠΑ/ΕΕ στις Βρυξέλλες από το 2017 «δεν θα τα επιλύσει όλα, όμως η διπλωματία επιστρέφει», υπογράμμισε χθες ανώτερος ευρωπαίος αξιωματούχος.

Πάνω-πάνω στη στοίβα των φακέλων στο τραπέζι: οι διμερείς διενέξεις για το εμπόριο και οι τιμωρητικοί δασμοί της μιας πλευράς στην άλλη.

Έχει κηρυχθεί εκεχειρία στην παλιά σύγκρουση – κρατάει 17 χρόνια – για τις ενισχύσεις στις Airbus και Boeing, που πάντως ελπίζεται ότι θα λάβει τέλος την 11η Ιουλίου. Όσο για τη διένεξη όσον αφορά τις εξαγωγές χάλυβα και αλουμινίου, η ΕΕ θέλει να έχει διευθετηθεί μέχρι τον Δεκέμβριο. Οι Βρυξέλλες, που απέφυγαν να αυξήσουν τους δασμούς σε αμερικανικά εισαγόμενα προϊόντα, θεωρούν πως το μπαλάκι βρίσκεται στο γήπεδο της Ουάσινγκτον.

Πάνω από εκατό αμερικανικοί και ευρωπαϊκοί συλλογικοί φορείς, που αντιπροσωπεύουν τους τομείς των κρασιών, των οινοπνευματωδών ποτών, των μοτοσικλετών, των επίπλων κ.λπ. κάλεσαν να αρθούν «οριστικά» οι επιπρόσθετοι δασμοί στα προϊόντα τους.

Ο κ. Μπάιντεν θέλει να «αποκλιμακωθούν» οι διμερείς εντάσεις προκειμένου ΗΠΑ και ΕΕ «να επικεντρωθούν στην προτεραιότητά του, την Κίνα», θα υπογραμμίσει ο Ερίκ Μορίς του ιδρύματος Σουμάν.

Όσο για τους Ευρωπαίους, «θέλουν να διαπιστώσουν ποια είναι τα περιθώρια ελιγμών τους σε αυτή τη συμμαχία εναντίον του Πεκίνου. Έχουν συμφωνήσει να μην ευθυγραμμιστούν πλήρως, για γεωπολιτικούς λόγους στη γαλλική πλευρά και για οικονομικούς στη γερμανική», θα συμπληρώσει.

Αν και η Ευρώπη προσπαθεί σκληρά να προστατεύσει την αγορά της από τον αθέμιτο ανταγωνισμό κινεζικών εταιρειών, ταυτόχρονα θέλει να φροντίσει τη σχέση της με την οικονομική δύναμη που αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό της εταίρο.

Οι Βρυξέλλες δεν έχουν αποκηρύξει την αμφιλεγόμενη συμφωνία που σύναψαν τον Δεκέμβριο με το Πεκίνο και θεωρητικά θα ανοίξει σε ευρωπαίους επενδυτές τομείς της κινεζικής αγοράς όπου η πρόσβαση είναι απαγορευμένη ή περιορισμένη. Η εφαρμογή της συμφωνίας αυτής προς το παρόν έχει παγώσει, μετά τις κυρώσεις της ΕΕ εξαιτίας των παραβιάσεων των δικαιωμάτων των Ουιγούρων, που ακολουθήθηκαν από αντίποινα του Πεκίνου.

«Πρώτο reset»

Αν και η Γηραιά Ήπειρος δεν είναι πλέον προτεραιότητα των Αμερικανών, μετά την στροφή τους στην περιφέρεια Ινδικού - Ειρηνικού επί των ημερών του Μπαράκ Ομπάμα, ο Τζο Μπάιντεν θέλει να δείξει στην Κίνα και στον Βλαντίμιρ Πούτιν, τον οποίο θα δει αύριο Τετάρτη, πως «οι ΗΠΑ και η Ευρώπη είναι ενωμένες».

«Η διατλαντική ενότητα είναι ουσιώδης προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η πίεση» στη Μόσχα, αναγνώρισε ο ευρωπαίος αξιωματούχος, καθώς η ΕΕ ανησυχεί για αυτές που θεωρεί ρωσικές προσπάθειες αποσταθεροποίησης στην Ουκρανία και στη Γεωργία, χώρες με τις οποίες γειτονεύει και επιδιώκουν σύσφιγξη των σχέσεών τους με τους Ευρωπαίους.

Αμερικανοί και Ευρωπαίοι θα δηλώσουν «έτοιμοι να αντιδράσουν σθεναρά» εάν «επαναληφθούν» οι «αρνητικές συμπεριφορές και οι βλαπτικές δραστηριότητες» της Μόσχας, σύμφωνα με το σχέδιο της κοινής διακήρυξης.

Σε ό,τι αφορά την Κίνα, θα δεσμευθούν να «συνεργαστούν στενά», αν και κάθε πλευρά θα διαβεβαιώσει πως θα σεβαστεί τη διαφορετική «προσέγγιση» της άλλης, ενώ θα εκφράσουν τις «κοινές ανησυχίες» τους για ζητήματα δικαιωμάτων, ειδικά στη Σιντζιάνγκ, για τις επιθέσεις στη δημοκρατία στο Χονγκ Κονγκ και τις φιλοδοξίες του Πεκίνου σε ό,τι αφορά διεκδικούμενες θαλάσσιες περιοχές.

ΗΠΑ και ΕΕ θέλουν να σχηματίσουν κοινό μέτωπο στις τεχνολογίες και στο εμπόριο. Αντιμέτωπες με τον ασιατικό γίγαντα που απειλεί την αμερικανική υπεροχή στην ψηφιακή οικονομία καθώς και ηθικούς κανόνες της Δύσης (για τις παρακολουθήσεις, την εμπιστευτικότητα των δεδομένων κ.ο.κ.), θέλουν νέες τεχνολογίες βασισμένες στις «δημοκρατικές αξίες που μοιράζονται».

Θα ιδρυθεί κοινό συμβούλιο για το εμπόριο και την τεχνολογία που θα εργαστεί για τη θέσπιση κοινών κανόνων, ώστε, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, να μην αφεθεί «στα αυταρχικά καθεστώτα» το πεδίο ελεύθερο.

Στο μέτωπο της πανδημίας του νέου κορονοϊού, αναμένεται να επισημοποιηθεί η ίδρυση κοινής «task force», ειδικής επιχειρησιακής ομάδας που θα καταπιαστεί με την αύξηση της παγκόσμιας παραγωγής εμβολίων, κυρίως με μεταφορές τεχνολογίας. Βρυξέλλες και Ουάσινγκτον, που έχουν επικριθεί διότι καθυστερούν να μοιραστούν τα εμβόλια για την COVID-19 με τον υπόλοιπο κόσμο, ελπίζουν πως «τουλάχιστον τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού θα έχουν εμβολιαστεί ως τα τέλη του 2022».

Η συνάντηση, διάρκειας δύο ωρών, χωρίς κοινή συνέντευξη Τύπου κατόπιν, θα αποτελέσει «ένα πρώτο reset της σχέσης», εκτιμά ο Ρικάρδο Μπόρχες δε Κάστρο του Κέντρου Ευρωπαϊκής Πολιτικής (EPC).

Σε κάθε περίπτωση όμως «οι Ευρωπαίοι πρέπει να επωφεληθούν από την ευκαιρία» που τους παρουσιάζεται, διότι «κανένας δεν ξέρει τι θα γίνει στις αμερικανικές εκλογές του 2024», προειδοποιεί ο ίδιος ειδικός.